Σκανδιναβική Χερσόνησος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Χάρτης της Σκανδιναβικής χερσονήσου.

Η Σκανδιναβική χερσόνησος είναι η περιοχή της βόρειας Ευρώπης που περιλαμβάνει τη Σουηδία, τη Νορβηγία και τμήμα της βόρειας Φινλανδίας. Η ονομασία Σκανδιναβία προέρχεται από την περιοχή της Σκάνια, η οποία βρίσκεται στο νοτιότερο άκρο της χερσονήσου, δηλαδή στη νότια Σουηδία. Η χερσόνησος της Σκανδιναβίας είναι η μεγαλύτερη χερσόνησος της Ευρώπης.

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Σκανδιναβική χερσόνησος είναι η μεγαλύτερη χερσόνησος στην Ευρώπη. Έχει μήκος περίπου 1.850 χλμ. ενώ το πλάτος της κυμαίνεται από 370 ως 805 χλμ.

Βασικό χαρακτηριστικό της χερσονήσου και παράγοντας σχηματισμού της είναι οι Σκανδιναβικές Άλπεις, η οροσειρά των οποίων εκτείνεται σε όλο το μήκος της. Η οροσειρά αποτελεί το φυσικό αλλά και το πολιτικό όριο ανάμεσα στα κράτη της Σουηδίας και της Νορβηγίας. Περιμετρικά της χερσονήσου και από δυτικά προς ανατολικά και βόρεια, η ξηρά βρέχεται από:

Το ψηλότερο σημείο της χερσονήσου είναι η κορυφή Γκλιτερτίντεν στη Νορβηγία με ύψος 2.470 μ. από την επιφάνεια της θάλασσας, αλλά καθώς ο παγετώνας της κορυφής σταδιακά λιώνει, η κορυφή Γκαλντχόπιγκεν, επίσης στη Νορβηγία, θεωρείται επίσης το ψηλότερο σημείο με υψόμετρο 2.469 μ. Αυτά τα βουνά της οροσειράς φιλοξενούν και τον μεγαλύτερο παγετώνα στην Ευρώπη, γνωστό με το όνομα Γιοστεντάλσμπρεεν.

Περίπου το 1/4 της έκτασης της χερσονήσου βρίσκεται βορειότερα από τον Αρκτικό κύκλο, με βορείοτερο σημείο ξηράς το ακρωτήριο Νόρντκιν. Το κλίμα της Σκανδιναβίας ποικίλει από τύπο τούντρας και υποπολικό στο βορρά, ψυχρό ωκεάνιο στις βορειοδυτικές ακτές, ως και υγρό ηπειρωτικό στο κεντρικό τμήμα και ωκεάνιο στις δυτικές, νότιες και νοτιοδυτικές ακτές.

Η χερσόνησος είναι πλούσια σε δάση, σιδηρομεταλλεύματα και χαλκό, ενώ καλλιεργήσιμες εκτάσεις εντοπίζονται κύρια στη νότια Σουηδία. Αντίστοιχα, οι θαλάσσιες περιοχές ανοιχτά της Νορβηγίας στη Βόρεια Θάλασσα είναι πλούσιες σε υποθαλάσσια κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Η πλειοψηφία του πληθυσμού συγκεντρώνεται στο νότιο τμήμα της χερσονήσου. Η Στοκχόλμη και το Γκέτεμποργκ, στη Σουηδία, καθώς και το Όσλο στη Νορβηγία, είναι οι μεγαλύτερες πόλεις.

Γεωλογικά χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Σκανδιναβική χερσόνησος καταλαμβάνει τμήμα της λεγόμενης Βαλτικής ασπίδας, μίας στέρεης και μεγάλης επιφάνειας φλοιού, η οποία αποτελείται από αρκετά παλαιά κρυσταλλικά και μεταμορφωμένα πετρώματα. Το μεγαλύτερος μέρος του εδάφους που καλύπτει αυτή την επιφάνεια διαβρώθηκε από παγετώνες κατά την ηπειρωτική παγετωνική επέκταση, ειδικότερα στο βόρειο τμήμα όπου και η γεωλογική ασπίδα βρίσκεται πιο κοντά στην εδαφική επιφάνεια. Ως συνέπεια αυτού του φαινομένου, του υψομέτρου αλλά και του κλίματος, μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό των εδαφών είναι καλλιεργήσιμα (3% στη Νορβηγία). Οι παγετώνες διαμόρφωσαν βαθιές κοιλάδες, οι οποίες και καταλήφθηκαν από τη θάλασσα στο τέλος της παγετωνικής περιόδου, δημιουργόντας τα περίφημα φιόρδ. Στο νότο, οι παγετώνες απόθεσαν μεγάλες ποσότητες ιζημάτων, σχηματίζοντας έτσι ένα χαώδες γεωλογικό τοπίο.

Αν και η Βαλτική ασπίδα είναι ιδιαίτερα στέρεη και παρουσιάζει ιδιαίτερη αντίσταση σε γεωλογικές επιδράσεις γειτονικών τεκτονικών σχηματισμών, το βάρος των σχεδόν τεσσάρων χιλιομέτρων παγετωνικών καλυμμάτων, έχει προκαλέσει τη βύθιση της επιφάνειας. Όταν οι πάγοι υποχώρησαν, η ασπίδα ανυψώθηκε ξανά, ενώ μέχρι σήμερα παρουσιάζει τάσεις ανύψωσης με ρυθμό περίπου ενός μέτρου ανά αιώνα. Αυτό έχει ως συνέπεια το νότιο τμήμα να βυθίζεται ως αντίβαρο, προκαλώντας σταδιακά πλυμμιρίδες σε βαθύπεδα και στις ακτές της Δανίας.

Το κρυσταλλικό υπόβαθρο και η απουσία εδάφους αποκαλύπτει ορυκτά κοιτάσματα μετάλλων, όπως ο σίδηρος, ο χαλκός, το νικέλιο, ο ψευδάργυρος, ο άργυρος και ο χρυσός.

Πληθυσμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη καταγεγραμμένη ανθρώπινη παρουσία στη νοτιότερη περιοχή της χερσονήσου και της Δανίας χρονολογείται πριν από περίπου 12.000 χρόνια. Καθώς τα καλύμματα πάγου υποχωρούσαν, το κλίμα επέτρεψε σταδιακά τη δημουργία οικοσυστημάτων τούντρας τα οποία προσέλκυσαν νομάδες κυνηγούς. Με τη σταδιακή θέρμανση και αλλαγή του κλίματος, ευννοήθηκε η ανάπτυξη αρχικά φυλλοβόλων και στη συνέχεια αειθαλών δέντρων, τα οποία προσέλκυσαν διάφορα είδη πανίδας. Έτσι, ομάδες κυνηγών, ψαράδων και τροφοσυλλεκτών άρχισαν να εποικούν τη χερσόνησο από τη Μεσολιθική εποχή (8200 π.Χ.), με τη σταδιακή αρχή της τακτικής γεωργίας κατά τη Νεολιθική περίοδο (3200 π.Χ.).

Το βόρειο και κεντρικό τμήμα της χερσονήσου κατοικείται από τις φυλές των Σάμι, γνωστοί ως Λάπωνες, ενώ η περιοχή αναφέρεται ανεπίσημα ως Λαπωνία. Τις νωρίτερες καταγεγραμμένες περιόδους, οι φυλές αυτές καταλάμβαναν τις αρκτικές και υποαρκτικές περιοχές, καθώς και το κεντρικό τμήμα της χερσονήσου ως και την περιοχή Νταλάρνα στη Σουηδία. Γλωσσικά απέχουν από τις Ινδοευρωπαϊκές γλώσσες ενώ συγγενεύουν περισσότερο με την οικογένεια των Φινοουγγρικών γλωσσών, όπως τα Φιλανδικά και τα Εσθονικά. Οι υπόλοιποι κάτοικοι της χερσονήσου, σύμφωνα με καταγραφές του 9ου αιώνα, ήταν οι Νορβηγοί στις δυτικές ακτές, οι Δανοί στη σημερινή νότια και δυτική Σουηδία, καθώς και στη νοτιοανατολική Νορβηγία, φυλές των Σβερ στην περιοχή Μελαρέν και τις ανατολικές ακτές της Σουηδίας, και οι Γκέτοι στις περιοχές Βέστεργκοτλαντ και Όστεργκοτλαντ. Όλοι αυτοί γλωσσικά συγγένευαν με διαλέκτους των Ινδοευρωπαϊκών γλωσσών, και συγκεκριμένα με τα αρχαία Νορβηγικά. Αν και τα σύνορα των κρατών έχουν μεταφερθεί, αυτές οι φυλές αποτελούν και τους κυριάρχους πληθυσμούς ακόμα και σήμερα.