Άρτουρ Ζάις-Ίνκβαρτ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Άρτουρ Ζάις-Ίνκβαρτ
Arthur Seyss-Inquart.jpg
Γέννηση 22  Ιουλίου 1892
Stonařov
Θάνατος 16  Οκτωβρίου 1946
Νυρεμβέργη
Αιτία θανάτου απαγχονισμός
Υπηκοότητα Αυστροουγγαρία, Αυστρία και Ναζιστική Γερμανία
Σπουδές Πανεπιστήμιο της Βιέννης
Ιδιότητα πολιτικός, δικηγόρος και νομικός
Αξίωμα Βουλευτής του Γερμανικού Ράιχ, Καγκελάριος της Αυστρίας, German Foreign Minister και Υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας

Ο Άρτουρ Ζάις-Ίνκβαρτ (Arthur Seyß-Inquart, 22 Ιουλίου 1892 - 16 Οκτωβρίου 1946) ήταν Αυστριακός πολιτικός, ο οποίος διετέλεσε Καγκελάριος της Αυστρίας και αργότερα έγινε υψηλόβαθμο στέλεχος του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος αρχικά στη χώρα του και μετέπειτα στη Ναζιστική Γερμανία. Διετέλεσε επίσης αναπληρωτής κυβερνήτης της κατακτημένης Πολωνίας και, αργότερα, κομισάριος του Ράιχ (Reichskommissar) στην επίσης κατακτημένη Ολλανδία. Με το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου συνελήφθη, δικάστηκε στην Δίκη της Νυρεμβέργης, βρέθηκε ένοχος για την κατηγορία εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας και εκτελέστηκε στις 16 Οκτωβρίου 1946.

Πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ζάις-Ίνβαρτ γεννήθηκε στις 22 Ιουλίου 1892 στο Στάννερν (σημερινό Stonařov της Τσεχίας), κοντά στην πόλη Jihlava (τότε, γερμ. Iglau), γερμανόφωνο χωριό της Βοημίας, τότε τμήματος της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας.[1] Πατέρας του ήταν ο Εμίλ Ζάις-Ίνκβαρτ (Emíl Seyss-Inquart), διευθυντής στο τοπικό γερμανικό σχολείο, και μητέρα του η Αουγκούστα Χίρενμπαχ (Augusta Hirenbach). Το αρχικό όνομα της οικογένειας ήταν τσέχικο, «Zajtich».[2] Το 1907 η οικογένεια μετακόμισε στη Βιέννη,[3] όπου ο πατέρας του άλλαξε το τσέχικο όνομα της οικογένειας από «Zajtich» σε «Seyss-Inquart»[2] και το 1910 ο Άρτουρ εισήλθε στο Πανεπιστήμιο για να σπουδάσει Νομικά.[4] Τον Αύγουστο του 1914 ο Άρτουρ καλείται στο Στρατό. Τοποθετήθηκε στη μονάδα των τιρολέζων αυτοκρατορικών αλπινιστών (Kaiserjäger) και υπηρέτησε αρχικά στο ανατολικό μέτωπο και στη συνέχεια στη Ρουμανία και στην Ιταλία. Για τη γενναιότητά του τιμήθηκε με παράσημα. Το 1917 τραυματίστηκε σοβαρά και επέστρεψε στη Βιέννη, όπου ολοκλήρωσε τις σπουδές του και έλαβε το πτυχίο του. Πιθανότατα εκείνη την εποχή ανέπτυξε τα αντισημιτικά του ιδεώδη.[4]

Ο Ίνκβαρτ είχε γνωρίσει ήδη από το 1911 την Γκέρτρουντ Μάσκα (Gertrud Maschka), την οποία και νυμφεύθηκε το 1916. Απέκτησαν τρία παιδιά: την Ίνγκεμποργκ (Ingebord Caroline Auguste Seyss-Inquart 18 Σεπτεμβρίου 1917), τον Ρίχαρντ (Richard Seyss-Inquart, 1921) και την Δωροθέα (Dorothea Seyss-Inquart, 1928).

Επαγγελματική - πολιτική σταδιοδρομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για να ζήσει την οικογένειά του ο Ίνκβαρτ άρχισε να εργάζεται ως δικηγόρος και, το 1921, απέκτησε το δικό του δικηγορικό γραφείο. Οι πολιτικές του πεποιθήσεις τον τοποθετούσαν στην άκρα δεξιά: Έγινε φανατικός υπέρμαχος της ένωσης της Αυστρίας με την Γερμανία, έγινε μέλος της "Γερμανικής Ένωσης" και καλλιέργησε στενές σχέσεις με τον αυστριακό κλάδο του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος[1].

Προσάρτηση της Αυστρίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιέννη, 1938: Ίνκβαρτ, Χίτλερ, Χίμλερ, Χάιντριχ

Το 1925 ο Ίνκβαρτ αναλαμβάνει πολιτική δράση ως στέλεχος του Deutsch-Österreichische Volksbund και εντάσσεται στο Steirischen Heimatschutz (Ασφάλεια της Στυρίας). Από το 1931 αρχίζει να έχει σχέσεις με τον αυστριακό κλάδο του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, για να γίνει πλήρες μέλος του το 1938. Το 1933 ο Αυστριακός καγκελάριος Ένγκελμπερτ Ντόλφους καλεί τον επιτυχημένο ως δικηγόρο Ίνκβαρτ να συμμετάσχει στην Κυβέρνηση.[4] Εν τω μεταξύ στην Αυστρία οι πολιτικές εξελίξεις είναι ραγδαίες: Το 1934 δολοφονείται ο Καγκελάριος Ένγκελμπερτ Ντόλφους και ως τότε υπουργός του Κουρτ φον Σούσνιγκ αναλαμβάνει την Καγκελαρία. Ο νέος Καγκελάριος δεν ενδίδει στις πιέσεις να περιλάβει ναζιστές στην Κυβέρνηση - αντίθετα, θέτει το αυστριακό εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα εκτός νόμου και φυλακίζει αρκετά στελέχη του. Δημόσια αναφέρεται στην επανίδρυση από την Αυστρία του κράτους των Αψβούργων. Ο Σούσνιγκ καλείται στο Μπερχτεσγκάντεν (χειμερινή κατοικία του Χίτλερ) για σύσκεψη και μεταβαίνει εκεί στις 12 Φεβρουαρίου 1938. Στην πραγματικότητα αυτό που συμβαίνει εκεί είναι να ακούσει έναν από τους πλέον "δηλητηριώδεις" μονολόγους του Χίτλερ, ο οποίος, ουσιαστικά, του θέτει τελεσιγραφικά την άμεση προσάρτηση της Αυστρίας στη Ναζιστική Γερμανία, διαφορετικά θα προκληθεί στρατιωτική επέμβαση. Ο Σούσνιγκ υποχωρεί στις απαιτήσεις του Χίτλερ και, επιστρέφοντας, αναθέτει στον Ίνκβαρτ το Υπουργείο Εσωτερικών και Διοίκησης (16 Φεβρουαρίου), στο οποίο υπάγεται και η Αστυνομία. Ο Σούσνιγκ παραιτείται και στις 11 Μαρτίου ο Ίνκβαρτ αναλαμβάνει Καγκελάριος και επικεφαλής μιας Κυβέρνησης η οποία υποστηρίζει ανοικτά την προσάρτηση της Αυστρίας στη Γερμανία, κατά της οποίας ήδη έχουν κινητοποιηθεί τα χιτλερικά στρατεύματα. Στις 13 Μαρτίου 1938 ο Πρόεδρος της Αυστριακής Δημοκρατίας Βίλχελμ Μίκλας (Wilhelm Miklas) παραιτείται, αρνούμενος να προσυπογράψει τον νόμο-πλαίσιο που είχε, στην πραγματικότητα, καταρτιστεί από τον Χίτλερ, και προσαρτούσε την Αυστρία στη Ναζιστική Γερμανία. Ο Μίκλας παραιτήθηκε όταν έμαθε ότι γερμανικά στρατεύματα κινούνται κατά της Αυστρίας. Στο μεταξλύ ο Ίνκβαρτ είχε στείλει τηλεγράφημα με το οποίο ζητούσε τη γερμανική επέμβαση και, μετά την παραίτηση Μίκλας τη θέση του καταλαμβάνει ο Ίνκβαρτ, ο οποίος, όπως είναι φυσικό, υπακούει πρόθυμα και ικανοποιεί όλες τις ναζιστικές απαιτήσεις[5]. Η Άνσλους (προσάρτηση της Αυστρίας) είναι έτοιμη να πραγματοποιηθεί άμεσα και αναίμακτα Παράλληλα, ο Χίτλερ λαμβάνει τη διαβεβαίωση του Μπενίτο Μουσολίνι ότι η Ιταλία δεν προτίθεται να παρέμβει στις υποθέσεις Αυστρίας - Γερμανίας (αν και διεκδικούσε μια περιοχή στο Τιρόλο). Ύστερα από αυτό, ο Χίτλερ επισκέπτεται την Αυστρία, μαζί με τα στρατεύματα που έχει κινητοποιήσει, μπαίνοντας στη χώρα από τα νότια, επισκέπτεται το μικρό χωριό Μπράουναου αμ Ίν, όπου έχει γεννηθεί, και καταλήγει στο Λιντς. Την επόμενη ημέρα μεταβαίνει στη Βιέννη, όπου συναντά τον Ίνκβαρτ, ο οποίος έχει ήδη υπογράψει το διάταγμα προσάρτησης της χώρας του στη Γερμανία. Ακολουθεί σωρεία δολοφονιών, αυτοκτονιών, διώξεων και τρομοκρατίας όσων αντιτίθενται στην προσάρτηση. Ωστόσο, δεν χωρά αμφιβολία: Η προσάρτηση της Αυστρίας γίνεται ευμενώς δεκτή από την πλειοψηφία του αυστριακού λαού, καθώς για πρώτη φορά ύστερα από είκοσι χρόνια η χώρα αποκτά οικονομική ασφάλεια και γίνεται, για μια ακόμη φορά, τμήμα μιας μεγάλης δύναμης. Ο Ίνκβαρτ, υπό τη ναζιστική αιγίδα, οργανώνει δημοψήφισμα, στο οποίο σχεδόν το 100% των Αυστριακών υποστηρίζουν την προσάρτηση. Οι αντιδράσεις Βρετανίας και Γαλλίας είναι αναιμικές, καθώς είναι αναμφισβήτητο ότι οι Αυστριακοί εθνολογικά είναι Γερμανοί και πολλοί κάνουν τη σκέψη ότι έπρεπε να τους έχει επιτραπεί να προσχωρήσουν στη Γερμανία ήδη από παλαιότερα.[5] O Ίνκβαρτ λαμβάνει τον τίτλο του "Reichsstatthalterschaft" (Κυβερνήτη του Ράιχ) της Αυστρίας με τον βαθμό του "Obergruppenführer" της SS.[4] Στη θέση αυτή παρέμεινε μέχρι τις 30 Απριλίου 1939,[1] καθώς με την εφαρμογή του "Νόμου Ostmark" δεν υπάρχει πλέον αυστριακή κυβέρνηση. Ο Ίνκβαρτ γίνεται μέλος της κυβέρνησης του Χίτλερ ως υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου.[4]

Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολωνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την 1η Σεπτεμβρίου 1939 πραγματοποιείται η εισβολή της Γερμανίας στην Πολωνία. Η χώρα κατακτάται σε ελάχιστο χρονικό διάστημα και διαμελίζεται μεταξύ Ναζιστικής Γερμανίας και ΕΣΣΔ. Στις 12 Οκτωβρίου ο Χίτλερ ορίζει τον Χανς Φρανκ Κυβερνήτη του Γενικού Κυβερνείου της Πολωνίας και τον Ίνκβαρτ αναπληρωτή Κυβερνήτη. Το καθεστώς κατοχής προβαίνει στην εξόντωση της πολωνικής ελίτ (οικονομικής και, κυρίως, πνευματικής). Η συμβολή του Ίνκβαρτ στην εξόντωση αυτή με κάθε τρόπο, δολοφονίες, απαγωγές, λεηλασίες, είναι, όπως αποδεικνύουν οι χειρόγραφες διαταγές του, ιδιαίτερα σημαντική.[4] Στη θέση αυτή ο Ίνκβαρτ θα παραμείνει ως τις 29 Μαΐου 1940.

Ολλανδία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 29 Μαΐου ο Ίνκβαρτ αλλάζει και πάλι πόστο: Ο Χίτλερ τον ορίζει Επίτροπο του Ράιχ (Reichskommissar) στην κατεχόμενη Ολλανδία. Δεν αργεί να δείξει και εκεί τον αμείλικτο τρόπο "διακυβέρνησης": Εκκινεί από την εκμετάλλευση της ολλανδικής οικονομίας και του εργατικού δυναμικού της, για να περάσει στην δίωξη των Εβραίων και στη δημιουργία στρατοπέδων συγκέντρωσης και τον εκπατρισμό τους. Το 1941 ονομάζεται τακτικός SS-Obergruppenführer (λαμβάνοντας κυριολεκτικά και όχι τιμής ένεκεν τον βαθμό που του είχε απονεμηθεί το 1938) και προχωρά στην οργάνωση της υπηρεσίας αναγκαστικής εργασίας, προκειμένου να βοηθήσει με εργατικό δυναμικό την πολεμική βιομηχανία της Γερμανίας,[4] γεγονός που είχε ως συνέπεια τη μετάβαση περίπου 5 εκατομμυρίων Ολλανδών σε γερμανικά εργοστάσια.[6] Το σύστημα "διακυβέρνησης" που εγκαθίδρυσε στην Ολλανδία δεν διέφερε ιδιαίτερα από αυτό που είχε υιοθετήσει στην Πολωνία: Διώξεις, τυφεκισμοί ομήρων, εκβιασμοί και τρομοκρατία. Ο Ίνκβαρτ ήταν, επίσης, υπεύθυνος για τον εκπατρισμό περίπου 120.000 (σύμφωνα με άλλες πηγές 140.000) Εβραίων, τους οποίους απέστελλε αρχικά στο Μπούχενβαλντ και στο Μαουτχάουζεν,[2] αλλά στη συνέχεια τους απέστελλε κυρίως στο Άουσβιτς.[1]

Για την επίτευξη των στόχων του υποστήριξε το Κόμμα Nationaal-Socialistische Beweging (ολλανδικό εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα, NSB) και με τη βοήθειά του δημιούργησε ένα παραστρατιωτικό σώμα, το Landwacht με ρόλο συνεπίκουρου της Αστυνομίας. Τα υπόλοιπα πολιτικά κόμματα κηρύχτηκαν εκτός νόμου προς το τέλος του 1941. Δημιούργησε, επίσης, δύο μικρά στρατόπεδα συγκέντρωσης επί ολλανδικού εδάφους, το Vught στο Άμερσφουρτ (Amersfoort) και ένα «στρατόπεδο μεταγωγής Εβραίων» στο Βέστερμπορκ (Westerbork).[2] Όταν, το 1944, στην Ολλανδία πλησίαζαν τα συμμαχικά στρατεύματα, οι κρατούμενοι του Βέστερμπορκ μεταφέρθηκαν στο Τερεζίενστατ. Από τους 140.000 καταγεγραμμένους Εβραίους της Ολλανδίας το τέλος του Πολέμου και την απελευθέρωση είδαν μόνον 44.500.

Όταν, το 1943, έγινε γενική απεργία στο Άμστερνταμ, την Αμβέρσα και το Άρνεμ, ο Ίνκβαρτ συγκάλεσε έκτακτα στρατοδικεία, τα οποία επέβαλαν συλλογικό πρόστιμο ύψους 18 εκατομ. φλωρινίων. Μέχρι το τέλος του Πολέμου, ο Ίνκβαρτ επέβαλε την εκτέλεση περίπου 800 ατόμων (αν και ορισμένες αναφορές ανεβάζουν τον αριθμό αυτό σε 1.500 άτομα). Επέβαλε, επίσης, τον "νόμο των ομήρων", εκτελώντας ομήρους σε αντίποινα, όπως έγινε στο λεγόμενο συμβάν του Putten όπου αντιστασιακοί επιτέθηκαν σε SS και στον διευθυντή της Αστυνομίας Χαννς Άλμπιν Ρόιτερ (Hanns Albin Rauter), οπότε εκτελέστηκαν, σε αντίποινα, 106 Ολλανδοί κρατούμενοι.[2]

Στις 30 Απριλίου 1945 ο Χίτλερ αυτοκτόνησε. Ο Ίνκβαρτ ανήγγειλε τη δημιουργία νέας κυβέρνησης, υπό τον Ναύαρχο Καρλ Νταίνιτς, στην οποία ο ίδιος τοποθετήθηκε Υπουργός εξωτερικών, αντικαθιστώντας τον Γιοάχιμ φον Ρίμπεντροπ, ο οποίος από καιρό είχε απωλέσει την εμπιστοσύνη του αυτόχειρα. Ο Χίτλερ, ορίζοντας τον Νταίνιτς ως διάδοχό του, είχε ζητήσει να τοποθετηθεί στην κυβερνητική αυτή θέση ο Ίνκβαρτ.[4] Στη θέση αυτή παρέμεινε περίπου για 20 ημέρες.

Σύλληψη και θάνατος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την παράδοση της Ναζιστικής Γερμανίας κατέρρευσε και η κυβέρνησή της. Ο Ίνκβαρτ συνελήφθη από καναδικά στρατεύματα και παραπέμφθηκε για να δικαστεί, μαζί με άλλα κορυφαία στελέχη του ναζιστικού καθεστώτος στη Δίκη της Νυρεμβέργης. Ύστερα από την ακροαματική διαδικασία, ο Ίνκβαρτ κρίθηκε ένοχος για τις τρεις από τις τέσσερις κατηγορίες που είχαν απαγγελθεί (εκτός αυτής της συμμετοχής σε συνωμοσία)[7] και το Δικαστήριο τον καταδίκασε σε θάνατο με απαγχονισμό. Η ποινή εκτελέστηκε στις 16 Οκτωβρίου 1946 σε ειδικά στημένη αγχόνη.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα