Θεόφιλος Γκωτιέ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Théophil Gautier 1856 Nadar.jpg

Ο Πιέρ Ζυλ Τεοφίλ Γκοτιέ, επίσης Θεόφιλος Γκωτιέ (Pierre Jules Théophile Gautier) (30 Αυγούστου 1811 - 23 Οκτωβρίου 1872) ήταν Γάλλος ρομαντικός ποιητής, δραματουργός, μυθιστοριογράφος, δημοσιογράφος και λογοτεχνικός κριτικός. Η εργασία του είναι δύσκολο να ταξινομηθεί και παραμένει σημείο αναφοράς για τα επόμενα λογοτεχνικά ρεύματα, όπως ο παρνασσισμός, ο συμβολισμός και ο μοντερνισμός. Εκτιμήθηκε ευρέως από συγγραφείς τόσο διαφορετικούς όσο οι Κάρολος Μποντλέρ, αδελφοί Γκονκούρ (Goncourt), Γκυστάβ Φλωμπέρ και ο Όσκαρ Γουάιλντ (Oscar Wilde). Οι τελευταίες εργασίες του υπογράμμισαν τη τελειότητα της μορφής, τη λουστραρισμένη ομορφιά της γλώσσας και των καλολογικών στοιχείων, π.χ. Emaux Et Camees (Σμάλτο και Καμέες, 1852). Ήταν επίσης ο μυθιστοριογράφος του Mademoiselle De Maupin (1835), ενώ αργότερα στράφηκε στη δημοσιογραφία. Η πίστη του στην ανώτατη σημασία της μορφής στη τέχνη, με κόστος το συναίσθημα και τις ιδέες, ενέπνευσε τους ποιητές που έγιναν γνωστοί αργότερα ως Παρνασσιστές (Les Parnassiens). Κέρδιζε τα προς το ζην από τη δημοσιογραφία, για να μπορεί να γράφει και έμεινε γνωστός κυρίως για τα διηγήματά του με τίτλο Ο Θάνατος Στον Έρωτα.

Βίος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στο Ταρμπ (Tarbes) στις 30 Αυγούστου 1811, πρωτεύουσα της επαρχίας των Άνω Πυρηναίων (Hautes-Pyrénées), στη ΝΔ Γαλλία. O πατέρας του, Pierre Gautier, ήταν αρκετά καλλιεργημένος, κυβερνητικός ανώτερος υπάλληλος και μητέρα του ήταν η Antoinette-Adelaide Concarde. Το 1814 η οικογένεια μετακόμισε στο Παρίσι και πιάνει διαμέρισμα στην παλιά συνοικία του Marais. Σπούδασε στο εξαιρετικό Collège Louis-le-Grand, απόφοιτοι του οποίου ήταν επίσης οι Μποντλέρ και Βολταίρος. Φοίτησε ελάχιστα, λόγω ασθένειας που τον ανάγκασε να συνεχίσει κατ' οίκον σπουδές κι ολοκλήρωσε τελικά στο Collège Charlemagne, απ' όπου αποφοίτησε ο Σεν Μπεβ (Charles Augustin Sainte-Beuve). Στο κολέγιο γνώρισε τον Ζεράρ Ντε Νερβάλ (Gérard de Nerval) και έγιναν ισόβιοι φίλοι. Από τη φιλία τούτη είναι που οδηγήθηκε στη λατρεία του για τον Ουγκό. Στα 18 του, ο πατέρας του τον παρότρυνε να ασχοληθεί με τη μελέτη των λατίνων. Εκείνος αρχικά ήθελε να γίνει ζωγράφος, αλλά αντ' αυτού αφιερώθηκε στο γράψιμο.

Στην Επανάσταση του 1830, η οικογένεια Γκωτιέ συνάντησε τρομερές δυσκολίες κι αναγκάστηκε να μετακινηθεί προς τα περίχωρα. Ο νεαρός Θεόφιλος αποφάσισε να ζήσει ανεξάρτητος και ελεύθερος και ενοικίασε διαμέρισμα με τους φίλους του στο Doyenné, συνοικία του Παρισιού, ζώντας εκεί μιαν ευχάριστη μποέμικη ζωή. Προς τα τέλη του 1830, άρχισε να συμμετέχει στις συνεδριάσεις της Le Petit Cénacle, λέσχης που απαρτιζόταν από μιαν ομάδα καλλιτεχνών, που συναντώνταν στο στούντιο του Jehan Du Seigneur. Η ομάδα αυτή ήταν αντιγραφή της Σενάκλ του Ουγκό και μέλη της ήταν οι: Ζεράρ ντε Νερβάλ (Gérard de Nerval]], Αλέξανδρος Δουμάς (πατήρ) (Alexandre Dumas), Πετρύς Μπορέλ (Petrus Borel), Αλφόνς Μπρο (Alphonse Brot), Ζοζέφ Μπουσαρντύ (Joseph Bouchardy) και Φιλοτέ Ο'Νεντί (Philothée O’Neddy). Γρήγορα κέρδισαν τη φήμη των εκκεντρικών, διασκεδαστών καλλιτεχνών, αλλά παράλληλα η λέσχη αποτέλεσε για την εποχή ένα διέξοδο, ένα καταφύγιο από τη σκληρή κοινωνία.

Έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ξεκίνησε τη καριέρα του ως ποιητής από το 1826, ρίχτηκε με μέγα πάθος στο ρομαντικό κίνημα και ήταν θαυμαστής του Βικτόρ Ουγκό (Victor Hugo). Επίσης βοηθήθηκε πολύ κι από τον Ονορέ ντε Μπαλζάκ (Honore de Balzac), που του προσέφερε δουλειά στα Chronique de Paris. Το 1832 έγραψε το πρώτο μακροσκελές ποίημά του, "Albertus", υπερβολικό θεολογικό μύθο, αξιοπρόσεκτο για την τελειότητα ύφους, το χρώμα και τα καλολογικά στοιχεία του. Κατόπιν ακολούθησε το "La Comédie de la mort" (1838), "Les Jeune-France" (επίθεση στους ψευτορομαντικούς, 1833) και το μυθιστόρημα "Mademoiselle de Maupin", που συγκλόνισαν τη κοινή γνώμη από τη περιφρόνηση που αυτός επέδειξε στην ηθική. Ως δημοσιογράφος για 30 χρόνια, εργάστηκε με ζήλο -κυρίως στο περιοδικό La Presse, πράγμα που του έδινε συχνά την ευκαιρία να ταξιδεύει στον κόσμο, αλλά και να συναναστρέφεται με την υψηλή κοινωνία της εποχής- κι είχε θαυμαστή επιτυχία και ως κριτικός τέχνης, παράλληλα μ' αυτή του συγγραφέα. Είχε ξεκινήσει από το 1831 μα χωρίς κάτι ιδιαίτερο, όταν ο φίλος του Εμίλ ντε Ζιραρντέν (Emile de Girardin), τον προσέλαβε στο Λα Πρες. Kατά τη διάρκεια της θητείας του εκεί, ωστόσο, έγραψε και περί τα 70 άρθρα για τη Λε Φιγκαρό (Le Figaro).

Μαζί με τους Μποντλέρ, Ουγκό, Μπαλζάκ, Φλομπέρ, Ντελακρουά και άλλους καλλιτέχνες της εποχής και με τον Δρ Ζακ-Ζοζέφ Μορό (Jacques-Joseph Moreau) προεξάρχοντα, ανήκε σε μια λέσχη που σκοπό είχε να πειραματίζεται με τις διάφορες ουσίες και κυρίως το χασίς. Η λέσχη αυτή ονομαζόταν Λέσχη Των Χασισοποτών, που έδωσε και τον τίτλο σε κείμενό του, ένα άρθρο που περιγράφει τα πειράματα αυτά και γράφτηκε το 1846.[1] Το 1840 επισκέφτηκε την Ισπανία, αμέσως μετά τον εμφύλιο. Σε εκείνον ανήκει το ρητό, «Η Φαντασία είναι το πρώτο όπλο στον πόλεμο ενάντια στη Πραγματικότητα».

Απορροφημένος στην εργασία του, μετά την Επανάσταση του 1848 έγραψε πάνω από 100 άρθρα, που συγκροτούν 4 συμπαγείς τόμους βιβλίων, μέσα σε 9 μήνες. Σε τούτο συμμετείχαν ενεργά κι άλλοι ρομαντικοί της εποχής μαζί κι ο Ουγκό, όπως οι: Σατομπριάν (François-René De Chateaubriand), Λαμαρτέν (Alphonse De Lamartine), Βινί (Alfred De Vigny) & Μισέ (Alfred De Musset). Το γόητρό του ισχυροποιήθηκε από την εποχή που ήταν διευθυντής του περιοδικού Revue De Paris (1851-6). Κατόπιν, και αφού παράτησε και το Λα Πρες, έπιασε δουλειά σαν απλός δημοσιογράφος στο Le Moniteur, (επίσημο περιοδικό της 2ης Αυτοκρατορίας) βρίσκοντας ωστόσο βαρύ και ταπεινωτικό αυτό το φορτίο. Κι όμως ανέλαβε την έκδοση της Αναθεώρησης Των Καλλιτεχνών, το 1856 και εκεί κοινοποίησε την αγάπη του για την τέχνη, μέσω πολλών και διαφόρων εξαίσιων άρθρων, διατυπώνοντας παράλληλα το χαρακτηριστικό του δόγμα, «Η Τέχνη για τη Τέχνη».

Η 10ετία του 1860 ήταν δική του, παρόλο που απορρίφθηκε 3 φορές από τη Γαλλική Ακαδημία (1867-8-9). Ο διάσημος κριτικός τέχνης -μεταξύ άλλων- Σεν Μπεβ, αφιέρωσε τουλάχιστον 3 άρθρα του, για τη συλλογική μέχρι τότε δουλειά του Γκωτιέ, το 1863. 2 χρόνια μετά, το γόητρό του ανέβηκε μιας και κλήθηκε πολλάκις στο Σαλόνι της πριγκήπισσας Ματίλντ (Mathilde Bonaparte), εξαδέλφης του Ναπολέοντα Γ' και ανηψιάς του Ναπολέοντα Βοναπάρτη. Η Ματίλντ του πρόσφερε μιαν αργομισθία, ως βιβλιοθηκάριό της, το 1868, πράγμα που του έδωσε πρόσβαση μετά, στη δίκη του Ναπολέοντα Γ'. Από το 1862 είχε εκλεγεί πρόεδρος της Société Nationale Des Beaux-Arts, κι εκεί ήρθε σ' επαφή με επιτροπή αποτελούμενη από τους πιο γνωστούς καλλιτέχνες της εποχής, όπως οι: Ευγένιος Ντελακρουά, Πιέρ Πυβί ντε Σαβάν (Pierre Puvis de Chavannes), Εντουάρ Μανέ, Αλμπέρτ-Ερνέστ Καριέ-Μπελέζ (Albert-Ernest Carrier-Belleuse) και Γκυστάβ Ντορέ.

Ταξίδια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ταξίδεψε πάρα πολύ στον κόσμο κι επισκέφτηκε χώρες όπως η Ισπανία, η Ιταλία, η Αίγυπτος, η Ρωσία, η Αλγερία, η Τουρκία κ.λπ. Τα ταξίδια αυτά πολλάκις τον ενέπνευσαν στα γραπτά του. Για παράδειγμα, το Ταξίδι στην Ισπανία (Voyage en Espagne, 1843), το Θησαυροί Τέχνης στη Ρωσία (Trésors d' Art de la Russie, 1858), το Ταξίδι στη Ρωσία (Voyage en Russie, 1867) και η Κωνσταντινούπολη[2]. Η ταξιδιωτική αυτή λογοτεχνία του, σήμερα εξετάζεται με πολλή προσοχή. Έχει προσωπικό ύφος, περιγράφοντας τις προτιμήσεις του για τον πολιτισμό και τη τέχνη γενικότερα και ως εκ τούτου θεωρείται και κατέχει μιαν από τις κορυφαίες θέσεις στον 19ο αιώνα. Έγραψε και πολλά σενάρια για μπαλέτα με κυριότερο κείνο της "Ζιζέλ" (Giselle) και του οποίου η πρώτη ερμηνεύτρια, μπαλαρίνα Καρλότα Γκρίζι (Carlotta Grisi), υπήρξε ο μεγάλος έρωτας της ζωής του. Επειδή δεν μπόρεσε να τη παντρευτεί, πήρε την αδερφή της, την τραγουδίστρια Ερνεστίνα. Ήταν επίσης λάτρης των γατών.

Κέρδισε θέση στη Λεγεώνα Της Τιμής, για μιαν εργασία του που κέρδισε την επιτροπή για το σχεδιασμό του τάφου του Ναπολέοντα. Κατά τη διάρκεια του Γαλλοπρωσικού Πολέμου, ο Θεόφιλος Γκωτιέ γύρισε πίσω στο Παρίσι, μόλις έμαθε για την εισβολή των Πρώσων στη πρωτεύουσα και έμεινε εκει για όλη σχεδόν τη κατοχή, ώσπου πέθανε στις 23 Οκτωβρίου 1872 ξαφνικά, από μια μακριά καρδιακή πάθηση και τάφηκε με τιμές, στο κοιμητήριο της Μονμάρτρης (Cimetière de Montmartre), στο Παρίσι, σε ηλικία 61 ετών.

Απόψεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λάτρεψε τον Ουγκό και συμμερίστηκε τις απόψεις του για την έννοια της λέξης "τραγωδία", θαύμασε τον Μπαλζάκ για τη προσφορά του στα γαλλικά γράμματα κι επίσης συμπάθησε μεγάλους ζωγράφους της εποχής όπως ο Γάλλος Ενγκρ (Jean-Auguste-Dominique Ingres), αλλά και τους Ισπανούς: Μουρίλο (Murillo), Βελάσκεθ (Velasquez) & Ριμπέρα (Ribera). Ο ρόλος του στα περιοδικά κυρίως, εκτός από την ενημέρωση, ήταν αυτός του θεατρικού και λογοτεχνικού κριτικού. Η κριτική του ήταν ανακλαστική και κυρίως μαρτυρούσε όχι εμπορικές, αλλά προσωπικές του προτιμήσεις καθαρά. Επηρεάστηκε στη κριτική του, από τον Ντενί Ντιντερό (Denis Diderot), που πίστευε πως ο κριτικός έπρεπε να "μεταφράζει" έτσι το εκάστοτε έργο, ώστε να μπορεί να το καταλαβαίνει ο αναγνώστης. Πάντως έκανε μια σαφή διάκριση μεταξύ πεζού λόγου και ποίησης, δηλώνοντας πως ουδέποτε το πεζό μπορεί να χαρακτηριστεί ίσο με το ποίημα. Επίσης ήταν πρόθυμος να δεχτεί ως εφάμιλλη την κωμωδία με την τραγωδία.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Βλ. La Pipe d'opium (Η πίπα του οπίου κ.α. διηγήματα) ― μετάφρ.Ταρνανάς("Αιγόκερως")
  2. Constantinople, 1853 ― ελλην.μετάφρ.Έρση Μπομπολέση ("Καστανιώτης")

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα