Μπάλτσικ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Το Μπάλτσικ (βουλγαρικά: Балчик, Balchik) είναι παραλιακή πόλη της Βουλγαρίας στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας. Είναι από τις πιο γραφικές πόλεις και ένα από τα πιο πολυσύχναστα και δημοφιλή παραθεριστικά κέντρα της Βουλγαρίας. Έχει πληθυσμό 12.196 κατοίκους (2009) και απέχει 47 χλμ. βορειοανατολικά της Βάρνας και 501 χλμ. βορειοανατολικά της Σόφιας.

Η αρχαία Διονυσόπολις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σημερινή πόλη του Μπάλτσικ είναι χτισμένη στη θέση που βρισκόταν η αρχαία ελληνική πόλη Κρουνοί, που την είχαν ιδρύσει Ίωνες άποικοι τον 5ο π.Χ. αιώνα στη δυτική παραλία του Ευξείνου Πόντου, ανάμεσα στη Βιζώνη και την Οδησσό. Η ονομασία Κρουνοί προερχόταν από τα πλούσια νερά και τις ιαματικές πηγές που υπήρχαν στην περιοχή.

Αργότερα, όπως μνημονεύει ο Βυζαντινός γραμματικός Στέφανος Βυζάντιος, η πόλη μετονομάστηκε σε Διονυσόπολη, προς τιμήν του θεού Διονύσου, όταν κάποια θυελλώδη νύχτα έβγαλε η θάλασσα στις ακτές της ένα άγαλμα του Διονύσου.

Η Διονυσόπολη ήταν μια πλούσια και ισχυρή πόλη, η οποία αποτελούσε κατά τον 3ο π.Χ. αιώνα μέλος της Θρακικής Πεντάπολης και αργότερα μέλος της Εξάπολης του Ευξείνου Πόντου. Μεταξύ των ετών 200 π.Χ και 72 π.Χ., η πόλη εμφανίζεται ανεξάρτητη και κόβει δικά της νομίσματα με την επιγραφή «Διονυσοπολιτών», όπως επιβεβαιώνεται από νομισματικά και άλλα ευρήματα.

Κατά τα ρωμαϊκά χρόνια, η Διονυσόπολη ανήκε στην επαρχία της Κάτω Μοισίας και μετά το Διοκλητιανό περιήλθε στην επαρχία της Σκυθίας.

Το βουλγαρικό Μπάλτσικ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πόλη με τη σημερινή ονομασία «Μπάλτσικ» ήταν γνωστή από το 16ο αιώνα, όταν η περιοχή βρισκόταν υπό οθωμανική κυριαρχία. Μετά τον Κριμαϊκό Πόλεμο (1853 – 1856), η πόλη αποτελούσε σημαντικό γεωργικό κέντρο της περιοχής και το λιμάνι της σταθμό εμπορίας και εξαγωγής σιτηρών.

Το 1913, μετά το Δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο και την επακόλουθη Συνθήκη του Βουκουρεστίου, το Μπάλτσικ περιήλθε και αποτέλεσε τμήμα της Ρουμανίας. Σύντομα, αναπτύχθηκε ως δημοφιλής τουριστικός προορισμός, ενώ η βασίλισσα Μαρία της Ρουμανίας οικοδόμησε εδώ το θερινό της ανάκτορο. Με τη Συνθήκη της Κραγιόβα, η πόλη του Μπάλτσικ επανακτήθηκε από τη Βουλγαρία.

Το παλάτι του Μπάλτσικ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το παλάτι του Μπάλτσικ

Κατά τη διάρκεια της υπαγωγής και διοίκησης του Μπάλτσικ από τη Ρουμανία, η πόλη ήταν προσφιλές θέρετρο της βασίλισσας Μαρίας της Ρουμανίας (1875 – 1938), συζύγου του βασιλιά Φερδινάνδου Α' της Ρουμανίας, η οποία έχτισε εδώ τη θερινή κατοικία της, γνωστής ως «Ήσυχη Φωλιά» (Tenha Yuva).

To μικρό αυτό βασιλικό παλάτι άρχισε να χτίζεται το έτος 1924 σε σχέδια των Ιταλών αρχιτεκτόνων Augustino και Americo, με μορφολογικά στοιχεία ανατολίτικης και βαλκανικής αρχιτεκτονικής. Στο ανάκτορο αυτό συνυπάρχει ένας μουσουλμανικός μιναρές με ένα χριστιανικό παρεκκλήσιο, που αντανακλούν τις θρησκευτικές περί μπαχαϊσμού πεποιθήσεις της βασίλισσας.

Ο πέτρινος θρόνος της βασίλισσας Μαρίας, που υπάρχει στους κήπους του παλατιού και αγναντεύει την ανοικτή θάλασσα, είναι σήμερα προσφιλές σημείο φωτογράφησης των επισκεπτών του ανακτόρου. Το δαιδαλώδες πάρκο του παλατιού απομιμείται το μυθικό λαβύρινθο της Κρήτης.

Περίφημος είναι και ο Βοτανικός Κήπος του Μπάλτσικ, με 3.000 περίπου είδη φυτών, μια σπάνια συλλογή κάκτων και αιωνόβια άνω των 300 ετών δένδρα.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα

• "BULGARIA: Tour Guide", pp. 475 – 476, TANGRA TanNakRa Publisher, Sofia, 2006.

• Εγκυκλοπαίδεια "Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάνικα", λήμμα "Διονυσόπολις", τόμ. 21, σελ. 145 - 146, Εκδόσεις Πάπυρος, Αθήνα, 1996.

Συντεταγμένες: 43°25′N 28°10′E / 43.417°N 28.167°E / 43.417; 28.167