Αχμέτ Τζεμάλ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Τζεμάλ Πασάς

Ο Αχμέτ Τζεμάλ Πασάς (οθωμανικά τουρκικά: احمد جمال, Μάιος 6, 1872 - 21 Ιουλίου 1922), γνωστός ως Τζεμάλ Πασάς (τουρκικά: Сemal Paşa), ήταν ηγετικό στέλεχος των Νεότουρκων και μέλος της τριανδρίας των Τριών Πασάδων (Εμβέρ Πασάς, Ταλαάτ Πασάς, Τζεμάλ Πασάς), που κυβέρνησε την Οθωμανική Αυτοκρατορία τα χρόνια των Βαλκανικών Πολέμων και του Α' Παγκοσμίου Πολέμου.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Τζεμάλ Πασάς γεννήθηκε στην πόλη της Μυτιλήνης στο νησί της Λέσβου (τουρκικά: Midilli-Μιντιλλί) και πατέρας του ήταν ο Μεχμέτ Νεσίπ Μπέης, στρατιωτικός με ειδικότητα φαρμακοποιού. Στα χρόνια 1908-1918, ο Τζεμάλ Πασάς υπήρξε από τους σημαντικότερους ανθρώπους στην ηγετική πυραμίδα της οθωμανικής διακυβέρνησης. Αποφοίτησε από το Στρατιωτικό Γυμνάσιο Κουλελί το 1890 και στη συνέχεια από τη Στρατιωτική Ακαδημία Μεκτεμπί Χαρμπιγεγί Σαχανέ της Κωνσταντινούπολης (τουρκικά: İstanbul), το 1893.

Αρχικώς, υπηρέτησε στο 1ο Γραφείο του Υπουργείου Στρατιωτικών και στη συνέχεια εργάστηκε στο Γραφείο Οχυρωματικών Έργων της 2ης Στρατιάς. Το 1896, ο Τζεμάλ Πασάς τοποθετήθηκε στο 2ο Σώμα Στρατού. Δυο χρόνια αργότερα, ορίστηκε αρχηγός επιτελείου στη Μεραρχία Δόκιμων Αξιωματικών, με έδρα τη Θεσσαλονίκη (τουρκικά: Selânik-Σελαανίκ).

Το ίδιο διάστημα, ήρθε σε επαφή με τους ρεφορμιστές Νεότουρκους και το Κομιτάτο Ένωση και Πρόοδος (İttihat ve Terakki Cemiyeti). Το 1905, έγινε Ταγματάρχης και τοποθετήθηκε στη θέση του Επιθεωρητή των Σιδηρόδρομων της Ρούμελης (τουρκικά: Rumeli). Το 1906 έγινε μέλος στην Οθωμανική Φιλελεύθερη Εταιρεία.

Ο εγγονός του, Χασάν Τζεμάλ, είναι γνωστός αρθρογράφος, δημοσιογράφος και συγγραφέας στην Τουρκία.

Βαλκανικοί Πόλεμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1911 ο Τζεμάλ Πασάς διορίστηκε κυβερνήτης της Βαγδάτης (τουρκικά: Bağdat). Παραιτήθηκε όμως λίγο αργότερα των καθηκόντων του για να επανενταχθεί στο Στρατό και να πολεμήσει στον Α' Βαλκανικό Πόλεμο. Τον Οκτώβριο του 1912 προήχθη σε Συνταγματάρχη.

Μετά το τέλος του Α' Βαλκανικού Πολέμου διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην προπαγάνδα του Κομιτάτου Ένωση και Πρόοδος κατά των διαπραγματεύσεων ειρήνης με τις ευρωπαϊκές Δυνάμεις. Προσπάθησε επίσης να επιλύσει τα προβλήματα που προέκυψαν στην Κωνσταντινούπολη μετά την επίθεση του Μπαμπ-ι Αλί (πραξικόπημα της Υψηλής Πύλης του 1913).

Ο Τζεμάλ Πασάς είχε σημαντικό ρόλο στον Β' Βαλκανικό Πόλεμο και μετά την επανάσταση του Κομιτάτου Ένωση και Πρόοδος στις 23 Ιανουαρίου 1913, ορίστηκε διοικητής της Κωνσταντινούπολης και Υπουργός Δημοσίων Έργων. Το 1914 διορίστηκε Υπουργός Ναυτικών.

Α' Παγκόσμιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Τζεμάλ Πασάς στη Νεκρά Θάλασσα το 1915.

Πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, ο Τζεμάλ Πασάς ήταν ένθερμος υποστηρικτής μιας συμμαχίας με τη Γαλλία, όπου πήγε μάλιστα να διαπραγματευτεί μια συμφωνία, οι διαπραγματεύσεις όμως ναυάγησαν και ο Τζεμάλ Πασάς στη συνέχεια συντάχθηκε με τις απόψεις του Εμβέρ Πασά και του Ταλαάτ Πασά που προτιμούσαν τη σύμπραξη με τους Γερμανούς.

Το 1913, η τρόικα των Τριών Πασάδων πήρε την εξουσία στην οθωμανική κυβέρνηση και διαφέντεψε τις τύχες της Αυτοκρατορίας όλη τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Τζεμάλ Πασάς ήταν από τους σχεδιαστές των εσωτερικών και εξωτερικών πολιτικών δράσεων, από τις οποίες σχεδόν όλες αποδείχτηκαν καταστροφικές για την υπόσταση της Αυτοκρατορίας.

Μετά την κήρυξη πολέμου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εναντίον των δυνάμεων της Αντάντ, ο Εμβέρ Πασάς όρισε τον Τζεμάλ Πασά διοικητή των οθωμανικών δυνάμεων στην Αίγυπτο. Ο Τζεμάλ Πασάς όμως αποδείχτηκε, όπως και ο Εμβέρ Πασάς, ανεπαρκής ως στρατιωτικός ηγέτης.

Συρία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Τζεμάλ Πασάς με Ιρακινούς αρχηγούς φυλών σε γιορτή για την ολοκλήρωση του φράγματος Αλ-Χιντίγια στον ποταμό Ευφράτη κοντά στην πόλη Αλ-Χιλάχ, νότια της Βαγδάτης.

Το 1915, ο Τζεμάλ Πασάς τοποθετήθηκε ως διοικητής στη Συρία, με πλήρεις στρατιωτικές και πολιτικές εξουσίες. Το Μάιο εκείνης της χρονιάς, ένας προσωρινός νόμος τού έδωσε επιπλέον έκτακτες εξουσίες. Όλοι οι άνθρωποι της οθωμανικής διοίκησης στη Συρία έπρεπε να τύχουν της δικής του αποδοχής και έγκρισης. Οι επιθέσεις του κατά την 1η και 2η επίθεση στο Σουέζ απέτυχαν. Οι κακουχίες του πολέμου και οι φυσικές καταστροφές που έπληξαν την περιοχή εκείνα τα χρόνια, δημιούργησαν έντονη δυσαρέσκεια στον τοπικό πληθυσμό για τον Τζεμάλ Πασά και οδήγησαν στην Αραβική Εξέγερση.

Ο Τζεμάλ Πασάς ήταν γνωστός στους Άραβες της περιοχής ως Αλ-Σαφάχ, δηλαδή Αιμοδιψής Σεΐχης, όντας υπεύθυνος για τον απαγχονισμό πολλών Λιβανέζων, Σύρων σιιτών μουσουλμάνων και χριστιανών, αδίκως καταδικασθέντων για προδοσία, στις 6 Μαΐου 1916, στη Δαμασκό (τουρκικά: Şam) και στη Βηρυτό (τουρκικά: Beyrut).

Στα τέλη του 1915, ο Τζεμάλ Πασάς ξεκίνησε μυστικές διαπραγματεύσεις με τις δυνάμεις της Αντάντ για τον τερματισμό του πολέμου (προτείνοντας να αναλάβει εκείνος τη διακυβέρνηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τη συγκατάθεσή τους). Οι μυστικές αυτές διαπραγματεύσεις οδηγήθηκαν σε αδιέξοδο, εν μέρει και εξαιτίας διαφωνιών των συμμάχων για τη μελλοντική επικράτεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Στο μεταξύ, από την άνοιξη του 1915, ενώ η Αραβική Εξέγερση ξεκινούσε, ο Τζεμάλ Πασάς επέβαλε αυστηρό έλεγχο στους Άραβες της Συρίας που ήταν εχθροί της Αυτοκρατορίας. Το 1916, οι οθωμανικές αρχές κατέλαβαν τα γαλλικά προξενεία της Βηρυτού και της Δαμασκού και ανακάλυψαν γαλλικά μυστικά έγγραφα που περιελάμβαναν αποδείξεις για ενέργειες και ονόματα των Αράβων ανταρτών. Ο Τζεμάλ πίστευε ότι η υπό γαλλικό έλεγχο και καθοδήγηση αντίσταση υπήρξε η κύρια αιτία για τις στρατιωτικές του αποτυχίες. Με τα ντοκουμέντα που συγκέντρωσε, κινήθηκε εναντίον των αντάρτικων δυνάμεων που ήταν υπό την ηγεσία Αράβων πολιτικών και πνευματικών προσώπων. Ακολούθησαν δίκες των ανταρτών από στρατοδικεία και τιμωρία των ηγετών τους.

Στα τέλη του 1917, ο Τζεμάλ Πασάς κυβερνούσε από τη θέση του στη Δαμασκό σχεδόν ως ανεξάρτητος από το οθωμανικό κράτος. Η ήττα όμως του οθωμανικού στρατού από τον αγγλικό υπό την ηγεσία του Στρατηγού Άλενμπυ, τον οδήγησε σε παραίτηση από την 4η Στρατιά και επιστροφή του στην Κωνσταντινούπολη.

Μετά την ήττα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο τελευταίο συνέδριο του Κομιτάτου Ένωση και Πρόοδος το 1917, ο Τζεμάλ Πασάς εκλέχτηκε στο Συμβούλιο Κεντρικής Διοίκησης. Μετά την ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας τον Οκτώβριο του 1918 και την παραίτηση της κυβέρνησης του Ταλαάτ Πασά στις 2 Νοεμβρίου του ίδιου έτους, κατέφυγε με επτά ακόμα ηγέτες του Κομιτάτου Ένωση και Πρόοδος στη Γερμανία και στη συνέχεια στην Ελβετία.

Την ίδια εποχή, στρατιωτικό δικαστήριο στην Τουρκία καταδίκασε τον Τζεμάλ Πασά ερήμην σε θάνατο για το διωγμό Αράβων υπηκόων της Αυτοκρατορίας τα προηγούμενα έτη. Αργότερα, ο Τζεμάλ Πασάς πήγε στην Κεντρική Ασία, όπου συνέβαλε στον εκσυγχρονισμό του Αφγανικού Στρατού.

Μετά την επιτυχία της επανάστασης των μπολσεβίκων στη Ρωσία, πήγε στην Τυφλίδα της Γεωργίας όπου και δολοφονήθηκε, στις 21 Ιουλίου 1922, από τον Στεπάν Ντζαγκιγιάν, έναν Αρμένιο πατριώτη, στα πλαίσια της επιχείρησης Νέμεση. Το σώμα του Τζεμάλ Πασά μεταφέρθηκε στο Ερζερούμ (τουρκικά: Erzurum) όπου και τάφηκε.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]