Ρένο (Ιταλία)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τοπογραφία του ποταμού Ρένο (Ιταλία)

Ο Ρένο (Ιταλικά Reno, στην Διάλεκτο της Μπολόνια Raggn) είναι το δέκατο, σε μήκος και ως προς την έκταση της λεκάνης απορροής του, ποτάμι της Ιταλίας και βρίσκεται στην Εμίλια Ρομάνια. Είναι το πιο σημαντικό ποτάμι της περιφέρειας μετά τον Πάδο.

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το συνολικό του μήκος, από την πηγή του μέχρι τις εκβολές, είναι 211,8 χιλιόμετρα και η συνολική έκταση της λεκάνης απορροής, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της αρχής για την λεκάνη του Ρένο, είναι 5040 km2. Ο ρους του διασχίζει τις επαρχίες της Πιστόιας στην Τοσκάνη, της Μπολόνιας, της Φερράρας και της Ραβέννας στην Εμίλια Ρομάνια. Σε όλη του την διαδρομή περνάει από τους δήμους της Πιστόια, του Γκραναλιόνε, της Πορέττα Τέρμε, του Βεργκάτο, του Μαρτζαμπόττο, του Σάσο Μαρκόνι, του Καζαλέκιο ντι Ρένο, της Μπολόνια, του Καστέλ Ματζιόρε, της Καλντεράρα, της Σάλα Μπολονιέζε, του Αρτζελάτο, του Καστέλλο ντ Άρτζιλε, του Σαν Τζιοβάννι ιν Περσιτσέτο, του Τσέντο, της Πιέβε ντι Τσέντο, της Γκαλλιέρα, του Σαν Αγκοστίνο, του Πότζιο Ρενάτικο, του Μαλαλμπέργκο, της Μπαριτσέλλα, της Μολινέλλα, της Αρτζέντα, του Αλφονσίνε και του Κομάκκιο. Η λεκάνη του καλύπτει μέρος των επαρχιών της Πιστόιας, του Πράτο και της Φλωρεντίας στην Τοσκάνη, της Μπολόνιας, της Μόντενας, της Φερράρας και της Ραβέννας στην Εμίλια Ρομάνια. Οι πηγές του βρίσκονται σε υψόμετρο 1020 μέτρα στην περιοχή μεταξύ Πότζι Πιατζέττε και Καστέλλο (Poggi Piaggette και Castello), στον δήμο του Πιτέλιο (Piteglio) στην επαρχία της Πιστόια, από ‘που πηγάζει ο Ρένο ντι Προυνέττα (Reno di Prunetta), που θεωρείται ο κλάδος γέννησης του Ρένο. Σε υψόμετρο 745 μέτρα στην περιοχή Λε Πιάστρε (Le Piastre), στον δήμο της Πιστόια, ο Ρένο ντι Προυνέττα, μετά από μία διαδρομή 4ων περίπου χιλιομέτρων, ενώνεται με τον Ρένο ντι Κάμπολούνγκο (Reno di Campolungo) και σχηματίζουν τον καθεαυτό ποταμό που από αυτό το σημείο παίρνει το όνομα Ρένο. Το πρώτο μέρος της διαδρομής του έχει κατεύθυνση από νότο προς βορά ενώ το δεύτερο, μετά από μία σχεδόν ορθογώνια στροφή, κατευθύνεται από δυτικά προς ανατολικά μέχρι τις εκβολές του. Γεωλογικά, η κοίτη του ποταμού, χωρίζεται σε δύο τμήματα. Το αρχικό, από τις πηγές μέχρι το Καζαλέκιο ντι Ρένο, αποτελεί το ορεινό κομμάτι που ονομάζεται και άνω διαδρομή. Από το Καζαλέκιο ντι Ρένο μέχρι τις εκβολές είναι το πεδινό κομμάτι που ονομάζεται και κάτω διαδρομή.

Ο ποταμός Ρένο κοντά στο Σάσο Μαρκόνι
Ο Ρένο και οι παραπόταμοι του

Τα πρώτα 10 χιλιόμετρα, από τις πηγές του μέχρι την Πράκια (Pracchia), οικισμός του δήμου της Πιστόια, η κοίτη έχει κλίση 3,7% με απαλές κλίσεις και εδάφη γεωλογικά σταθερά. Από την Πράκια μέχρι τον Πόντε ντέλλα Βεντουρίνα (Ponte della Venturina), οικισμός του δήμου του Γκραναλιόνε, η κλίση του είναι περίπου στο μισό, σε σχέση με το προηγούμενο τμήμα, ενώ έχει πιο απότομα κατεβάσματα και το έδαφος είναι ασταθές και υπόκειται σε κατολισθήσεις. Αυτό το τμήμα, μήκους 15 περίπου χιλιομέτρων, οριοθετεί τα σύνορα μεταξύ Τοσκάνης και Εμίλια Ρομάνια. Στην ορεινή του διαδρομή, ο Ρένο, δέχεται περίπου 600 ρέματα, πολλά από τα οποία έχουν νερό εποχικά ενώ μερικά όλο τον χρόνο, με το μεγαλύτερο, με μήκος 4 χιλιόμετρα, να είναι το Φόρρα ντι Φαλντο (Forra di Faldo). Στα πρώτα 10 χιλιόμετρα της διαδρομής του, ο ποταμός έχει μέτρια ποσότητα νερού γιατί τα τελευταία χρόνια οι πηγές παροχής του εκμεταλλεύονται εντατικά για την ύδρευση των ορεινών δήμων, ακόμα και της πόλης της Πιστόια. Στο επόμενο κομμάτι, ο Ρένο, δέχεται μια σειρά από χείμαρρους, μερικοί από τους οποίους έχουν νερό όλο τον χρόνο, που του παρέχουν μεγάλες ποσότητες νερού. Οι πιο σημαντικοί από αυτούς είναι ο Μαρέσκα (Maresca) και ο Ορσίνια (Orsigna), και οι δύο βρίσκονται στα αριστερά. Πριν από την Πορέττα Τέρμε, από δεξιά, δέχεται τον χείμαρρο Λιμέντρα ντι Σαμπούκα (Limentra di Sambuca) ενώ από αριστερά, μέσα στην Πορέττα δέχεται τον Ρίο Ματζιόρε (Rio Maggiore). Μεταξύ Πορέττας και Βεργκάτο δέχεται τα νερά του ποταμού Σίλλα (Silla), που πηγάζει στην κορυφή Κόρνο άλλε Σκάλε (Corno alle Scale) και είναι ο μεγαλύτερος του παραπόταμος από αριστερά, ενώ λίγο μετά θα δεχτεί από δεξιά τον χείμαρρο Λιμέντρα ντι Ριόλα (Limentra di Riola). Σε αυτό το τμήμα του ο ποταμός έχει κλίση 0,8% ενώ μετά το Βεργκάτο και μέχρι το Σάσο Μαρκόνι θα μειωθεί στο μισό. Στο Βεργκάτο θα δεχτεί από αριστερά, πρώτα, τον χείμαρρο Βεργκατέλλο (Vergatello) και στην συνέχεια τον Βένολα (Venola). Μετά το Βεργκάτο και πριν το Σάσο Μαρκόνι, πάντα από αριστερά, δέχεται τον Κροάρο (Croaro) ενώ μέσα στον οικισμό θα δεχτεί, από δεξιά αυτή την φορά, τον μεγαλύτερο παραπόταμο του ορεινού τμήματος, τον Σέττα (Setta). Επισήμως η ορεινή διαδρομή του Ρένο τελειώνει στον υδροφράκτη του Καζαλέκιο ντι Ρένο, από κει κι ύστερα ξεκινάει το πεδινό του κομμάτι. Σε αυτό το σημείο, που βρίσκεται στα 60 μέτρα υψόμετρο, η ροή του ποταμού μειώνεται αισθητά εξαιτίας του μεγάλου αριθμού τεχνιτών διωρύγων που όμως σε σχετικά μικρή απόσταση επιστρέφουν το νερό που είχαν αφαιρέσει. Η μόνη εξαίρεση είναι η διώρυγα του Ρένο που διασχίζει το κέντρο της Μπολόνια και επανενώνεται με τον Ρένο, ύστερα από πολλά χιλιόμετρα, μετά το Μαλαλμπέργκο. Σε αυτό το δεύτερο μέρος της διαδρομής του, ο Ρένο, δέχεται σημαντικές ποσότητες νερού από τους παραποτάμους του. Οι πιο σημαντικοί είναι από αριστερά ο Σαμότζια (Samoggia) και από δεξιά ο ποταμός Ίντιτσε (Idice), ο χείμαρρος Σιλλάρο (Sillaro), ο ποταμός Σαντέρνο (Santerno), ο μεγαλύτερος παραπόταμος του Ρένο, και ο ποταμός Σένιο (Senio). Το τμήμα από την ένωση με τον Σιλλάρο μέχρι τις εκβολές αποτελεί το ιστορικό και γεωγραφικό σύνορο μεταξύ της Εμίλια και της Ρομάνια. Σε όλη την πεδινή διαδρομή του δέχεται και έναν πολύ μεγάλο αριθμό από αποστραγγιστικά κανάλια τα οποία, στο τελευταίο τμήμα του, τον συνδέουν και με τις κοιλάδες του Κομάκκιο. Τα τελευταία δύο χιλιόμετρα έχουν και πάλι κατεύθυνση από νότο προς βορά μέχρι τις εκβολές και χωρίζονται από την θάλασσα από μία λωρίδα άμμου. Στις εκβολές του ο Ρένο έχει πλάτος 120 μέτρα περίπου.

Ο ποταμός Ρένο στο Καζαλέκιο ντι Ρένο

Η παρατήρηση και μελέτη της ροής του ποταμού γίνεται κυρίως σε δύο σημεία, στον υδροφράκτη του Καζαλέκιο ντι Ρένο και στις εκβολές. Στο πρώτο σημείο, όπου υπάρχει ένας ταμιευτήρας 1061 km2, η μέση ετήσια ροή του είναι 26,5 m³ / s, με συνήθης μέγιστες περίπου 1000 m³ / s ενώ η ελάχιστη ροή είναι 0,6 m³ / s. Ο Μάρτιος είναι ο μήνας με την πιο άφθονη μέση ροή, 52 m³ / s, ενώ ο Αύγουστος εκείνος με την μικρότερη, 2,4 m³ / s. Στις εκβολές του τα αντίστοιχα δεδομένα είναι, 95 m³ / s η μέση ετήσια ροή, η μέγιστες είναι αμετάβλητες λόγω των τεχνητών έργων για τον έλεγχο τους, η μέση ελάχιστη 4 m³ / s, η ροή τον Μάρτιο είναι περίπου 200 m³ / s και τον Αύγουστο 8 m³ / s.

Στην πορεία των αιώνων η διαδρομή του Ρένο, κυρίως το πεδινό κομμάτι, άλλαξε πορεία είτε φυσικά είτε με την ανθρώπινη παρέμβαση. Αρχικά υπήρξε παραπόταμος του Πάδου, είτε από μόνος του είτε ενωμένος με τον ποταμό Πανάρο (Panaro). Για κάποιο διάστημα δεν έφτανε μέχρι την θάλασσα αλλά δημιουργούσε έλη στη επαρχία της Φερράρας. Η σημερινή του διαδρομή είναι αποτέλεσμα ανθρώπινης επέμβασης του 18ου αιώνα που τον παρέκκλισαν σε ένα παλιό κλάδο του Πάδου γνωστό με το όνομα Πο ντι Πριμάρο (Po di Primaro).

Στις εκβολές του υπάρχουν δύο φυσικά καταφύγια. Στα αριστερά το φυσικό καταφύγιο των εκβολών του ποταμού Ρένο και στα δεξιά το φυσικό καταφύγιο στα δεξιά των εκβολών του ποταμού Ρένο

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ρένο πλημυρισμένος κοντά στη Μολινέλλα

Ο Ρένο έχει παίξει σημαντικό ρόλο στην ιστορία της περιοχής. Τα αρχαιολογικά ευρήματα του νεολιθικού, της εποχής του χαλκού και του σιδήρου σε διάφορες περιοχές γύρω από το ποτάμι αποδεικνύουν την σημασία που είχε για τους πληθυσμούς της. Η κοιλάδα του ορεινού τμήματος της διαδρομής του υπήρξε η σημαντικότερη οδός επικοινωνίας μεταξύ της Τοσκάνης και της Εμίλια Ρομάνια για αιώνες. Αρχικά οι οικισμοί βρίσκονταν στους λόφους ενώ αργότερα δημιουργήθηκε το μεγαλύτερο κέντρο, στους πρόποδες τους, που οι Ετρούσκοι ονόμαζαν Φέλσινα (Felsina) και οι Ρωμαίοι Μπονόνια (Bononia), σήμερα Μπολόνια. Στις όχθες του έζησαν οι Ετρούσκοι από τον 6ο μέχρι τον 4ο π.Χ. αιώνα, τους ακολούθησαν οι Κέλτες και πιο συγκεκριμένα οι Βόιοι, από τον 4ο μέχρι τον 2ο π.Χ. αιώνα, που δώσανε το όνομα στο ποτάμι. Το ονομάσανε Ρείνος (Reinos ή Rheinos), που στην γλώσσα τους σημαίνει υδάτινο ρεύμα, όπως το μεγαλύτερο ποτάμι που γνωρίζανε στην Γερμανία απ’όπου προέρχονταν. Θα ακολουθήσουν οι Ρωμαίοι που θα κάνουν τα πρώτα αξιόλογα έργα αποξήρανσης της πεδιάδας και θα ξεκινήσουν την γεωργική εκμετάλλευση. Εκείνη την εποχή λίγο πιο βόρεια από την Μπολόνια ο Ρένο σχημάτιζε ένα νησάκι στο οποίο το 43 π.Χ. η Β' Τριανδρία, που αποτελούταν από τον Οκταβιανό Αύγουστο, τον Μάρκο Αντώνιο και του Μάρκο Αιμίλιο Λέπιδο, θα συναντηθεί μετά τον θάνατο του Καίσαρα για να αποφασίσει τι θα κάνει. Κατά τον μεσαίωνα αποτελούσε ακόμα παραπόταμο του Πάδου αλλά κατά την διάρκεια των συχνών πλημμυρών πολλές φορές δεν έφτανε μέχρι αυτόν. Τους επόμενους αιώνες η διαδρομή του θα αλλάξει πολλές φορές είτε φυσικά, μετά από κάποια πλημμύρα και την δημιουργία καινούριας κοίτης, είτε λόγω ανθρώπινων παρεμβάσεων με σκοπό την προστασία από τις πλημμύρες. Κατά την διάρκεια του 18ου αιώνα θα γίνουν τα περισσότερα έργα για να μειώσουν τις στροφές του ποταμού και να κάνουν την διαδρομή του πιο ευθεία. Την ίδια περίοδο ο Πάπας Βενέδικτος ΙΔ', που καταγόταν από την Μπολόνια, αποφάσισε την κατασκευή μιας διώρυγας, στο τελευταίο τμήμα του ποταμού γνωστή ως Κάβο Μπενεντεττίνο (Cavo Benedettino), μήκους 30 περίπου χιλιομέτρων που τον συνέδεε με έναν παλιό κλάδο του Πάδου, τον Πο ντι Πριμάρο. Με αυτό το έργο ο Ρένο θα πάψει οριστικά να είναι παραπόταμος του Πάδου ενώ θα σταματήσουν και οι πλημμύρες της πεδιάδας της Φερράρα. Η διαδρομή που ακολουθεί μέχρι σήμερα είναι αυτή που δημιουργήθηκε με τα έργα του 18ου αιώνα, με μικρές και τοπικές αλλαγές, ενώ υποστηρίζεται από 124 χιλιόμετρα αναχωμάτων στις όχθες του, από τα πιο επιβλητικά και ψηλά της βόρειας Ιταλίας, που είναι ορατά από απόσταση χιλιομέτρων.

Ανθρώπινη εκμετάλλευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η διαδρομή του Ρένο διασχίζει μια περιοχή με έντονη ανθρώπινη παρουσία και δραστηριότητα. Γύρω από αυτόν κατοικούν 2000000 περίπου άνθρωποι ενώ υπάρχει έντονη βιομηχανική παρουσία, όπως οι βιομηχανικές ζώνες της Μπολόνια, και εντατική γεωργία, όπως η καλλιέργεια φρούτων στην Ρομάνια. Αυτό, όπως είναι αναμενόμενο, έχει σαν αποτέλεσμα την εντατική εκμετάλλευση των νερών του. Παρέχει το πόσιμο νερό στο υδραγωγείο της Μπολόνια αλλά και όλων των δήμων που διασχίζει, ακόμα και στο υδραγωγείο της Ραβέννα. Τα δίκτυα ύδρευσης ανεφοδιάζονται είτε απευθείας από το ποτάμι είτε μέσω των πηγών των παραποτάμων του. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο παραπόταμος του Σέττα για τους τρεις καλοκαιρινούς μήνες δεν τον ανεφοδιάζει με νερό γιατί το υδραγωγείο της Μπολόνια καταναλώνει όλη την παροχή του. Στο πεδινό τμήμα του έχει δημιουργηθεί ένα εκτενές δίκτυο καναλιών και διωρύγων για την άρδευση των γεωργικών εκτάσεων. Η βιομηχανική του εκμετάλλευση περιλαμβάνει την ύδρευση των βιομηχανιών αλλά και την άμεση χρήση όπως στην περίπτωση των διαφόρων υδροηλεκτρικών φραγμάτων που υπάρχουν, με μεγαλύτερο εκείνο που κατασκευάστηκε την δεκαετία του 1970 στην περιοχή Μπάρτζι (Bargi).

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]