Λάμπρος Χούτος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Λάμπρος Χούτος
Προσωπικές πληροφορίες
Πλήρες όνομα Λάμπρος Χούτος
Ημερ. γέννησης 7 Δεκεμβρίου 1979 (1979-12-07) (34 ετών)
Τόπος γέννησης Αθήνα, Ελλάδα
Ύψος 1,77 m
Θέση Επιθετικός
Ομάδες νέων
Flag of Greece.svg Αστέρας Πολυγώνου
1993–1995 Flag of Greece.svg Παναθηναϊκός
1995 Flag of Italy.svg Ρόμα
Επαγγελματική καριέρα*
Περίοδος Ομάδα Συμμ. (Γκ.)
1996–1999 Flag of Italy.svg Ρόμα 3 (0)
1999–2004 Flag of Greece.svg Ολυμπιακός Πειραιώς 47 (22)
2004–2007 Flag of Italy.svg Ίντερ 1 (0)
2004 Flag of Italy.svg Αταλάντα ΒΚ 1 (0)
2005 Flag of Italy.svg Ρετζίνα Κάλτσιο 10 (0)
2006 Flag of Spain.svg Ρεάλ Μαγιόρκα 9 (2)
2007–2008 Flag of Greece.svg Πανιώνιος 23 (12)
2009 Flag of Greece.svg ΠΑΟΚ 8 (0)
2009–2010 Flag of Italy.svg ΑΣ Πεσίνα Βάλλε 17 (3)
Εθνική ομάδα
Περίοδος Ομάδα Συμμ. (Γκ.)
1999–2002 Flag of Greece.svg Ελλάδα U21 10 (15)
1999–2003 Flag of Greece.svg Ελλάδα 10 (3)
* Οι συμμετοχές και τα γκολ στις προηγούμενες ομάδες υπολογίζονται μόνο για τα εγχώρια πρωταθλήματα και έχουν ανανεωθεί έως 23 June 2013. † Συμμετοχές (Γκολ).

Ο Λάμπρος Χούτος είναι Έλληνας παλαίμαχος διεθνής ποδοσφαιριστής. Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 1979 και διακρίθηκε στη θέση του επιθετικού.

Καριέρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε συλλογικό επίπεδο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Χούτος ασχολήθηκε με το άθλημα από πολύ μικρός και εντάχθηκε στην παιδική ομάδα του "Αστέρα Πολύγωνου". Εκεί τον ανακάλυψαν οι ιθύνοντες του Παναθηναϊκού και τον έφεραν στις Ακαδημίες του συλλόγου στην Παιανία. Δυο χρόνια αργότερα έφυγε για την Ιταλία ώστε να ενταχθεί στη Ρόμα Πριμαβέρα, την εφηβική ομάδα της Ρόμα. Στην τελευταία υπέγραψε το πρώτο του επαγγελματικό συμβόλαιο το 1995 στην ηλικία των 16. Παρέμεινε στην ιταλική πρωτεύουσα επί μία τετραετία, όμως μια σειρά τραυματισμών δεν του επέτρεψαν να καθιερωθεί.

Τον Ιανουάριο του 2000[1] και με κόστος μεταγραφής 3 εκατομμυρίων ευρώ, επέστρεψε στην Ελλάδα για λογαριασμό του Ολυμπιακού, όπου αγωνίστηκε 4,5 περιόδους κατακτώντας 4 πρωταθλήματα. Παρά τους σοβαρούς τραυματισμούς (αρχικά έμεινε 4,5 μήνες εκτός αγωνιστικής δράσης και ακολούθησε νέος σοβαρότερος που τον άφησε εκτός για δώδεκα μήνες), το διάστημα αυτό ήταν το πιο λαμπρό στην καριέρα του, καθώς την περίοδο εκείνη κλήθηκε στην Εθνική Ελπίδων και αργότερα στην Εθνική Ανδρών.

Τον Ιούλιο του 2004 και με ελεύθερη μεταγραφή, επανέκαμψε στην Ιταλία για την ομάδα της Ίντερ, στην οποία δεν μπόρεσε να κάνει αίσθηση. Για 6 μήνες ξαναβρέθηκε συμπαίκτης με τον Γιώργο Καραγκούνη, φίλο του από τις Ακαδημίες του Παναθηναϊκού, αλλά στη συνέχεια επί 1,5 χρόνο περιπλανήθηκε ως δανεικός σε διάφορους συλλόγους, όπως η Αταλάντα, η Μαγιόρκα στην Πριμέρα Ντιβιζιόν της Ισπανίας (όπου συγκρούστηκε με τον Αργεντινό προπονητή Έκτορ Ραούλ Κούπερ) και η Ρετζίνα. Επέστρεψε στο Μιλάνο την περίοδο 2006-07 και κατά την τελευταία αγωνιστική, όταν η Ίντερ πανηγύρισε εντός έδρας την απονομή του δεύτερου συνεχόμενου τίτλου της στη Σέριε Α, εκείνος αγωνίστηκε με τη φανέλα της για μερικά λεπτά.

Στο τέλος της ίδιας περιόδου έμεινε ελεύθερος να διαπραγματευτεί τη μετακίνησή του, ερχόμενος τελικά σε συμφωνία με τον Πανιώνιο τον Δεκέμβριο του 2007. Αγωνίστηκε στο δεύτερο γύρο του πρωταθλήματος, βοηθώντας σημαντικά την ομάδα του, με 10 τέρματα σε 14 αγώνες, να καταλάβει την 5η θέση της βαθμολογίας και να προκριθεί στη φάση των πλέι-οφς. Συμμετείχε επίσης στο Κύπελλο Ιντερτότο της ΟΥΕΦΑ τον Ιούλιο του 2008, σημειώνοντας 2 γκολ. Με την έναρξη της περιόδου 2008-09 του δόθηκε το περιβραχιόνιο του αρχηγού, σύντομα όμως αντιμετώπισε προβλήματα συνεργασίας με έναν ακόμη προπονητή, τον Γερμανό Έβαλντ Λίνεν. Το αποτέλεσμα ήταν ο μεν τελευταίος να απομακρυνθεί, ο δε ποδοσφαιριστής να περάσει αρκετό διάστημα τιμωρημένος από τη διοίκηση. Παρά την αλλαγή στην τεχνική ηγεσία, είχε επέλθει οριστική ρήξη στις σχέσεις του με τον σύλλογο και τον Ιανουάριο του 2009 τέθηκε υπό παραχώρηση.

Προς τα τέλη του μήνα μεταγράφηκε με κόστος 150 χιλιάδων ευρώ στον Π.Α.Ο.Κ., όπου δεν ικανοποίησε και το καλοκαίρι αφέθηκε ελεύθερος. Τον Σεπτέμβριο του 2009 αγωνίστηκε στην ιταλική Πεσίνα, ομάδα Γ΄ κατηγορίας, για έναν χρόνο και μέχρι την οικονομική χρεοκοπία της,[2] ενώ στη συνέχεια εγκατέλειψε το άθλημα πριν ακόμη κλείσει τα 31.

Ο Λάμπρος Χούτος άφησε την αίσθηση στους Έλληνες ποδοσφαιρόφιλους πως δεν έκανε τη σπουδαία καριέρα που θα μπορούσε βάσει του ταλέντου του, εξαιτίας του ιδιόρρυθμου χαρακτήρα και κυρίως των συνεχών τραυματισμών του. Θα μείνει δε στη μνήμη τους για το ότι, εκτός των άλλων, όποτε σκόραρε, το έκανε εις διπλούν.


Στις εθνικές ομάδες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πραγματοποίησε το ντεμπούτο του με την Ελλάδα λίγες ημέρες αφού συμπλήρωσε τα 20 και ως ποδοσφαιριστής της Ρόμα, στις 16 Δεκεμβρίου 1999 σε έναν νικηφόρο φιλικό αγώνα με 2-0 επί της Μολδαβίας στη Λάρισα, όταν πέρασε ως αλλαγή με την έναρξη του δευτέρου ημιχρόνου από τον τότε ομοσπονδιακό προπονητή Βασίλη Δανιήλ στη θέση του Θωμά Κυπαρίσση. Σκόραρε για πρώτη φορά με την Ελλάδα κατά τη δεύτερη μόλις συμμετοχή του, στις 29 Μαρτίου 2000, όταν χρησιμοποιούμενος ως αλλαγή στο 60' πέτυχε το 2-0 προς τη λήξη του φιλικού αγώνα με τη Ρουμανία στο ΟΑΚΑ. Μέσα σε έναν χρόνο αγωνίστηκε έξι φορές, δύο μάλιστα ως βασικός, σε κανέναν αγώνα όμως το 2001 και το 2002, όντας η άτυχη διετία που υπήρξε σοβαρά τραυματίας.

Κλήθηκε ξανά από τον Όττο Ρεχάγκελ σε έναν φιλικό αγώνα με την Κύπρο, στις 29 Ιανουαρίου 2003 στη Λάρνακα, για να περάσει επίσης αλλαγή στο 46' και στο 70' να διαμορφώσει τη νίκη με 2-1. Κατά την επόμενη διεθνή συμμετοχή του, στις 30 Απριλίου σε φιλικό αγώνα (2-2) με τη Σλοβακία στην πόλη Ζίλινα και 12' μετά την είσοδό του στο γήπεδο, σημείωσε το τρίτο και τελευταίο του τέρμα για την Ελλάδα. Υπήρξε μέλος της ομάδας που προκρίθηκε στην τελική φάση του Euro 2004 αγωνιζόμενος μόνο στο κρίσιμο 1-0 επί της Ουκρανίας στη Λεωφ. Αλεξάνδρας, αλλά συνέβαλλε αποφασιστικά για τη νίκη όταν χρησιμοποιήθηκε με τους Χαριστέα και Τσιάρτα στην επανάληψη (δική του προσπάθεια μάλιστα στο 0-0, αποκρούστηκε πριν τη γραμμή). Τελικά, δεν κλήθηκε στους 23 παίκτες[3] που ταξίδεψαν στα γήπεδα της Πορτογαλίας και κατέκτησαν το ευρωπαϊκό πρωτάθλημα.

Η τελευταία διεθνής συμμετοχή του ήταν στις 20 Αυγούστου 2003 στον φιλικό αγώνα (2-1) με τη Σουηδία στο Νόρκεπινγκ. Ο Χούτος αγωνίστηκε συνολικά 10 φορές (4 επίσημοι αγώνες), τις 8 ως αλλαγή, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο δύσκολη την επίτευξη των 3 τερμάτων του.

Τίτλοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

πρωταθλήματα Ελλάδας (4): 1999-00, 2000-01, 2001-02, 2002-03 με τον Ολυμπιακό
(συμμετείχε ελάχιστα στο δεύτερο και καθόλου στο επόμενο, συνέπεια των σοβαρών τραυματισμών)

πρωτάθλημα Ιταλίας: 2006-07 με την Ίντερ
(για 12' την τελευταία αγωνιστική, ενώ τις δύο προηγούμενες είχε συμπεριληφθεί στη 18άδα)

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Lampros Choutos της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).