Μεταμοντερνισμός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Μεταμοντερνισμός κυριολεκτικά σημαίνει «το κίνημα που ακολούθησε του μοντερνισμού». Παρά το ότι ως «μοντέρνο» αυτό καθ' αυτό ορίζεται το «σύγχρονο», το κίνημα του μοντερνισμού καθώς και η μετέπειτα αντίδραση του μεταμοντερνισμού καθορίζονται μέσα από ένα συγκεκριμένο πλέγμα αντιλήψεων. Στην Κριτική Θεωρία χρησιμοποιείται ως σημείο αναφοράς για λογοτεχνικά, θεατρικά, αρχιτεκτονικά και σχεδιαστικά έργα, καθώς επίσης στο πλαίσιο του μάρκετινγκ και των επιχειρήσεων ως ερμηνευτική της Ιστορίας, του δικαίου και της Κουλτούρας του τελευταίου μέρους του 20ου αιώνα.

Ο μεταμοντερνισμός αποτελεί αισθητική, λογοτεχνική, πολιτική και κοινωνική φιλοσοφία, ως προσεγγιστική απόπειρα να περιγραφεί μία κατάσταση, status quo ή απλώς οι αλλαγές που υφίστανται οι θεσμοί και τα συστήματα (Giddens, 1990) κατά την μετανεωτερικότητα. Δηλαδή, ο μεταμοντερνισμός είναι το πολιτισμικό και πνευματικό φαινόμενο, το οποίο χρονολογείται κυρίως από τα νέα κινήματα στην τέχνη της δεκαετίας του 1920, ενώ η μετανεωτερικότητα επικεντρώνεται στα κοινωνικά και πολιτικά τεκταινόμενα του δυτικού κόσμου, καθώς και τις καινοτομίες σε διεθνές επίπεδο από το 1960 και μετά.

Ο όρος «μεταμοντέρνος» ορίζεται από το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Γ. Μπαμπινιώτη) ως «αυτός που σχετίζεται με το σύγχρονο ρεύμα της τέχνης (αρχικώς της αρχιτεκτονικής) που αντιδρά στις φόρμες του μοντερνισμού και χρησιμοποιεί ποικιλία παραδοσιακών στοιχείων σε πρωτότυπες συνθέσεις», καθώς επίσης αυτός που «ακολουθεί αδιάκοπα τις εκάστοτε τάσεις χωρίς αρχές και σταθερά σημεία αναφοράς» και επίσης «(κατ' επέκταση στις κοινωνικές επιστήμες) ο ακραίος σχετικισμός στις αξίες και στην επιστημονική μέθοδο και η απόρριψη της αντικειμενικότητας».

Αντίδραση στον Μοντερνισμό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχικά, ο μεταμοντερνισμός αποτέλεσε αντίδραση ενάντια στον μοντερνισμό. Με κύρια επιρροή την απογοήτευση που επακολούθησε του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, ο μεταμοντερνισμός τείνει να αναφέρεται σε μία πολιτισμική, πνευματική ή δημιουργική κατάσταση η οποία χαρακτηρίζεται από έλλειψη ιεραρχίας και οργανωμένης δομής, η έκφανση της οποίας συνίσταται σε εξαιρετική περιπλοκότητα, αντίφαση, ασάφεια, ποικιλομορφία, διασυνδετικότητα ή διαναφορικότητα [1], συχνά με τέτοιον τρόπο, ώστε να μην είναι δυνατός ο διαχωρισμός μεταξύ της ίδιας και της παρωδίας της. Σε ορισμένες περιπτώσεις, έχει αποτελέσει αιτία για μηνύσεις προς εξαπάτηση.[2]

Η μετανεωτερικότητα, ως παράγωγο του μεταμοντερνισμού, αναφέρεται στις μη καλλιτεχνικές ιστορικές εξελίξεις οι οποίες επηρεάστηκαν από το μεταμοντέρνο κίνημα, σε τομείς όπως ο κοινωνικός, ο οικονομικός και ο κουλτουραλικός από το 1960 και μετά.[3] Από την στιγμή που η ιδέα της αντίστασης ή αντίδρασης προς τον μοντερνισμό εξαπλώθηκε, μετατράπηκε σε συνώνυμο της μετανεωτερικότητας. Ο όρος αυτός συνδέεται στενά με τον μεταστρουκτουραλισμό (βλ. Ζακ Ντεριντά) και τον μοντερνισμό, σε ό,τι αφορά την απόρριψη της αστικής, ελιτιστικής κουλτούρας.[4]

Ιστορία του όρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο όρος χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1870 σε διάφορα συγκείμενα. Για παράδειγμα, ο John Watkins Chapman διατυμπάνισε «το μεταμοντέρνο ύφος στην ζωγραφική», το οποίο είχε ξεπεράσει τον γαλλικό ιμπρεσσιονισμό.[5] Αργότερα, ο J.M.Thompson, σε ένα άρθρο του στο The Hibbert Journal (ένα τριμηνιαίο φιλοσοφικό περιοδικό) το 1914, χρησιμοποίησε τον όρο για να περιγράψει τις αλλαγές σε στάσεις και απόψεις αναφορικά με την κριτική της θρησκείας: «Ο λόγος ύπαρξης του Μετα-Μοντερνισμού είναι η απόδραση από το δίπολο τρόπο σκέψης του Μοντερνισμού μέσω της επέκτασης της κριτικής του στην θρησκεία καθώς και στην θεολογία, το Καθολικό αίσθημα και την καθολική παράδοση» ('Post-Modernism, J.M.Thompson, The Hibbert Journal Vol XII No.4 Ιουλίου 1914 p.733).

Το 1917, ο Rudolf Pannwitz χρησιμοποίησε τον ίδιο όρο για να περιγράψει έναν φιλοσοφοστραφή πολιτισμό. Οι ιδέες του Pannwitz περί μετα-μοντερνισμού προήλθαν από την ανάλυση του Νίτσε για την νεωτερικότητα και την απαθλιωτική και μηδενιστική τελεολογία της. Ο μετά-άνθρωπος θα ξεπερνούσε τον σύγχρονο άνθρωπο. Ανόμοια με τον Νίτσε, ωστόσο, ο Pannwitz συμπεριέλαβε στις ιδέες του εθνικιστικά και μυθικά στοιχεία.[6]

Ο όρος χρησιμοποιήθηκε και πάλι το 1926 στο έργο «Μεταμοντερνισμός και άλλα δοκίμια» του B.I. Bell. Το 1925 και το 1921 είχε χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει νέες μορφές τέχνης και μουσικής. Το 1942, ο H.R. Hays τον χρησιμοποίησε για να περιγράψει μια νέα μορφή λογοτεχνίας, ενώ ο ιστορικός Άρνολντ Τζ. Τόινμπι τον χρησιμοποίησε για πρώτη φορά το 1939 ως γενική θεωρία ενός ιστορικού κινήματος: «Την δική μας μετα-μοντέρνα εποχή εισήγαγε η γενική σύρραξη των ετών 1914-1918».[7]

Το 1949, ο όρος έτυχε αναφοράς προκειμένου να περιγραφεί το πώς η δυσαρέσκεια με την μοντέρνα αρχιτεκτονική οδήγησε στο κίνημα της μεταμοντέρνας αρχιτεκτονικής.[8] Ο Μεταμοντερνισμός στην αρχιτεκτονική χαρακτηρίζεται από την επαναφορά του διάκοσμου, την αναφορά σε περιβάλλοντα κτίρια στα πλαίσια της αστικής αρχιτεκτονικής, την ιστορική αναφορά σε διακοσμητικές μορφές και τις μη ορθές γωνίες. Ίσως αποτέλεσε αντίδραση στο μοντέρνο αρχιτεκτονικό κίνημα, γνωστό ως «Διεθνές Ύφος Αρχιτεκτονικής».

Ο όρος βρήκε εφαρμογή σε πληθώρα κινημάτων αντιδραστικών προς τον μοντερνισμό, στην τέχνη, την μουσική και την λογοτεχνία, τα οποία σε γενικές γραμμές επανέφεραν πολλά παραδοσιακά στοιχεία και τεχνικές.[9] Ο Walter Truett Anderson προσδιορίζει τον μεταμοντερνισμό ως μία εκ των τεσσάρων κοσμικών αντιλήψεων: την μεταμοντέρνα-ειρωνική, η οποία θεωρεί την αλήθεια ως κοινωνικό κατασκεύασμα, την επιστημονική-ορθολογική, σύμφωνα με την οποία, η αλήθεια μπορεί να βρεθεί κατόπιν μεθοδικής αναζήτησης, την κοινωνική-παραδοσιακή, σύμφωνα με την οποία η αλήθεια αποτελεί την κληρονομιά του αμερικανικού και εν γένει δυτικού πολιτισμού και την νεορομαντική, σύμφωνα με την οποία η αλήθεια βρίσκεται είτε στην απόκτηση αρμονίας με την φύση, είτε στην πνευματική αναζήτηση του εσωτερικού εαυτού.[10]
Κατά τον F. Jameson, ο μετ/σμός είναι ένα κίνημα τέχνης και πολιτισμού που αντιστοιχεί στις νές μορφές της πολιτικής και της οικονομίας, τον "ύστερο καπιταλισμό". Δηλαδή σε υπερεθνικές οικονομίες της κατανάλωσης που βασίζονται στην ιδέα της παγκοσμιοποίησης του καπιταλισμού.[11]

Επιρροές και διαφοροποίηση από την μετανεωτερικότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι μεταμοντέρνες ιδέες στην φιλοσοφία και στην πολιτιστική και κοινωνική ανάλυση αύξησαν την βαρύτητα της κριτικής θεωρίας και αποτέλεσαν την αφετηρία για λογοτεχνικά, αρχιτεκτονικά και σχεδιαστικά έργα, ενώ ταυτόχρονα δήλωσαν την παρουσία τους στον χώρο των επιχειρήσεων και του μάρκετιγκ, καθώς και στην ερμηνεία της ιστορίας, του δικαίου και της κουλτούρας στα τέλη του 20ου αιώνα. Αυτές οι εξελίξεις, οι οποίες ανάγονταν στην επανεκτίμηση ολόκληρου του δυτικού συστήματος αξιών (βλέπε έρωτας, γάμος, δημοφιλής κουλτούρα [Ζακ Ντεριντά], μετατόπιση από την οικονομία της βιομηχανίας στην οικονομία των υπηρεσιών) που διαδραματίστηκε στις δεκαετίες 1950 και 1960 και έφτασαν στο αποκορύφωμά τους με την κοινωνική επανάσταση του Μαΐου 1968, περιγράφονται με τον όρο μετανεωτερικότητα[12]. Απεναντίας, ο όρος «Μεταμοντερνισμός» αναφέρεται σε απόψεις ή κινήματα. Το επίθετο «μεταμοντέρνος», λοιπόν, αναφέρεται στο αντίστοιχο κίνημα, ενώ το «μετανεωτερικός» αναφέρεται στην περίοδο χρόνου που ξεκινά στα 1950 και αποτελεί σύγχρονη ιστορία.

Παρά την εν λόγω διαφοροποίηση, οι όροι αυτοί χρησιμοποιούνται από κοινού στην καθομιλουμένη, δεδομένης της ρευστότητας, αλλά και της αδιάκοπης εξέλιξης των προσδιορισμών τους.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Postmodernism. Georgetown university
  2. The Sleep of Reason
  3. Britannica, 2004
  4. Wagner, British, Irish and American Literature, Trier 2002, p. 210-2
  5. The Postmodern Turn, Essays in Postmodern Theory and Culture, Ohio University Press, 1987. p12ff
  6. Pannwitz: Die Krisis der europäischen Kultur, Nürnberg 1917
  7. OED long edition
  8. Encyclopaedia Britannica, 2004
  9. Merriam Webster's Collegiate Dictionary 2004
  10. Walter Truett Anderson (1996). The Fontana Postmodernism Reader. 
  11. Jameson Frederic (1984) Postmodernism, or The Cultural Logic of Late Capitalism. New Left Review I/146, July–August 1984. O F. Jameson είναι αμερικανός κριτικός της λογοτεχνίας και μαρξιστής θεωρητικός της πολιτικής.
  12. Influences on postmodern thought, Paul Lützeler (St. Louis)

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Heller, Agnes, «Ὑπαρξισμός, ἀλλοτρίωση, μεταμοντερνισμός . Τρία πολιτισμικὰ κινήματα ποὺ ἄλλαξαν τὴν καθημερινὴ ζωή» , Λεβιάθαν, 3 (1989), σσ. 109-118
  • Jameson, Frederic, «Καπιταλισμός, νεωτερικότητα καὶ μεταμοντέρνο » , Οὐτοπία, 21 (1996), σσ. 145-161

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ζήσης Παπαδημητρίου, Από την Οικουμενικότητα του Διαφωτισμού στα Μεταμοντέρνα Αδιέξοδα: Αναζητώντας το Μίτο του Ορθού Λόγου [1]