Καλημάνα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Καλημάνα
Ενήλικη Καλημάνα
Ενήλικη Καλημάνα
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 LC el.svg
Ελαχίστης Ανησυχίας (IUCN 3.1) [1]
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Χαραδριόμορφα (Charadriiformes)
Οικογένεια: Χαραδριίδες (Charadriidae)
Υποοικογένεια: Βανελίνες (Οπλοπτερίνες) (Vanelliinae) [2]
Γένος: Οπλόπτερος (Vanellus) (Brisson, 1760)
Είδος: V. vanellus
Διώνυμο
Vanellus vanellus (Καλημάνα)
Linnaeus, 1758

Η Καλημάνα είναι καλοβατικό πτηνό της οικογενείας των Χαραδριιδών, που απαντάται στον ελλαδικό χώρο. Η επιστημονική ονομασία του είδους είναι Vanellus vanellus και δεν περιλαμβάνει υποείδη.[3]

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αγγλική ονομασία του είδους lapwing (lap + wing), έχει ηχητική προέλευση και προέρχεται από το χαρακτηριστικό θόρυβο (lapping) που κάνουν οι πτέρυγες, όταν το πτηνό εκτελεί μικρές πτήσεις κοντά στο έδαφος (βλ. Ηθολογία).

Γεωγραφική κατανομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης εξάπλωσης της Καλημάνας. Πράσινο: Όλο το έτος (επιδημητικός), Κίτρινο: Καλοκαιρινές περιοχές αναπαραγωγής, Μπλέ: Περιοχές διαχείμασης

Η Καλημάνα απαντάται σε όλο τον Παλαιό Κόσμο, και στις τρεις μορφές (επιδημητικό, αποδημητικό, διαβατικό), όπου τοπικά είναι πολύ κοινό είδος. Στην Ευρασία, τα δυτικά όρια της εξάπλωσής του, βρίσκονται στον Ατλαντικό ( Κανάρια) και τα ανατολικά στην Ιαπωνία, τα βόρεια στο απώτατο άκρο της Σκανδιναβίας (περίπου 70 μοίρες βόρεια) και στη Σιβηρία, ενώ τα νότια φθάνουν μέχρι τα κεντρικά της Σαουδικής Αραβίας, το Ιράν, μεγάλο τμήμα της Β.Ινδίας, τμήμα της Ταϊλάνδης, μέχρι τις ακτές της ανατολικής Κίνας.[4]

Στην Αφρική, απαντάται μόνον στις μεσογειακές χώρες και κατά μήκος του Νείλου.

Περιοχές αναπαραγωγής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λίγες είναι οι περιοχές όπου ζει και αναπαράγεται καθ´όλη τη διάρκεια του έτους (επιδημητικό), όλες στην Ευρασία, κυρίως στο Ηνωμένο Βασίλειο, την Ιρλανδία, κατά μήκος των ακτών της Βόρειας Θάλασσας, μέχρι τη νότια Νορβηγία, σε περιοχές της Ισπανίας και της Γαλλίας, στη Β. Ιταλία και σε κάποιους θύλακες στα Βαλκάνια στην Τουρκία, το Β. Ιράκ και Β. Ιράν.

Ως καλοκαιρινός αναπαραγόμενος επισκέπτης, όμως, απαντάται ως κοινό είδος σχεδόν σε όλη την Ευρώπη, τη Ρωσία, τις χώρες του Καυκάσου, τμήμα της Σιβηρίας, το Καζακστάν, σε όλη τη Μογγολία και τη ΒΑ Κίνα.

Στην Αφρική, πιθανόν να υπάρχουν κάποια άτομα που φωλιάζουν στο Μαρόκο, αλλά γενικά, η ήπειρος θεωρείται επικράτεια διαχείμασης.

Περιοχές διαχείμασης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι περιοχές διαχείμασης βρίσκονται νότια των περιοχών αναπαραγωγής, ανάλογα με το γεωγραφικό πλάτος, αλλά είναι πολύ δύσκολο να διαχωριστούν μεταξύ τους, αφού σε πολλές χώρες υπάρχει μίξη επιδημητικών, μεταναστευτικών και διαχειμαζόντων πληθυσμών (π.χ. στην Τουρκία). Το βέβαιο είναι ότι, όλες σχεδόν οι περιοχές στην Αφρική είναι περιοχές διαχείμασης, όπως επίσης και η Σαουδική Αραβία, το μεγαλύτερο τμήμα του Ιράκ και του Ιράν, το Πακιστάν, η βόρεια Ινδία, η ΝΑ Κίνα, η Νότια Κορέα και η νότια Ιαπωνία.

Μεγάλο σμήνος από καλημάνες

Μεταναστευτική συμπεριφορά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι περισσότεροι πληθυσμοί της Καλημάνας είναι μεταναστευτικοί, με τις κλιματικές συνθήκες να ασκούν ισχυρή επιρροή στα μεταναστευτικά σμήνη. Το τμήμα του πληθυσμού της Ευρώπης, που αφήνει τα εδάφη αναπαραγωγής, κατευθύνεται νότια και νοτιοδυτικά. Η μετανάστευση αρχίζει στα μέσα του καλοκαιριού, αλλά μπορεί να διαρκέσει κατά κύματα μέχρι τους φθινοπωρινούς μήνες. Έτσι, λ.χ. στη Δανία, το πρώτο μεταναστευτικό κύμα παρατηρείται τον Ιούνιο και τον Ιούλιο, με τον μεγαλύτερο αριθμό, περίπου 100.000 έως 200.000 πουλιά να παρατηρούνται τον Αύγουστο. Ένα τρίτο κύμα από καλημάνες, οι οποίες έρχονται από πιο ανατολικά, εμφανίζεται τον Οκτώβριο και το Νοέμβριο.[4] Στο Ισραήλ, που έχει ήπιο καιρό, η μετανάστευση αρχίζει από τα τέλη Οκτωβρίου και, μπορεί να παραταθεί μέχρι το Δεκέμβριο.

Η επιστροφή των πουλιών στα εδάφη αναπαραγωγής μπορεί να ξεκινάει από τα τέλη Ιανουαρίου και, πάλι ανάλογα με τις κλιματικές συνθήκες και το γεωγραφικό πλάτος, να διαρκεί μέχρι το Μάρτιο. Υπάρχουν περιπτώσεις που η διαχείμαση δεν ξεπερνάει τους δύο, μόλις, μήνες.

Στη δυτική Ευρώπη, υπάρχουν συνολικά 46 περιοχές στις οποίες υπάρχουν περισσότερες από 20.000 καλημάνες, κατά την περίοδο της μετανάστευσης και, ως εκ τούτου είναι πολύ σημαντικές ώς τόποι ανάπαυσης. 22 από αυτές βρίσκονται στη Γερμανία, 12 στη Γαλλία, 8 στο Ηνωμένο Βασίλειο και 2 στην Ολλανδία και την Ιρλανδία.[5] Στη νοτιοανατολική Ευρώπης, ο πιο σημαντικός τόπος ανάπαυλας της Καλημάνας είναι η λιμνοθάλασσα Καραβάστα (Karavasta) της Αλβανίας, όπου μπορεί να καταμετρηθούν περισσότερες από 20.000 καλημάνες το χειμώνα.[5]

Τυχαίοι περιπλανώμενοι επισκέπτες έχουν αναφερθεί από τον Καναδά, τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Καραϊβική, τη Γροιλανδία, τα Σβάλμπαρντ, τη Σενεγάλη, την Κένυα, την Υεμένη, το Μπρουνέι, κ.α.[1]

Στην Ελλάδα, η Καλημάνα απαντάται σπάνια είτε ως μόνιμο επιδημητικό πτηνό, που φωλιάζει στη βόρεια, είτε, συνηθέστερα, ως κοινός διαχειμάζων επισκέπτης σε πολλές περιοχές.[6]

Βιότοπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καλημάνα εν πτήσει (ραχιαία όψη)

Η Καλημάνα αναπαράγεται σε υγρούς φυσικούς βοσκοτόπους (Trolliet 2003), λιβάδια και περιοχές συλλογής χόρτου για την κτηνοτροφία (del Hoyo et al. 1996), λιμώνες με χαμηλή βλάστηση (Hayman et al. 1986, Devereux et al. 2004) και σε σημεία γυμνού εδάφους (Johnsgard 1981) σε χαμηλά υψόμετρα (Hayman et al. 1986) (λιγότερο από 1.000 μ.) (Snow και Perrins 1998). Επίσης, αναπαράγεται σε ξηρούς και βαλτώδεις ερεικώνες (Johnsgard 1981, del Hoyo et al. 1996), τυρφώνες (Johnsgard 1981) και αρόσιμες εκτάσεις (del Hoyo et al. 1996).

Εκτός περιόδου αναπαραγωγής και κατά τη διάρκεια του χειμώνα, το είδος καταλαμβάνει κυρίως μεγάλα ανοικτά βοσκοτόπια κατάλληλα για κούρνιασμα (del Hoyo et al. 1996) και, αναζητά την τροφή του σε υγρά λιβάδια, αρδευόμενες εκτάσεις (Urban et al. 1986), καλλιεργημένα ή θερισμένα χωράφια (del Hoyo et al. 1996), όχθες ποταμών και λιμνών, έλη με γλυκό ή αλμυρό νερό, χαντάκια αποστράγγισης, εκβολές ποταμών και λασπώδεις περιοχές (Αφρική) (Urban et al. 1986).

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Καλημάνα είναι ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα καλοβατικά πτηνά που, με το χαρακτηριστικό λοφίο, το πέταγμα και τη θορυβώδη παρουσία της, δύσκολα συγχέεται με άλλο είδος. Από μακριά, δίνει την εντύπωση ότι διαθέτει ασπρόμαυρο φτέρωμα, αυτό όμως δεν ισχύει στην πραγματικότητα. Το φτέρωμα αναπαραγωγής των ενηλίκων έχει ένα ιριδίζον μεταλλικό γκρί-πρασινωπό χρώμα, ιδιαίτερα στη ράχη, με μία μπλε-ιώδη κηλίδα στην περιοχή του ώμου. Η κοιλιά είναι λευκού χρώματος, ενώ στην περιοχή του λαιμού και του στήθους υπάρχει ευδιάκριτη μεγάλη μαύρη ζώνη. Το κεφάλι είναι λευκό και το πρόσωπο μαυριδερό και, από το ράμφος ξεκινάει μια αχνή μαύρη ταινία που διατρέχει την περιοχή κάτω από το μάτι, μέχρι το πίσω μέρος του κεφαλιού. Το κάτω μέρος της κοιλιάς, κοντά στα πόδια έχει το χρώμα της άμμου έως κοκκινωπό πυρόξανθο χρώμα.

Εκείνο όμως, που χαρακτηρίζει την Καλημάνα, είναι το μεγάλο, σαν πλεξούδα λοφίο διακριτό ακόμη και κατά την πτήση.[7]

Ενήλικο αρσενικό με το πτέρωμα αναπαραγωγής

Στο φτέρωμα αναπαραγωγής, το θηλυκό διαφέρει από το αρσενικό μόνο από το μικρότερο λοφίο, ένα λιγότερα έντονο μαύρο χρώμα στο κεφάλι, καθώς και στο λαιμό, όπου η μεγάλη μαύρη ζώνη του αρσενικού είναι, εδώ, ένα διακεκομμένο μαυριδερό «μπάλωμα».

Οι ταρσοί είναι σχετικά κοντοί -για την ακρίβεια οι κοντύτεροι από όλες τις καλημάνες και έχουν χρώμα σκούρο κόκκινο-καφετί. Οι πτέρυγες, είναι επίσης πολύ χαρακτηριστικές, πλατιές και στρογγυλεμένες, πράγμα ασυνήθιστο για τα χαραδριόμορφα.

Στο μη αναπαραγωγικό φτέρωμα, λείπει η μεγάλη μαύρη ζώνη από το στήθος και στα δύο φύλα,[8] το λοφίο είναι μικρότερο και, τα άνω καλυπτήρια πτερά είναι καλυμμένα με ένα απαλό καφεκίτρινο χρώμα με διαβαθμίσεις.

  • Μήκος σώματος: (28-)30 έως 31 εκατοστά.
  • Άνοιγμα πτερύγων: 67 έως 80(-87) εκατοστά.
  • Βάρος: 128-330 γραμμάρια.[1].

Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι καλημάνες είναι πουλιά που αναζητούν την τροφή τους κατά τη διάρκεια της ημέρας, αλλά δεν είναι ασυνήθιστο να το κάνουν και κατά τη διάρκεια της νύχτας, ιδίως όταν έχει πανσέληνο.

Η διατροφή τους αποτελείται από έντομα και τις προνύμφες τους (del Hoyo et al. 1996) (π.χ. σκαθάρια, μυρμήγκια, δίπτερα, γρύλους (del Hoyo et al. 1996), ακρίδες, λιβελλούλες, τζιτζίκια και λεπιδόπτερα) (Urban et al. 1986 ), αράχνες, σαλιγκάρια (del Hoyo et al. 1996), γεωσκώληκες (Urban et al. 1986, del Hoyo et al. 1996), βατράχια, μικρά ψάρια (Αφρική) (Urban et al. 1986) και σπόρους ή άλλο φυτικό υλικό (Αφρική) (Urban et al, 1986).

Συχνά μοιράζεται το χώρο αναζήτησης τροφής με άλλα χαραδριόμορφα αλλά και με γλάρους, οι οποίοι αποτελούν φυσικούς εχθρούς των φωλιών τους, όμως με αυτό τον τρόπο παρέχεται κάποια στοιχειώδη προστασία από μεγαλύτερους θηρευτές.

Πτήση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενήλικη Καλημάνα εν πτήσει (κοιλιακή όψη)

Η πτήση της Καλημάνας είναι χαρακτηριστική και ξεχωριστή ανάμεσα στα χαραδριόμορφα. Οι πτέρυγες από μόνες τους είναι πολύ ιδιαίτερες για καλοβατικά πτηνά, πλατιές και στρογγυλευμένες, ενώ τα φτεροκοπήματα είναι σχετικά «χαλαρά», ιδιαίτερα όταν πετάει κατά σμήνη και, κάνουν ένα χαρακτηριστικό υπόκωφο θόρυβο (lapping), εξ ου και η αγγλική ονομασία του είδους (βλ. Ονοματολογία).

Όταν μεταναστεύει, σχηματίζει μεγάλα σμήνη (συχνά ανάμικτα με βροχοπούλια, σε «νεφοειδείς» (cloud) σχηματισμούς, ακανόνιστους, ή με κάποιο μεγαλύτερο γκρουπ στην κορυφή.[9]

Ηθολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του ζευγαρώματος, συνηθίζει να εκτελεί μικρές, σύντομες ακροβατικές πτήσεις πάνω από το ίδιο σημείο, όπως οι κορυδαλοί (βλ. Αναπαραγωγή).

  • Η Καλημάνα είναι γνωστή για το τέχνασμα που επινοεί, όταν θέλει να απομακρύνει τυχόν θηρευτές που βρίσκονται κοντά στη φωλιά της: προσποιείται ότι έχει πληγωμένη φτερούγα και, την «κρατάει» κατά τέτοιο τρόπο μακριά από το σώμα της, που μοιάζει σπασμένη, με αποτέλεσμα να την ακολουθεί ο θηρευτής, ενώ εκείνη τον οδηγεί μακριά από το σημείο φωλιάσματος.

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενήλικη Καλημάνα

Οι περισσότεροι πληθυσμοί της Καλημάνας είναι καθαρά μεταναστευτικοί (del Hoyo et al. 1996, Snow και Perrins 1998), αν και ορισμένοι πληθυσμοί αναπαραγωγής σε πιο εύκρατες περιοχές είναι επιδημητικοί (del Hoyo et αϊ. 1996). Αναπαράγεται από τον Απρίλιο μέχρι τον Ιούλιο (Hayman et al. 1986) σε μοναχικά ζευγάρια (del Hoyo et al. 1996), αν και λίγα ζευγάρια (Johnsgard 1981), ή και μικρές αποικίες μπορεί να σχηματιστούν (Trolliet 2003), σε ιδανικούς οικοτόπους (Johnsgard 1981). Το είδος μπορεί να κουρνιάζει ομαδικά το βράδυ, τόσο κατά την αναπαραγωγή όσο και στις περιόδους μη αναπαραγωγής (Urban et al. 1986) και, μετά από την αναπαραγωγή, τα πουλιά συγκεντρώνονται σε μεγάλα σμήνη για τη μετανάστευση (Hayman et al. 1986, del Hoyo et al. 1996). Παραμένει ιδιαίτερα αγελαίο κατά τη διάρκεια του χειμώνα (Urban et al. 1986, Snow και Perrins 1998) σε σμήνη πολλών χιλιάδων (Hayman et al. 1986).

Η Καλημάνα είναι γενικά μοναγαμικό είδος, αλλά έχει παρατηρηθεί σπανιότερα και το φαινόμενο της πολυγαμίας, όπου ένα αρσενικό μπορεί να ζευγαρώσει με περισσότερα θηλυκά -συνήθως δύο-. Συνήθως είναι αναπαραγωγικά ώριμη από το δεύτερο έτος της ηλικίας της και, έρχεται να αναπαραχθεί στα μέρη όπου γεννήθηκε. Οι Καλημάνες βρίσκονται σχετικά νωρίς στην περιοχή αναπαραγωγής, εάν δεν υπάρχει παγετός.

  • Κατά την άφιξη στα εδάφη φωλιάσματος, το αρσενικό εκτελεί ακροβατικούς ελιγμούς με απότομες απογειώσεις και κατακόρυφες «καταδύσεις», που θυμίζουν εκείνες των κορυδαλών, αλλά σε μεγάλη κλίμακα. Κατά τη διάρκεια αυτών των επιδείξεων, το αρσενικό φτεροκοπάει με υπόκωφο ήχο (lapping) που χαρακτηρίζει το είδος, ενώ ταυτόχρονα βγάζει μικρές, συνεχείς κραυγές που ακούγονται από μακριά.

Το σημείο φωλιάσματος επιλέγεται από το αρσενικό και, φαίνεται ότι η επιλογή αυτή εξαρτάται από το χρωματισμό του εδάφους, με το καφέ χρώμα να έχει τον πρώτο λόγο. Το αρσενικό δημιουργεί αρκετές κοιλότητες στο έδαφος, με περιστροφικές κινήσεις του σώματος, από τις οποίες επιλέγεται η καταλληλότερη από το θηλυκό. Συνήθως δεν υπάρχει κάποιο υλικό επίστρωσης, αλλά εάν υπάρχει, είναι απλό φυτικό υλικό (γρασίδι, μικρά κλαδιά).

Η γέννα αποτελείται από 4 αυγά, που είναι τοποθετημένα σε σχήμα σταυροειδές, κατά τη συνήθεια των καλοβατικών, με το οξύ τους τμήμα να βλέπει στο εσωτερικό της φωλιάς. Σπάνια εναποτίθενται 2, 3 ή 5 αυγά, ενώ στην κανονική γέννα των 4 αυγών η εναπόθεση γίνεται σε 5 ημέρες, συνολικά. Η γέννα πραγματοποιείται συνήθως εφ άπαξ, αλλά σε περίπτωση που καταστραφούν τα αυγά -συνήθως από γλάρους- , τότε μπορεί να εναποτεθούν δύο αυγά για αναπλήρωση. Η επώαση πραγματοποιείται και από τα δύο φύλα, αλλά περισσότερο από το θηλυκό, συνήθως ξεκινάει μετά την εναπόθεση του τελευταίου ή προτελευταίου αυγού και, διαρκεί 24-29 ημέρες.[10]

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, οι γονείς υπερασπίζονται τη φωλιά σθεναρά. Οι από αέρος εχθροί, όπως διάφορα ημερόβια αρπακτικά, αποκρούονται με γρήγορες και σφοδρές επιθέσεις, που συνοδεύονται από δυνατές κραυγές, ενώ σπεύδουν προς βοήθεια και οι γονείς από γειτονικές φωλιές. Μετά την εκκόλαψη, και οι δύο γονείς φροντίζουν για την ανατροφή των νεοσσών. Οι νεοσσοί είναι φωλεόφυγοι, εγκαταλείπουν δηλαδή τη φωλιά πολύ γρήγορα -μέσα σε λίγες ώρες- και, ακολουθούν τους γονείς τους μέχρι και τρία χιλιόμετρα μακρύτερα, σε περιοχές που προσφέρονται για περισσότερη ή καλύτερη τροφή. Κατά τις πρώτες 10 ημέρες της ζωής τους, οι νεοσσοί δεν είναι ακόμη σε θέση να ρυθμίζουν τη θερμοκρασία του σώματός τους, ως εκ τούτου, οι νεοσσοί πρέπει να θερμαίνονται ακόμα, καθήκον που, συνήθως αναλαμβάνει το θηλυκό. Το ποσοστό θανάτων (θνησιμότητα) των νεοσσών κατά τις πρώτες 10 ημέρες είναι επομένως πολύ υψηλό, ειδικά στο κρύο. Στις 33 ημέρες, περίπου, οι νεοσσοί ανεξαρτητοποιούνται πλήρως.[11]

Στην Ελλάδα, η Καλημάνα είναι κοινός χειμερινός επισκέπτης από τα μέσα Οκτωβρίου έως τις αρχές Απριλίου σε όλη τη χώρα, ενώ λίγα άτομα είναι επιδημητικά και αναπαράγονται στη Μακεδονία και τη Θράκη.[6]

Κατάσταση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λίγο πριν τα μέσα του 19ου αιώνα, το είδος υπέστη σημαντική μείωση των πληθυσμών του, κυρίως ως αποτέλεσμα της εντατικοποίησης της χρήσης της γης, τής αποστράγγισης των υγροτόπων και της συλλογής των αυγών.[12] Έτσι στη Γερμανία, αυτή η μείωση κορυφώθηκε στις δεκαετίες 1920 και 1930, ενώ στην Ολλανδία και στην Πολωνία συνεχίστηκε μέχρι τη δεκαετία του ’60.[13]

Τα αποθέματα των πτηνών αυτών έχουν ανακάμψει με βραδείς ρυθμούς, μετά τα μέσα του 20ού αιώνα, με την εισαγωγή των πρώτων προστατευτικών μέτρων. Στην Ελβετία και στη βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία , η αύξηση των αποθεμάτων διήρκεσε μέχρι το 1970, ενώ στο Βέλγιο,την Ολλανδία, την Αυστρία και σε άλλα μέρη της Γερμανίας, παρατηρήθηκε μέχρι και τη δεκαετία του 1980. Μεγάλη συμβολή στην ανάκαμψη των πληθυσμών είχε η διαφορετική διαχείριση της γεωργικής γης και οι λιγότερες, έτσι, απώλειες στις φωλιές που βρίσκονται καταμεσίς στο έδαφος. Ειδικά στην Ολλανδία, που θεωρείται η «χώρα της Καλημάνας», δημιουργήθηκαν πολλά νέα ενδιαιτήματα αναπαραγωγής.[14]

Τα μεγαλύτερα αποθέματα του παγκόσμιου πληθυσμού βρίσκονται στην Ολλανδία και τη Γερμανία και, παρόλο που παρουσιάζεται καθοδική τάση στους αριθμούς της, η Καλημάνα κατατάσσεται στην κατηγορία: Είδη Ελαχίστης Ανησυχίας (LC) από την IUCN.[1]

Κίνδυνοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Καλημάνα, σήμερα, απειλείται από τη μειωμένη παραγωγικότητα στο φώλιασμα, ως αποτέλεσμα -ξανά- της εντατικοποίησης και της αλλαγής των γεωργικών πρακτικών (del Hoyo et al. 1996), ιδίως της βελτίωσης των βοσκοτόπων (π.χ. με την αποστράγγιση, ανόργανα λιπάσματα και επανασπορά) (Baldi et al. 2005). Σημαντικοί μεταναστευτικοί σταθμοί για το είδος, στις ακτές της Βαλτικής Θάλασσας απειλούνται από τη ρύπανση πετρελαίου, αποστράγγιση των υγροτόπων για άρδευση, εγκατάλειψη της γης και αλλαγή των πρακτικών διαχείρισης της γης (Grishanov 2006). Καταστροφή των φωλιών μπορεί επίσης να προκύψει, κατά την καλλιέργεια την άνοιξη (χρήση μηχανημάτων) σε αρόσιμες εκτάσεις (del Hoyo et al. 1996). Το είδος είναι ευαίσθητο στην αλλαντίαση των πτηνών (Avian botulism), έτσι μπορεί να απειλείται από τις μελλοντικές εστίες της νόσου (Hubalek et al. 2005). Επίσης, μπορεί να απειληθεί από θήρευση της φωλιάς του από θηλαστικά «εισαγωγής» (π.χ. τον ευρωπαϊκό σκαντζόχοιρο, Erinaceus europeaus) σε κάποια νησιά (Jackson 2001).

Τέλος, οι καλημάνες θηρεύονται για εμπορική χρήση (πωλούνται ως τροφή) και για ψυχαγωγικούς σκοπούς στο Ιράν (Balmaki και Barati 2006) και, είναι αντικείμενο λαθροθηρίας στη Γαλλία, την Ελλάδα, την Ιταλία και την Ισπανία (Trolliet 2003).

Πληροφορίες Διαχείρισης και Μέτρα Προστασίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα εύφορα τυρφώδη εδάφη χωρίς υψηλή βλάστηση, φαίνεται να είναι τα πλέον κατάλληλα ενδιαιτήματα για την Καλημάνα (Devereux et al. 2004), έτσι ώστε η εφαρμογή βόσκησης βοοειδών (Olsen και Schmidt 2004), κατά προτίμηση έντονης (π.χ.> 1 αγελάδες ανά εκτάριο), μπορεί να φέρει αύξηση του πληθυσμού στα λιβάδια. Στους παράκτιους αλμυρόβαλτους, ωστόσο, ή βόσκηση είναι μάλλον καλύτερο να αποκλειστεί από επιλεγμένες περιοχές την άνοιξη, όπου ο ρυθμός ανάπτυξης της χλόης είναι αργός (Hart et al. 2002). Στο Ηνωμένο Βασίλειο, έχει βρεθεί ότι ένα μωσαϊκό μη πλημμυρισμένων λειμώνων, πλημμυρισμένες χορτολιβαδικές εκτάσεις το χειμώνα και ρηχοί νερόλακκοι, μπορεί να παρέχουν τις βέλτιστες συνθήκες για αναπαραγωγή του είδους (Ausden et al. 2001). Έχει επίσης βρεθεί ότι οι νερόλακκοι στα παράκτια έλη βόσκησης, πρέπει να διατηρούνται μέχρι το τέλος του Ιουνίου, καθώς τα υδρόβια ασπόνδυλα που περιέχονται σε αυτά μπορεί να είναι ένα σημαντικό μέρος της διατροφής των πτηνών (Ausden et al. 2003).

Καλημάνα στη φωλιά της

Μια άλλη βρετανική μελέτη διαπίστωσε ότι, το είδος δείχνει προτίμηση για αναζήτηση τροφής στα ρίλς (rills), (απομεινάρια από κανάλια αποστράγγισης σε αλμυρόβαλτους) κοντά στις ακτές, ιδιαίτερα εκείνα με πολλές διακλαδώσεις (Milsom et al. 2002). Είναι πιο πιθανόν να έλθουν αναπαραγωγικά ζευγάρια από την πρόκληση μικρής τεχνητής πλημμύρας σε αυτά τα μικρά οικοσυστήματα, κατά τη διάρκεια του Απριλίου και του Μαΐου, με τη δημιουργία ενδιαιτημάτων σε υδατοπαρυφές, παρά με εκτεταμένες μεγάλες πλημμύρες σε μεγάλες εκτάσεις γης (Milsom et al. 2002). Στη Βόρεια Ιρλανδία τα πουλιά έδειξαν την προτίμησή τους για φώλιασμα την άνοιξη, σε ανοικτές εκτάσεις που δημιουργούνται από την κοπή εκτάσεων με βούρλα (Juncus sp.) στα μέσα του χειμώνα (Robson και Allcorn 2006). Είναι επίσης γνωστό ότι παρουσιάζεται αυξημένη επιτυχία στην επώαση, όταν τα διάφορα αρπακτικά έχουν παρεμποδιστεί μέσω της δημιουργίας προστατευτικών κλωβών ή φραχτών γύρω από ατομικές φωλιές ή τις περιοχές ωοτοκίας (Jackson 2001, Isaksson et al. 2007).

Συλλογή αυγών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον 18ο αιώνα τα αυγά της Καλημάνας ήταν μια λιχουδιά στις αρχοντικές τάξεις, όπως απαιτούσε το «πρωτόκολλο». Υπάρχει αναφορά για τον Friedrich August II, Εκλέκτορα της Σαξονίας (Μάρτιος 1736) για την προμήθεια «καλών και φρέσκων αυγών». Ακόμη, ο Καγκελάριος Όττο φον Μπίσμαρκ (Otto von Bismarck) έπαιρνε κάθε χρόνο, την 1η Απριλίου, 101 αυγά από την πόλη του Jever, ως δώρο για τα γενέθλιά του.

Τα "Αυγά της Καλημάνας " (Plover’s Eggs) ήταν ένα ακριβό έδεσμα στη βικτοριανή Ευρώπη, όπως αναφέρεται στο "Brideshead Evelyn Waugh", για την αριστοκρατική βρετανική κοινωνία των ετών 1920-1940.

Το έθιμο στην Ολλανδία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Ολλανδία υπάρχει παραδοσιακά ένας άτυπος «αγώνας» εύρεσης του πρώτου αυγού Καλημάνας του Έτους (het Eerste kievitsei), που συμβολίζει τον ερχομό της άνοιξης, ιδιαίτερα δημοφιλής στην επαρχία Φρίσλαντ (Friesland), αλλά υπήρχαν αλλού και άλλοι τοπικοί αγώνες. Κατά την παράδοση, το αυγό πρέπει να παραδοθεί στον Κομισάριο της Βασίλισσας, ενώ παλαιότερα παραδιδόταν στην ίδια τη Βασίλισσα. Η συλλογή αυγών καλημάνας απαγορεύεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά για την περιοχή της Friesland χορηγήθηκε μια εξαίρεση για πολιτιστικούς-ιστορικούς λόγους. Η εξαίρεση αυτή ανακλήθηκε το 2005 από μία δίκη που διενεργήθηκε από το ολλανδικό Ίδρυμα Προστασίας της Πανίδας.[15][16] Από το 2006, το έθιμο εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ, αλλά μόνο για την περίοδο από 1 Μαρτίου έως 9 Απριλίου, ενώ υπάρχει περιορισμός στον αριθμό συλλογής των αυγών και ο συλλέκτης οφείλει να ενημερώνει το Δίκτυο Φύσης στο Vaassen.[17]

Οι υποστηρικτές της διατήρησης του εθίμου, υποστηρίζουν ότι η συλλογή δεν είναι επιβλαβής για τον πληθυσμό, επειδή η Καλημάνα μπορεί να αναπληρώσει τα αυγά με δεύτερη γέννα. Επιπλέον, οι συλλέκτες ενημερώνουν τους αγρότες για την ύπαρξη της φωλιάς και, σημαδεύουν το μέρος, ώστε να αποφευχθεί η άροση στο συγκεκριμένο σημείο.[18] Αυτό γίνεται με την τοποθέτηση ράβδων γύρω από τις φωλιές, οπότε αποφεύγεται και η βόσκηση από τα βοοειδή και, γίνεται για όλες τις φωλιές με αυγά που βρίσκονται, και όχι μόνο της καλημάνας. Σήμερα υπάρχει, επίσης, όλο και πιο συχνά η ενημέρωση της θέσης των φωλιών, πάνω σε ειδικούς χάρτες (stippenkaarten). Πρόκειται για χάρτες της γης του αγρότη όπου μετέπειτα συνεχίζεται η επιτήρηση.

Οι αντίπαλοι του εθίμου υποστηρίζουν απεναντίας, ότι λόγω της, όλο και νωρίτερα, γεωργικής συγκομιδής, μεγάλο μέρος της δεύτερης εναπόθεσης αυγών χάνεται.

Μυθολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πτηνό που αναφέρεται στην αγγλική μετάφραση του έργου "Μεταμορφώσεις" του Οβιδίου, βιβλίο 6, είναι πιθανότατα η Καλημάνα.[19].

Στην αρχαία Αίγυπτο, η Καλημάνα χρησιμοποιήθηκε, τόσο ως ονομασία του λαού της Rechit, καθώς και για την επισήμανση της «δουλοπάροικης τάξης».

Άλλες ονομασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον ελλαδικό χώρο, η Καλημάνα απαντάται και με τις ονομασίες Καλημάνι, Παγωντσίνι (Επτάνησα, Κυκλάδες), Γκαλιαμάνι (Θεσσαλία), Σχοινοπούλι, Γιάννηδες (sic) (Κύπρος) και Παπάς (Χίος).[20]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 BirdLife International (2012). Vanellus vanellus στην Κόκκινη Λίστα Απειλούμενων Ειδών της IUCN. Έκδοση 2013.2. Διεθνής Ένωση Προστασίας της Φύσης (IUCN). Ανακτήθηκε 29 Μαρτίου 2014.
  2. Bonaparte, 1842
  3. Howard and Moore, p. 133
  4. 4,0 4,1 Delany et al., S. 128
  5. 5,0 5,1 Delany et al., S. 131
  6. 6,0 6,1 Όντρια, σ. 115
  7. Πάπυρος-Λαρούς
  8. Hermann Heinzel et al, p. 132
  9. Bruun, p. 112
  10. Harrison, p. 146
  11. Harrison, p. 147
  12. del Hoyo et al. 1996
  13. Bauer et al., S. 434.
  14. Zitiert nach: Kooiker, Buckow: Der Kiebitz. Wiesbaden 1997, S. 28
  15. Walinga, Ruurd (2005-03-17). "Dertig jaar juridische strijd om kievitseieren" (in Dutch). Friesch Dagblad. Retrieved 2009-02-19
  16. Stichting De Faunabescherming and Nederlandse Vereniging tot bescherming van Vogels vs. het college van gedeputeerde staten van Fryslân, LJN: AT0660, Rechtbank Leeuwarden , 03/518 BESLU & 03/547 BESLU (Rechtbank Leeuwarden 2005-03-16)
  17. 'Aaisikers' moeten mobieltje mee, Leeuwarder Courant, 27 januari 2009
  18. Commissie Nazorg van de Bond van Friese Vogelwachten
  19. Garth, Sir Samuel; John Dryden, et al. "'Metamorphoses' by Ovid"
  20. Απαλοδήμος, σ. 34

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Howard and Moore, Checklist of the Birds of the World, 2003.
  • Collin Harrison, Nests, Eggs and Nestlings Of British and European Birds, Collins, 1988.
  • Christopher Perrins, Birds of Britain and Europe, Collins 1987.
  • Bertel Bruun, Birds of Britain and Europe, Hamlyn 1980.
  • Hermann Heinzel, RSR Fitter & John Parslow, Birds of Britain and Europe with North Africa and Middle East, Collins, 1995
  • Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάνικα, τόμος 31 , λήμμα «Καλημάνα»
  • Ιωάννη Όντρια, Πανίδα της Ελλάδας, τόμος Πτηνά.
  • Ντίνου Απαλοδήμου, Λεξικό των ονομάτων των πουλιών της Ελλάδας, 1988.
  • «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας, Αθήνα 1992»
  • Γεωργίου Δ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 2002
  • IUCN Red List: http://www.iucnredlist.org/
  • Ausden, M.; Sutherland, W. J.; James, R. 2001. The effects of flooding lowland wet grassland on soil macroinvertebrate prey of breeding wading birds. Journal of Applied Ecology 38: 320-338.
  • Baldi, A.; Batary, B.; Erdos, S. 2005. Effects of grazing intensity on bird assemblages and populations of Hungarian grasslands. Agriculture Ecosystems & Environment 108: 251-263.
  • Balmaki, B.; Barati, A. 2006. Harvesting status of migratory waterfowl in northern Iran: a case study from Gilan Province. In: Boere, G.; Galbraith, C., Stroud, D. (ed.), Waterbirds around the world, pp. 868–869. The Stationary Office, Edinburgh, UK.
  • Hans-Günther Bauer, Einhard Bezzel und Wolfgang Fiedler (Hrsg): Das Kompendium der Vögel Mitteleuropas: Alles über Biologie, Gefährdung und Schutz. Band 1: Nonpasseriformes – Nichtsperlingsvögel, Aula-Verlag Wiebelsheim, Wiesbaden 2005, ISBN 3-89104-647-2
  • Simon Delany, Derek Scott, Tim Dodman, David Stroud (Hrsg): An Atlas of Wader Populations in Afrika and Western Eurasia. Wetlands International, Wageningen 2009, ISBN 978-90-5882-047-1
  • Devereux, C. L.; McKeever, C. U.; Benton, T. G.; Whittingham, M. J. 2004. The effect of sward height and drainage on Common Starlings Sturnus vulgaris and Northern Lapwing Vanellus vanellus foraging in grassland habitats. Ibis 146: 115-122.
  • Grishanov, D. 2006. Conservation problems of migratory waterfowl and shorebirds and their habitats in the Kaliningrad region of Russia. In: Boere, G.; Galbraith, C., Stroud, D. (ed.), Waterbirds around the world, pp. 356. The Stationary Office, Edinburgh, UK.
  • Hart, J. D.; Milsom, T. P.; Baxter, A.; Kelly, P. F.; Parkin, W. K. 2002. The impact of livestock on Lapwing Vanellus vanellus breeding densities and performance on coastal grazing marsh. Bird Study 49(1): 67-78.
  • Hayman, P.; Marchant, J.; Prater, A. J. 1986. Shorebirds. Croom Helm, London.
  • del Hoyo, J.; Elliott, A.; Sargatal, J. 1996. Handbook of the Birds of the World, vol. 3: Hoatzin to Auks. Lynx Edicions, Barcelona, Spain.
  • Hubalek, Z., Skorpikova, V.; Horal, D. 2005. Avian botulism at a sugar beet processing plant in South Moravia (Czech Republic). Vetinarni Medicina 50(10): 443-445.
  • Isaksson, D.; Wallander, J.; Larsson, M. 2007. Managing predation on ground-nesting birds: the effectiveness of nest exclosures. Biological Conservation 136: 136-142.
  • Jackson, D. B. 2001. Experimental Removal of Introduced Hedgehogs Improves Wader Nest Success in the Western Isles, Scotland. Journal of Applied Ecology 38(4): 802-812.
  • Johnsgard, P. A. 1981. The plovers, sandpipers and snipes of the world. University of Nebraska Press, Lincoln, U.S.A. and London.
  • Milsom, T. P.; Hart, J. D.; Parkin, W. K.; Peel, S. 2002. Management of coastal grazing marshes for breeding waders: the importance of surface topography and wetness. Biological Conservation 103: 199-207.
  • Olsen, H.; Schmidt, N. M. 2004. Impacts of wet grassland management and winter severity on wader breeding numbers in eastern Denmark. Basic and Applied Ecology 5: 203-210.
  • Robson, B.; Allcorn, R. I. 2006. Rush cutting to create nesting patches for lapwings Vanellus vanellus and other waders, Lower Lough Erne RSPB reserve, County Fermanagh, Northern Ireland. Conservation Evidence 3: 81-83.
  • Snow, D. W.; Perrins, C. M. 1998. The Birds of the Western Palearctic vol. 1: Non-Passerines. Oxford University Press, Oxford.
  • Trolliet, B. 2003. Elements for a lapwing (Vanellus vanellus) management plan. Game and Wildlife Science 20((1-2)): 93-144.
  • Urban, E. K.; Fry, C. H.; Keith, S. 1986. The birds of Africa vol. II. Academic Press, London.
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα  Northern Lapwing της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Kiebitz της Γερμανικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Kievit της Ολλανδικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).