Εμβόλιο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Jonas Salk το 1955 κρατώντας δύο δοχείο που περιέχουν εμβόλιο της πολιομυελίτιδας.

Το εμβόλιο είναι μία βιολογική παρασκευή που παρέχει ανοσία στον οργανισμό απέναντι σε κάποιον συγκεκριμένο παθογόνο μικροοργανισμό. Το εμβόλιο συνήθως περιέχει έναν νοσογόνο παράγοντα ο οποίος είναι υπεύθυνος για μια ασθένεια και ο οποίος συνήθως προέρχεται από εξασθενημένα ή ακόμα και νεκρά μικρόβια καθώς και τοξίνες ή επιφανειακές πρωτεΐνες. Ο παράγοντας αυτός διεγείρει το ανοσοποιητικό σύστημα του οργανισμού ώστε να το αναγνωρίσει ως ξένο, να το καταστρέψει και να αποκτήσει μνήμη για αυτόν ώστε το ανοσοποιητικό σύστημα να μπορεί αργότερα να τον αναγνωρίσει πιο εύκολα και να καταστρέψει οποιοδήποτε μικροοργανισμό τον περιέχει, εάν ο οργανισμός ξαναμολύνει τον άνθρωπο.

Τα εμβόλια μπορεί να έχουν τόσο προληπτικό ( με στόχο την απόκτηση ανοσίας απέναντι σε κάποιον νέο μικροοργανισμό) είτε θεραπευτικό ρόλο.

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ετυμολογικά ο όρος εμβόλιο προέρχεται από το εν (μέσα) + βάλλω.

Αποτελεσματικότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα εμβόλια δεν μπορούν πλέον να εγγυηθούν πλήρη προστασία από κάποια ασθένεια, όπως και κάθε άλλος τρόπος αντιμετώπισης ασθενειών[1]. Μερικές φορές η προστασία αποτυγχάνει γιατί το ανοσοποιητικό σύστημα του ξενιστή δεν μπορεί να αντιδράσει επαρκώς ή ακόμα και αδυνατεί να αντιδράσει. Η αδυναμία αντίδρασης είναι αποτέλεσμα συνήθως κλινικών παραγόντων όπως ο σακχαρώδης διαβήτης, η χρήση στεροειδών, η μόλυνση από τον ιό HIV ή ακόμα και από τη γήρανση του ατόμου. Επιπλέον υπάρχει η περίπτωση για γενετικούς λόγους το άτομο να αδυνατεί να παράξει αντισώματα τα οποία και θα αναγνωρίσουν το συγκεκριμένο παράγοντα,όπως σε περιπτώσεις έλλειψης Β λεμφοκυττάρων.

Ακόμα και αν ο ξενιστής αναπτύξει αντισώματα, η προστασία μπορεί να μην είναι επαρκής. Η ανοσία μπορεί να αναπτυχθεί πολύ αργά, τα αντισώματα να μην αναστέλλουν πλήρως τον παθογόνο παράγοντα ή ακόμα και να υπάρχουν πολλά στελέχη του συγκεκριμένου μικροοργανισμού τα οποία δεν αντιμετωπίζονται όλα από την ίδια αντίδραση του ανοσοποιητικού συστήματος. Ακόμα όμως και μία μερική, αργή ή και αδύναμη ανοσία μπορεί να μετριάσει την εξέλιξη της ασθένειας οδηγώντας σε ένα χαμηλότερο ποσοστό θνησιμότητας, ελαφρύτερα συμπτώματα και γρηγορότερη ανάρρωση.

Συχνά στα εμβόλια προστίθενται διάφορα πρόσθετα τα οποία έχουν ως στόχο την ενίσχυση της ανοσοαπόκρισης, ιδιαίτερα στα γηραιότερα άτομα (50-75 ετών και άνω), το ανοσοποιητικό σύστημα των οποίων μπορεί να έχει εξασθενίσει[2].

Η αποτελεσματικότητα ενός εμβολίου εξαρτάται από μία σειρά παραγόντων

  • Την ίδια την ασθένεια ( σε μερικές ασθένειες ο εμβολιασμός αποδίδει καλύτερα από ότι σε άλλες)
  • Το στέλεχος που χρησιμοποιείται για το εμβόλιο ( κάποια εμβόλια είναι ειδικά απέναντι σε κάποιο συγκεκριμένο στέλεχος ενός μικροοργανισμού)
  • Το κατά πόσο το πρόγραμμα των εμβολιασμών έχει τηρηθεί σωστά
  • Τα ατομικά χαρακτηριστικά του ασθενούς καθώς μερικά άτομα δεν παράγουν αντισώματα ακόμα και μετά τον εμβολιασμό τους
  • Η ηλικία καθώς και διάφοροι γενετικοί παράγοντες

Αν το άτομο που έχει εμβολιαστεί εμφανίσει τη συγκεκριμένη ασθένεια τότε κατά πάσα πιθανότητα τα συμπτώματα της ασθένειας θα είναι λιγότερο έντονα σε σχέση με τα μη εμβολιασμένα άτομα.[3]

Για τον σωστό προγραμματισμό του εμβολιασμού απαιτούνται τα εξής

  1. προσεκτικό προγραμματισμό σε σχέση με το αντίκτυπο που μπορεί να έχει η εκστρατεία του εμβολιασμού στην επιδημιολογική εξέλιξη της νόσου σε μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο επίπεδο
  2. Συνεχής έλεγχος της εξέλιξης της ασθένειας μετά τον εμβολιασμό του πληθυσμού με το νέο εμβόλιο
  3. διατήρηση υψηλών ποσοστών εμβολιασμού του πληθυσμού ακόμα και όταν η ασθένεια καταστεί σπάνια

Παράδειγμα αυτού είναι ο εμβολιασμός απέναντι στην ιλαρά στις ΗΠΑ. Πιο συγκεκριμένα το 1958 σε σύνολο 763064 κρουσμάτων στις ΗΠΑ εμφανίστηκαν 552 θάνατοι[4][5]. Μετά το πρόγραμμα εμβολιασμού τα κρούσματα έπεσαν κάτω από τα 150 με μέσο όρο 56 ανά χρόνο[5]. Στις αρχές του 2008 εντοπίστηκαν 64 κρούσματα ιλαράς. Τα 54 από αυτά σχετίστηκαν με εισαγωγή της νόσο από άλλο κράτος αν και μόνο το 13% είχε αποκτηθεί σε άλλο κράτος. Τα 63 από τα 64 άτομα είτε δεν είχαν εμβολιαστεί για την ιλαρά είτε δεν ήταν σίγουροι[5].

Δυσμενείς Συνέπειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν ο εμβολιασμός πραγματοποιείται κατά την παιδική ηλικία είναι γενικά ασφαλής.[6] Οι δυσμενείς συνέπειες είναι γενικά ήπιες.[7] Το ποσοστό των αντενδείξεων εξαρτάται από το μελετούμενο εμβόλιο.[7] Κάποιες πιθανές παρενέργειες είναι: ο πυρετός, ο πόνος γύρω από την περιοχή του εμβολίου και μυικοί πόνοι.[7] Σοβαρές παρενέργιες είναι εξαιρετικά σπάνιες.[6]

Είδη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα εμβόλια είναι νεκροί ή αδρανοποιημένοι μικροοργανισμοί ή εξουδετερωμένα παράγωγα αυτών. Υπάρχουν πολλά είδη εμβολίων σε χρήση[8]. Αυτοί οι τύποι

αντιστοιχίζονται στις διαφορετικές στρατηγικές που ακολουθούνται με στόχο να μειωθεί ο κίνδυνος εκδήλωσης της ασθένειας, διατηρώντας όμως την ικανότητα να παρέχει την ευεργετική ανοσοαπόκριση.

Αδρανοποιημένα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μερικά εμβόλια περιέχουν αδρανοποιημένους μικροοργανισμούς, οι οποίοι ήταν ενεργοί στο παρελθόν, όπως μικροοργανισμοί που έχουν καταστραφεί από χημικές ενώσεις, θέρμανση, ακτινοβολίες ή αντιβιοτικά. Τέτοια παραδείγματα είναι για εμβόλια για τη γρίπη, τη χολέρα, τη βουβωνική πανώλη, την πολιομυελίτιδα, την ηπατίτιδα Α και τη λύσσα.

Εξασθενημένα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μερικά εμβόλια περιέχουν ζωντανούς αλλά εξασθενημένους μικροοργανισμούς. Πολλά από αυτά περιέχουν ιούς οι οποίοι έχουν αναπτυχθεί κάτω από συνθήκες που αδρανοποιούν τις ιδιότητές τους, ή χρησιμοποιούν συγγενείς αλλά λιγότερο επικίνδυνους μικροοργανισμούς για να προκαλέσουν μία ευρεία ανοσοαπόκριση. Παρ' όλο που τα περισσότερα εμβόλια αυτού του τύπου είναι ιογενή, υπάρχουν και βακτηριακής φύσης. Παραδείγματα περιλαμβάνουν ιογενείς νόσους όπως ο κίτρινος πυρετός, η ιλαρά, η ερυθρά και η παρωτίτιδα καθώς και η βακτηριακή ασθένεια του τύφου. Οι Calmette και Guérin ανέπτυξαν ένα εμβόλιο που περιέχει ζωντανό το βακτήριο της φυματίωσης το οποίο όμως είναι μη μεταδοτικό, αλλά περιέχει ένα ιικά τροποποιημένο στέλεχος ονομαζόμενο "BCG" που χρησιμοποιείται για να προκαλέσει ανοσοαπόκριση στο εμβόλιο. Τα εξασθενημένα εμβόλια έχουν όμως και μειονεκτήματα. Συνήθως προκαλούν πιο μεγάλης διάρκειας ανοσολογικές αποκρίσεις και προτιμούνται για υγιείς ενήλικες. Όμως δεν είναι κατάλληλα για εξασθενημένα άτομα και σπάνια μπορούν να μεταλλαχθούν σε μία ενεργή μορφή και να προκαλέσουν την ασθένεια.[9]

Τοξικογεννή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα τοξικογεννή εμβόλια παράγονται από αδρανοποιημένα τοξικά παράγωγα που προκαλούν την ασθένεια αντί για τον ίδιο τον μικροοργανισμό. Παραδείγματα εμβολίων βασισμένα σε τοξίνες είναι το εμβόλιο του τετάνου και της διφθερίτιδας. Τα εμβόλια αυτά είναι γνωστά για την αποτελεσματικότητά τους. Επιπλέον χρησιμοποιούνται και για τοξίνες που δεν προέρχονται από μικροοργανισμούς όπως το εμβόλιο που πραγματοποιείται για την προστασία των σκύλων από το δάγκωμα κροταλία.

Υπομονάδων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αντί με το εμβόλιο να εισάγεται ένας εξασθενημένος ή ανενεργός μικροοργανισμός με στόχο την πρόκληση ανοσοαπόκρισης ( που μπορεί το εμβόλιο αυτό να χαρακτηριστεί ως ένα εμβόλιο πλήρους αντιγόνου), μπορούμε να εισάγουμε ένα τμήμα αυτού που μπορεί και αυτό να διεγείρει το ανοσοποιητικό σύστημα. Στα παραδείγματα συμπεριλαμβάνεται το εμβόλιο για την ηπατίδα Β το οποίο συντίθεται από επιφανειακές πρωτεΐνες του εν λόγω ιού ( παλαιότερα λαμβάνονταν από τον ορό του αίματος χρόνιων ασθενών, σήμερα με μεθόδους ανασυνδυασμού DNA και γενετικής μηχανικής), το όμοιο με τον ιό σωματίδιο που χρησιμοποιείται στο εμβόλιο εναντίον του ιού HPV ( ιός σχετικός με τον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας) που περιέχει μία πρωτεΐνη της κάψας, καθώς και εμβόλια για τον ιό της γρίπης. Τα εμβόλια αυτά χρησιμοποιούνται και για το εμβόλιο κατά της πανώλης.

Σύζευξης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μερικά βακτήρια περιβάλλονται από έναν γλυκοκάλυκα ο οποίος αποτελείται από γλυκοπρωτεϊνες και πολυσακχαρίτες. Μερικοί από αυτούς τους πολυσακχαρίτες προκαλούν μία ελαφρά ανοσολογική απόκριση. Συνδέοντας αυτούς τους πολυσακχαρίτες με πρωτεΐνες ( πχ τοξίνες) οδηγούμε τον οργανισμό στο να τα αναγνωρίσει σαν πρωτεϊνικά αντιγόνα. Τέτοια προσέγγιση συναντάμε στα εμβόλια κατά της μηνιγγίτιδας.

Agile Pulse In Vivo Electroporation System for enhanced vaccine delivery manufactured by BTX Harvard Apparatus, Holliston MA USA

Πειραματικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μία σειρά από καινοτόμα εμβόλια βρίσκονται σε στάδιο μελέτης αλλά και σε χρήση

  • Εμβόλια δενδριτικών κυττάρων. Στα εμβόλια αυτά συνδέονται τα δενδριτικά κύτταρα με αντιγόνα με στόχο να παρουσιάσουν τα αντιγόνα στα λευκά αιμοσφαίρια ώστε να προκληθεί η ανοσολογική απόκριση. Τα εμβόλια αυτά έχουν δώσει ενθαρρυντικά, αλλά πρώιμα, αποτελέσματα στο θέμα της θεραπείας των όγκων του εγκεφάλου.[10]
  • Εμβόλια ανασυνδυασμένου φορέα. Τα εμβόλια αυτά συνδυάζουν το περιβάλλον ενός μικροοργανισμού με το DNA ενός άλλου με στόχο την προστασία απέναντι σε ασθένειες με πολύπλοκη διαδικασία μόλυνσης και εκδήλωσης
  • Εμβόλια DNA. Τα τελευταία χρόνια αναπτύχθηκε ένα νέο είδος εμβολίου ονομαζόμενο ως εμβόλια DNA. Τα εμβόλια αυτά παράγονται από το DNA του ιού ή του βακτηρίου από το οποίο επιθυμούμε να προστατέψουμε τον οργανισμό ( το οποίο έχει απομονωθεί με ηλεκτροφόρηση) που εισάγεται σε ανθρώπινα ή ζωικά κύτταρα. Τα κύτταρα αυτά εκφράζουν τις πρωτεΐνες του παθογόνου παράγοντα με αποτέλεσμα να γίνονται αντιληπτά από τα κύτταρα του ανοσοποιητικού. Επειδή τα κύτταρα αυτά ζουν για μεγάλα διαστήματα μέσα στον οργανισμό, υπάρχει η δυνατότητα μόλις εισέλθει ο φυσιολογικός παθογόνος παράγοντας να έχουμε άμεση ανοσοαπόκριση και καταστολή αυτού. Τα εμβόλια αυτά κατά κύριο λόγω είναι ακόμα σε πειραματικό στάδιο αν και εμφανίζουν ευκολία στην παρασκευή και στην αποθήκευση.
  • Εμβόλια υποδοχέων των Τ κυττάρων. Τα εμβόλια αυτά περιέχουν πεπτίδια τα οποία φαίνεται να προκαλών την έκκριση κυττοκινών οι οποίες βοηθούν στην ανοσία. Δοκιμάζονται στην ανοσία απέναντι στην δερματίτιδα και σε άλλες ασθένειες.
  • Η στοχοποίηση ταυτοποιημένων βακτηριακών πρωτεϊνών οι οποίες συμμετέχουν στην αναστολή του συμπληρώματος, αναστέλλοντας έτσι το βασικό μηχανισμό επιβίωσης των βακτηρίων στον ανθρώπινο οργανισμό.[11]

Παρ' όλο που τα περισσότερα εμβόλια παράγονται από αδρανοποιημένα συστατικά των μικροοργανισμών, συνθετικά εμβόλια συντίθενται μερικώς ή εξ ολοκλήρου από συνθετικά πεπτίδια, υδατάνθρακες ή άλλους αντιγονικούς επίτοπους.

Σθένος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα εμβόλια μπορεί να είναι μονοσθενή ή πολυσθενή. Ένα μονοσθενές εμβόλιο είναι σχεδιασμένο να προσφέρει ανοσία απέναντι σε ένα μεμονωμένο αντιγόνο ή μικροοργανισμό[12] . Ένα πολυσθενές εμβόλιο είναι σχεδιασμένο να προσφέρει ανοσία απέναντι σε δύο ή περισσότερα αντιγόνα ή μικροοργανισμούς[13]. Ανάλογα με τον αριθμό των αντιγόνων μπορούμε να έχουμε δισθενή, τρισθενή κλπ εμβόλια. Σε μερικές περιπτώσεις τα μονοσθενή εμβόλια μπορούν να αναπτύξουν μία ταχεία εξελισσόμενη και ισχυρή ανοσοαπόκριση.[14]

Ετερόλογα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα ετερόλογα εμβόλια περιέχουν παθογόνους παράγοντες οι οποίοι είτε δεν εκδηλώνουν την ασθένεια στον άνθρωπο είτε εκδηλώνουν μία πολύ ήπια μορφή αυτής. Κλασσικό παράδειγμα αποτελεί η εφαρμογή του ιού της ευλογιάς της αγελάδας στον άνθρωπο. Ένα σημερινό παράδειγμα αποτελεί το BCG εμβόλιο από το [bovis|Mycobacterium bovis] ενάντια στην ανθρώπινη φυματίωση.[15]

Αναπτύσσοντας την Ανοσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ανοσοποιητικό σύστημα αναγνωρίζει τα συστατικά του εμβολίου ως ξένα, τα καταστρέφει και κρατάει "αρχείο" για τον τρόπο που τα κατέστρεψε. Όταν ο αντιγονικός επίτοπος συναντάται, ο οργανισμός αναγνωρίζει το πρωτεϊνικό περίβλημα του ιού και έτσι είναι προετοιμασμένος να αντιδράσει εξουδετερώνοντας τον στόχο και αναγνωρίζοντας και εξουδετερώνοντας τα μολυσμένα κύτταρα πριν ο παράγοντας αυτός μπορέσει να πολλαπλασιαστεί σε μεγάλους αριθμούς.

Όταν δύο ή περισσότερα εμβόλια αναμειγνύονται στο ίδιο διάλυμα μπορούν να αλληλεπιδράσουν. Αυτό συμβαίνει συνήθως στα εμβόλια με ζωντανούς εξασθενημένους μικροοργανισμούς όπου το ένα από τα περιεχόμενα του εμβολίου είναι πιο ισχυρό σε σχέση με τα άλλα και καταστέλλει την ανάπτυξη και την εκδήλωση ανοσοαπόκρισης στα άλλα περιεχόμενα. Το φαινόμενο αυτό πρωτοπαρατηρήθηκε στο τρισθενές εμβόλιο της πολιομυελίτιδας όπου η ποσότητα του στελέχους 2 του ιού στο εμβόλιο έπρεπε να μειωθεί για να αποφευχθεί η αντίδρασή του με τα στελέχη 1 και 3 του ιού[16]. Το φαινόμενο αυτό εντοπίστηκε και στο εμβόλιο για το δάγκειο πυρετό, που μελετάτε αυτή την εποχή, όπου το στέλεχος DEN-3 καταστέλλει τα στελέχη DEN-1, -2 και -4.

Τα εμβόλια συνέβαλαν στην εξαφάνιση της ευλογιάς η οποία υπήρξε μία από τις πιο θανατηφόρες ασθένειες που γνώρισε η ανθρωπότητα. Άλλες ασθένειες όπως η ερυθρά, η πολιομυελίτιδα, η ιλαρά, η παρωτίτιδα, η ανεμοβλογιά και ο τυφοειδής πυρετός δεν έχουν σε κανένα σημείο του κόσμου τη συχνότητα που είχαν πριν αρκετά χρόνια. Από τη στιγμή που η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού εμβολιάζεται, είναι πολύ πιο δύσκολο μια επιδημία να ξεσπάσει και να εξαπλωθεί. Το φαινόμενο αυτό ονομάζεται ανοσία του πληθυσμού. Η πολιομυελίτιδα, η οποία μεταδίδεται μόνο μεταξύ των ανθρώπων, βρίσκεται στο στόχαστρο ενός εκτενούς διεθνούς προγράμματος το οποίο περιόρισε την πολιομυελίτιδα μόνο στο Αφγανιστάν, στη Νιγηρία και στο Πακιστάν[17]. Η δύσκολη πρόσβαση σε όλα τα παιδιά αλλά και πολιτισμικές διαφορές καθυστερούν σημαντικά την οριστική εξαφάνιση της ασθένειας.

Πρόγραμμα εμβολιασμών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με στόχο την όσο το δυνατό καλύτερη προστασία, τα παιδιά οφείλουν να εμβολιάζονται από τη στιγμή που το ανοσοποιητικό τους σύστημα είναι ικανοποιητικά αναπτυγμένο για να ανταποκριθεί στα εμβόλια, συχνά με επιπρόσθετα ενισχυτικά ( επαναληπτικά) εμβόλια για να επιτευχθεί όσο το δυνατόν πληρέστερη ανοσία. Αυτό έχει οδηγήσει στην ανάπτυξη ενός προγράμματος εμβολιασμού. Στις ΗΠΑ η Συμβουλευτική Επιτροπή για θέματα Ανοσίας ([Committee on Immunization Practices|Advisory Committee on Immunization Practices]) προτείνει τακτικό εμβολιασμό των παιδιών ενάντια στην:[18] ηπατίτιδα Α, ηπατίτιδα Β, πολιομυελίτιδα, παρωτίτιδα, ιλαρά, ερυθρά, διφθερίτιδα, κοκκύτη, τέτανο, αιμόφιλο γρίπη τύπου Β (HIB), ανεμοβλογιά, ροταϊό, γρίπη, μηνιγγιτιδοκοκκική νόσος και πνευμονία[19]. Ο μεγάλος αριθμός των εμβολίων και των επαναληπτικών δόσεων που απαιτούνται ( μέχρι 24 ενέσεις στην ηλικία των 2 ετών) οδήγησε σε προβλήματα στην πλήρη συμμόρφωση των πολιτών. Για την αντιμετώπιση των φαινομένων αυτών αναπτύσσεται ένα πρόγραμμα συνδυασμού των εμβολίων.

Πέρα από τις συστάσεις για εμβολιασμό των παιδιών , πολλά εμβόλια συνιστώνται να πραγματοποιηθούν σε όλη τη διάρκεια της ζωής, τα πιο συχνά εκ των οποίων είναι για την παρωτίτιδα, τον τέτανο, τη γρίπη και την πνευμονία. Οι έγκυοι ελέγχονται επίσης για ανοσία στην ερυθρά. Το εμβόλιο για τον ιό των ανθρώπινων θηλωμάτων συνίσταται στις ΗΠΑ (από το 2011)[20] και στο Ηνωμένο Βασίλειο( από το 2009)[21]. Για τους ηλικιωμένους ο εμβολιασμός επικεντρώνεται στην πνευμονία και τη γρίπη που είναι πιο θανατηφόρες σε αυτές τις ηλικιακές ομάδες. Το 2006 δημιουργήθηκε εμβόλιο για τον έρπη, μία ασθένεια από τον ιό της ανεμοβλογιάς, ο οποίος συχνά προσβάλλει τους ηλικιωμένους.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πριν την εισαγωγή των εμβολίων με τη χρήση υλικών από περιστατικά ευλογιάς στις αγελάδες, η ευλογιά μπορούσε να προληφθεί με εμβολιασμό των ατόμων με τον ιό της ευλογιάς, ένα είδος εμβολιασμού το οποίο διαχωρίστηκε μετέπειτα από το εμβόλιο της ευλογιάς. Οι πληροφορίες αυτές έφτασαν στη Δύση το 1721 από τη Lady Mary Wortley Montagu η οποία τις παρουσίασε στον Hans Sloane, ιατρό του Βρετανού βασιλιά[22].

Edward Jenner

Κάποια στιγμή στα τέλη της δεκαετίας του 1760 ο Edward Jenner, καθώς ακολουθούσε την ειδικότητά του ως χειρουργός, άκουσε μια ιστορία, γνωστή στις επαρχιακές περιοχές ότι οι εργαζόμενοι στην παραγωγή γάλακτος ποτέ δεν νοσούσαν από τη συχνά θανατηφόρα και παραμορφωτική ασθένεια της ευλογιάς καθώς είχαν είδη νοσήσει από την ευλογιά των αγελάδων η οποία έχει πολύ ελαφρά συμπτώματα στον άνθρωπο. Το 1796 ο Jenner πήρε πύον από το χέρι μιας χωριατοπούλας που έπασχε από ευλογιά των αγελάδων και το εισήγαγε στο χέρι ενός οκτάχρονου αγοριού. Έξι εβδομάδες αργότερα εμβολίασε το παιδί με τον ιό της ευλογιάς και παρατήρησε ότι δεν νόσησε από αυτή[23][24]. Ο Jenner επέκτεινε τις μελέτες του και το 1798 ανέφερε ότι το εμβόλιο αυτό ήταν ασφαλές για παιδιά αλλά και για ενήλικες και ότι μπορούσε να μεταφερθεί από χέρι σε χέρι, μειώνοντας την εξάρτηση στις αβέβαιες πηγές των μολυσμένων αγελάδων[25]. Καθώς ο εμβολιασμός με τον ιό της ευλογιάς των αγελάδων ήταν πολύ πιο ασφαλής από τον εμβολιασμό με τον ιό της ευλογιάς των ανθρώπων[26], μια πρακτική ιδιαίτερα εκτεταμένη στην Αγγλία, ο εμβολιασμός με τον ανθρώπινο ιό της ευλογιάς απαγορεύτηκε το 1840[27]. Η δεύτερη γενιά των εμβολίων εισήχθη τη δεκαετία του 1880 από τον Luis Pasteur (Παστέρ), ο οποίος εισήγαγε τα εμβόλια για τη χολέρα των κοτόπουλων και για το βακτήριο του άνθρακα[28]. Κατά τα τέλη του 19ου αιώνα ο εμβολιασμός θεωρούνταν θέμα εθνικού κύρους και ψηφίστηκαν οι πρώτοι νόμοι υποχρεωτικού εμβολιασμού[23].

Κατά τον 20ο αιώνα παρήχθησαν πολλά επιτυχημένα εμβόλια, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνονται τα εμβόλια ενάντια στη διφθερίτιδα, την ιλαρά, την παρωτίτιδα και την ερυθρά. Κορυφαία επιτεύγματα περιλαμβάνουν το εμβόλιο ενάντια στην πολιομυελίτιδα τη δεκαετία του 50 και την εξαφάνιση της ευλογιάς τις δεκαετίες του 60 και του 70. Ο Maurice Hilleman ήταν ένας από τους πιο γόνιμους ερευνητές του 20ου αιώνα. Καθώς τα εμβόλια γίνονται όλο και πιο διαδεδομένα, πολλοί τα λαμβάνουν ως δεδομένο. Παρ' όλα αυτά είναι επιτακτική η ανάγκη για εμβόλια εναντίον του έρπη, της ελονοσίας και του HIV[29].

Ορόσημα στην ιστορία των εμβολίων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

ΕΤΟΣ ΓΕΓΟΝΟΣ
1000 Κινέζικη πρακτική του εμβολιασμού με ενεργό ιό της ευλογιάς
1545 Επιδημία ευλογιάς στην Ινδία
1578 Επιδημία κοκκύτη στο Παρίσι
1625 Πρώτα κρούσματα ευλογιάς στη Βόρια Αμερική
1633 Αποικιακή επιδημία ευλογιάς στη Μασαχουσέτη
1661 Ο αυτοκράτορας Kangxi της Κίνας δίνει αυτοκρατορική στήριξη στον εμβολιασμό με ενεργό ιό της ευλογιάς.
1676 Ο Thomas Syndenham περιγράφει τη μόλυνση από ιλαρά
1676 Η "πανώλη των Ινδιάνων" στη φυλή Iroquois καταγράφεται από τον Louis de Buade de Frontenac
1694 Η Βασίλισσα Μαίρη ΙΙ πεθαίνει από ευλογιά στις 28 Δεκεμβρίου
1699 Επιδημία κίτρινου πυρετού στις αμερικανικές αποικίες
1718 Η Lady Mary Montagu εμβολίασε τον εξάχρονο γιο της με ενεργό ιό ευλογιάς στην Κωνσταντινούπολη από τον Dr. Charles Maitland
1721 Η Lady Mary Montagu εμβολίασε τη δίχρονη κόρη της με ενεργό ιό ευλογιάς στην Κωνσταντινούπολη από τον Dr. Charles Maitland
1736 Ο τετράχρονος γιος του Benjamin Franklin πεθαίνει από ευλογιά
1740 Ο Friedrich Hoffmann δίνει μία πρώτη περιγραφή της ερυθράς
1757 Ο Francis Home παρουσιάζει το μολυσματικό χαρακτήρα της ιλαράς
1798 Ο Eduard Jenner δημοσιεύει τις μελέτες του για τα αποτελέσματα του εμβολίου της ευλογιάς
1800 Ο Banjamin Waterhouse φέρνει το εμβόλιο της ευλογιάς στις ΗΠΑ
1817 Ξεκινά επιδημία χολέρας
1817 O Panum μελετά την επιδημιολογία της ιλαράς στα νησιά Φερόε
1854 Ο Filippo Pacini απομονώνει το βακτήριο Vibrio Cholerae
1874 Νόμος υποχρεωτικού εμβολιασμού και επανεμβολιασμού εφαρμόζεται στη Γερμανία[30]
1880 Ο Luis Pasteur αναπτύσσει το εμβόλιο για τη χολέρα των πτηνών
1881 Ο Luis Pasteur δημοσιεύει δοκιμές του εμβολίου για τον άνθρακα στο Pouilly le Fort
1881 Ο Luis Pasteur και ο George Sternberg ανεξάρτητα ανακαλύπτουν τον πνευμονιόκοκκο
1882 Ο Koch απομονώνει το βακτήριο Mycobacterium tuberculosis
1885 Ο Luis Pasteur προλαμβάνει επιτυχώς τη λύσσα στον Joseph Meister με εμβολιασμό μετά την έκθεση στο μικροοργανισμό
1888 Το ινστιτούτο Παστέρ δημιουργείτε στις 14 Νοεμβρίου
1890 Οι Shibasaburo Kitasato και Emil von Behring ανοσοποιούν πειραματόζωα με θερμικά επεξεργασμένη τοξίνη της διφθερίτιδας.
1892 Ο Pfeiffer ανακαλύπτει τον βάκιλο της γρίπης του Pfeiffer
1894 Πρώτη ευρεία επιδημία πολιομυελίτιδας στις ΗΠΑ στη Rutland County του Vermont
1896 Ο Koch ανακοινώνει την ανακάλυψη του Vibrio cholera, μη γνωρίζοντας τη δουλειά του Filippo Pacini
1898 Ο Αγγλικός νόμος επιτρέπει την αποχή από το εμβόλιο για την ευλογιά για λόγους συνείδησης.
1899 Επιδημία κίτρινου πυρετού μεταξύ των εργατών της διώρυγας του Παναμά προκαλώντας τη μεταφορά των δικαιωμάτων του έργου από τη Γαλλία στις ΗΠΑ
1900 Οι Carlos Finlay και Walter Reed ανακαλύπτουν ότι ο κίτρινος πυρετός μεταφέρεται μέσω των κουνουπιών μετά από μελέτη αυτού στην Κούβα
1906 Οι Jules Bordet και Octave Gengou απομονώνουν το Bordetella pertussis
1908 Οι Karl Landsteiner και Erwin Popper ανακαλύπτουν τον ιό της πολιομυελίτιδας
1924 Το BCG εισάγεται ως το ζωντανό εμβόλιο για τη φυματίωση
1935 Ο Max Theiler αναπτύσσει ένα ζωντανό εμβόλιο για τον κίτρινο πυρετό
1945 Αναπτύσσεται εμβόλιο για τη γρίπη του αλλαντοϊού από υγρό εμβρύου
1949 Ο John Enders καλλιεργεί ιό πολιομυελίτιδας σε καλλιέργεια ιστών
1955 Το εμβόλιο του Jonas Salk με αδρανοποιημένο ιό της πολιομυελίτιδας παίρνει άδεια για γενική χρήση.[31]
1960 Δοκιμές του Albert Sabin για εμβόλιο από το στόμα με ζωντανό ιό πολιομυελίτιδας αρχίζουν[32]
1960-1969 Αναπτύσσονται ζωντανά εξασθενημένα εμβόλια για την ιλαρά, την παρωτίτιδα και την ερυθρά
1974-1984 Αναπτύσσονται εμβόλια με πολυσακχαρίτες για τον Μηνιγγιόκοκκο, τον Πνευμονιόκοκκο και την Αιμόφιλο γρίπη
1980 Ο ΠΟΥ( Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας) ανακοινώνει την εξαφάνιση της ευλογιάς.
1981 Αδειοδοτείται το εμβόλιο για την ηπατίτιδα Β
1983 Εμβόλιο βασισμένο σε σύμπλοκο πρωτεΐνης- υδατάνθρακα αναπτύσσεται για την αιμόφιλο γρίπη
1983 To Harald zur Hausen δημοσιεύει ότι ο καρκίνος του τραχήλου της μήτρας οφείλεται στον ανθρώπινο παπιλοϊό
1986 Αδιοδοτείται το εμβόλιο για την ηπατίτιδα Β
1989 Η Concepción Campa και η ομάδα της αναπτύσσουν το πρώτο εμβόλιο κατά της μηνιγγίτιδας τύπου Β
1991 Το Dukoral, ένα εμβόλιο κατά της χολέρας αναπτύσσεται και αδιοδοτείται στη Σουηδία
1994 Ο Jacintlo Convit αναπτύσσει εμβόλιο κατά της λεϊσμανίασης βασισμένο στο BCG εμβόλιο
1994 Ανακοινώνεται η εξάλειψη της πολιομυελίτιδας από τις ΗΠΑ
2002 Ανακοινώνεται η εξάλειψη της πολιομυελίτιδας από την Ευρώπη
2006 Αδιοδοτείται το πρώτο εμβόλιο για τον HPV
2014 Ανακοινώνεται η εξάλειψη της πολιομυελίτιδας από την Ινδία[33]

Κοινωνία και πολιτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εναντιώσεις στον εμβολιασμό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εναντιώσεις στον εμβολιασμό, από ένα ευρύ φάσμα επικριτών, υπάρχουν σχεδόν από τις πρώτες εκστρατείες εμβολιασμού[34]. Παρ' όλο που τα οφέλη της πρόληψης του πόνου και του θανάτου από σοβαρές μολυσματικές ασθένειες υπερνικούν σε πολύ μεγάλο βαθμό τον κίνδυνο για σπάνια δυσμενή αποτελέσματα τα οποία ακολουθούν τον εμβολιασμό[35], επικρίσεις έχουν ανακύψει σε σχέση με την ηθική, την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια του εμβολιασμού. Μερικές κριτικές απέναντι στον εμβολιασμό αναφέρουν ότι δεν είναι αποτελεσματικός απέναντι στις ασθένειες[36] ή ότι οι μελέτες για την ασφάλειά του είναι ανεπαρκείς[36]. Μερικές θρησκευτικές ομάδες απαγορεύουν τον εμβολιασμό[37] ενώ κάποιες πολιτικές ομάδες εναντιώνονται στον υποχρεωτικό εμβολιασμό στα πλαίσια της ατομικής ελευθερίας[34]. Στον αντίποδα, ανησυχία έχει προκληθεί στον επιστημονικό κόσμο για μία πιθανή διάδοση επικίνδυνων μολυσματικών ασθενειών όχι μόνο ανάμεσα σε παιδιά των οποίων οι γονείς αρνήθηκαν να τα εμβολιάσουν αλλά και σε άτομα τα οποία λόγω ανοσοανεπάρκειας ή γήρατος αδυνατούν να εμβολιαστούν από μη εμβολιασμένους φορείς, λόγω της διάδοσης ψευδών θέσεων για την ασφάλεια των εμβολίων[38]. Μερικοί γονείς πιστεύουν ότι τα εμβόλια προκαλούν αυτισμό, παρ' όλο που η επιστημονική κοινότητα έχει απορρίψει τη ιδέα αυτή[39]. Το 2011 ο Andrew Wakefield, ένας από τους πρωτεργάτες της άποψης ότι τα εμβόλια σχετίζονται με τον αυτισμό, βρέθηκε να έχει οικονομικό συμφέρον από την αμφισβήτηση των ερευνητικών αποτελεσμάτων και στη συνέχεια του αφαιρέθηκε η άδεια ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος[40].

Οικονομία και εξέλιξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μία πρόκληση στην εξέλιξη των εμβολίων είναι το οικονομικό ζήτημα. Πολλές από τις ασθένειες για τις οποίες είναι επιτακτική η ανάγκη παραγωγής εμβολίων, συμπεριλαμβανομένων του HIV, της ελονοσίας και της φυματίωσης, παρουσιάζονται κυρίως στις φτωχότερες χώρες. Οι φαρμακευτικές εταιρίες καθώς και οι εταιρίες βιοτεχνολογίας έχουν μικρό κίνητρο να παρασκευάσουν εμβόλια για αυτές τις ασθένειες καθώς υπάρχει μικρή πιθανότητα απόσβεσης του κόστους. Ακόμη και στις πιο εύπορες χώρες, τα οικονομικά οφέλη είναι γενικά λίγα ενώ οι οικονομικοί και άλλοι κίνδυνοι είναι γενικά πολλοί[41].

Το μεγαλύτερο μέρος της έρευνας για εμβόλια χρηματοδοτείται από κράτη, πανεπιστήμια, ιδρύματα και άλλους μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς[42]. Πολλά εμβόλια έχουν αποδειχθεί πολύτιμα για τη δημόσια υγεία[43]. Στην πραγματικότητα ο αριθμός των εμβολίων που χορηγούνται έχει αυξηθεί σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες[44]. Η αύξηση αυτή οφείλεται κυρίως στην αύξηση των υποχρεωτικών εμβολίων στην προσχολική ηλικία καθώς και μέσα από την υποστήριξη των κυβερνήσεων στις εκστρατείες εμβολιασμού και λιγότερο στο οικονομικό όφελος.

Πατέντες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πλήρωση με πατέντες των διάφορων τεχνικών παραγωγής των εμβολίων αποτελεί επίσης ένα εμπόδιο στην ανάπτυξη νέων εμβολίων.Λόγω της ασθενούς προστασίας που προσφέρεται από το καθεστώς της πατέντας στο τελικό προϊόν, η προστασία πετυχαίνεται κυρίως μέσω της ασφάλισης με πατέντα της διαδικασίας που ακολουθήθηκε για την παραγωγή του νέου εμβολίου σε συνδυασμό με προστασία της μυστικότητας στην παραγωγή[45].

Παραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η παραγωγή ενός εμβολίου διακρίνεται σε πολλά στάδια. Αρχικά, αναπτύσσεται το αντιγόνο. Οι ιοί αναπτύσσονται είτε σε μονήρη κύτταρα, αυγά (όπως ο ιός της γρίπης) είτε σε συνεχείς κυτταρικές σειρές, ακόμα και ανθρώπινων κυττάρων (όπως ο ιός της ηπατίτιδας Α. [46] Τα βακτήρια καλλιεργούνται σε βιοαντιδραστήρες (όπως ο Haemophilus influenzae τύπος b. Αντίστοιχα, μια ανασυνδυασμένη πρωτεΐνη (ιικής ή βακτηριακής) προέλευσης μπορεί να παραχθεί σε καλλιέργειες γενετικά τροποποιημένων μυκήτων, βακτηρίων ή άλλων κυτταροκαλλιεργειών. Μετά την ανάπτυξη του αντιγόνου, ακολουθεί η απομόνωση του από τα κύτταρα που το παρήγαν. Οι ιοί μπορεί να χρειάζονται απενεργοποίηση, μια διαδικασία που επιτυγχάνεται χωρίς ειδικές τεχνικές απομόνωσης. Οι ανασυνδυασμένες πρωτεΐνες μπορεί να υποστούν σε ποικίλες διεργασίες, όπως η υψηλής ευκρίνειας καθαρισμό ή και χρωματογραφία στήλης. Τέλος, στη διαμόρφωση του εμβολίου σημαντικό ρόλο παίζουν προσθετικές ουσίες, σταθεροποιητές και συντηρητικά. Οι πρώτες, ενισχύουν την ανοσιακή απάντηση έναντι στο αντιγόνο, οι σταθεροποιητές βοηθούν στην αυξημένη περίοδο φύλαξης, ενώ τα συντηρητικά επιτρέπουν την χρήση ενός φιαλιδίου περισσότερες από μια φορά (για την πραγματοποίηση πολλαπλών δόσεων). Τα εμβόλια σύζευξης είναι δυσκολότερο να αναπτυχθούν και να παραχθούν σε μεγάλες ποσότητες, λόγω της πιθανής αλληλεπίδρασης που μπορεί να αναπτύξουν τα διάφορα αντιγόνα και τα συστατικά που περιέχονται σε αυτό.

Οι μέθοδοι παραγωγής εμβολίων αναπτύσσονται και εξελίσσονται. Τα κύτταρα (από κυτταροκαλλιέργειες) των θηλαστικών θα αποκτήσουν μεγαλύτερη σημασία από τα κύτταρα των αυγών της κότας, λόγω της μεγαλύτερης παραγωγικότητάς τους και της μικρότερης πιθανότητες μόλυνσης από άλλους παράγοντες.[47] Στο μέλλον, η τεχνολογία του ανασυνδυασμού θα βοηθήσει στην παραγωγή μη τοξινικών εμβολίων σε σχέση με τα βακτηριακά εμβόλια που περιέχουν τοξίνες.[48] Τα εμβόλια σύζευξης θα περιέχουν λιγότερα αντιγόνα και έτσι θα περιοριστεί ο αριθμός των πιθανών αλληλεπιδράσεων.[48]

Το 2010, η Ινδία παρήγαγε το 60% της συνολικής ποσότητας εμβολίων με αξία 900 εκατομμυρίων δολαρίων (650 εκατομμύρια ευρώ).[49]

Προσθετικοί παράγοντες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκτός από το ενεργό εμβόλιο, τα σκευάσματα περιέχουν διάφορους προσθετικούς παράγοντες που περιλαμβάνουν:[50]

  • Αργίλιο άλατα και gel που χρησιμοποιούνται για προωθήσουν την πρόωρη και επίμονη ανοσιακή απάντηση με μικρότερη δόση.
  • Αντιβιοτικό. Προστίθεται για να προφυλάξει το σκεύασμα από επιμόλυνσης.
  • Αλβουμίνη (η πρωτεΐνη του αυγού). Υπάρχει συνήθως στα εμβόλια του ιού της γρίπης και του κίτρινου πυρετού, επειδή τα εμβόλια αυτά παράγονται σε κύτταρα αυγού της κότας.
  • Φορμαλδεϋδη χρησιμοποιείται για να απενεργοποιήσει βακτηριακά προϊόντα για τα αντιβιοτικά τοξινών. Επίσης η φορμαλδεΰδη χρησιμοποιείται για να απενεργοποιήσει τους ιούς και να θανατώσει βακτήρια που μπορεί να μολύνουν το σκεύασμα.
  • Μονονάτριο γλουταμικό(MSG) and 2 - φαινολυοξυαιθανόλη. Χρησιμοποιούνται ως σταθεροποιητές για τα εμβόλια.
  • Thimerosal είναι ένα σκεύασμα με υδράργυρο που προστίθεται στα φιαλίδια των εμβολίων που χρησιμοποιούνται για περισσοτερες από μια δόσεις και έχει επίσης αντιβακτηριακή δράση. Η χρήση του αμφισβητείται λόγω της παρουσίας υδραργύρου.

Ο ρόλος των συντηρητικών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα συντηρητικά είναι απαραίτητα έτσι ώστε να αποφευχθούν οι μολύνσεις από παθογόνους παράγοντες όπως ο σταφυλόκοκκος που μπορεί να επιφέρουν θανατηφόρα αποτελέσματα.[51] Αρκετά από τα συντηρητικά περιλαμβάνουν τις εξής ουσίες: thiomersal, phenoxyethanol, και formaldehyde. Το Thiomersal είναι πιο αποτελεσματικό σε σχέση με τα υπόλοιπα, γιατί έχει καλύτερο χρόνο ημιζωής και οδηγεί σε μια πιο δυνατή ανοσιακή απάντηση. Στην Ευρώπη και την Αμερική, το thiomersal απαγορεύτηκε τουλάχιστον στις παιδικές ηλικίες, λόγω της παρουσίας υδραργύρου.[52] Although controversial claims have been made that thiomersal contributes to autism, no convincing scientific evidence supports these claims.[53]

Τρόποι Χορήγησης - Ανοσοποίησης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γυναίκα που δέχεται εμβόλιο για την ερυθρά στη Βραζιλία.

Η σύγχρονη έρευνα επιτρέπει την ανοσοποίηση ενός οργανισμού με ποικίλους τρόπους. Η ανοσοποίηση αφορά στην είσοδο και την μεταφορά του αντιγόνου στα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος. Έχουμε δύο βασικούς τρόπους που ερευνόνται τα λιποσωμάτια και τα ISCOMS (ανοσιακά σύμπλοκα ενεργοποίησης).[54]

Σημαντικά βήματα έχουν γίνει στην ανάπτυξη από τους στόματος χορηγούμενων εμβολίων. [55]Τα εμβόλια αυτά ήταν αρκετά παρεξηγημένα στις αρχές του εικοστού αιώνα οπότε και ξεκινά η έρευνα για αυτά, με στόχο των τυφοειδή πυρετό.

Τα από στόματος εμβόλια αποδείχθηκαν αποτελεσματικά, ειδικά στην περίπτωση που χορηγούνταν από εθελοντές. Βασική ασθένεια στην οποία εφαρμόστηκε ο εμβολιασμός με αυτά τα εμβόλια ήταν πολιομυελίτιδα.[56] Τα πλεονεκτήματα αυτών των εμβολίων είναι αρκετά. Δεν υπάρχει κίνδυνος μόλυνσης του αίματος, ενώ, ταυτόχρονα, η μετακίνηση και η αποθήκευση αυτών των σκευασμάτων είναι ασφαλώς ευκολότερη. Τα από στόματος εμβόλια μπορεί να είναι στερεά επομένως η θερμοκρασία διατήρησης δεν χρειάζεται να είναι ακριβώς προσδιορισμένη. Συμπεραίνουμε ότι αυτού του είδους τα εμβόλια μπορούν να περιορίσουν αρκετά το κόστος παραγωγής των εμβολίων χωρίς να επηρεάζεται η αποδοτικότητα του σκευάσματος.

Σε ερευνητικό επίπεδο είναι ακόμα ο σχηματισμός ενός εμβολίου που να χορηγείται με μικροβελώνα.[57]

Η τεχνολογία νανοαυτοκόλλητο, τέλος, περιλαμβάνει την τοποθέτηση ενός μικρού εμπλάστρου, μεγέθους ενός γραμματοσήμου. [58]Αυτό θα χορηγεί το εμβόλιο στο δέρμα στο οποίο υπάρχει μεγάλη συγκέντρωση αντιγονοπαρουσιαστικών κυττάρων και κυττάρων άμυνας, σε σχέση με τον μυϊκό ιστό. Με την από δέρματος χορήγηση του εμβολίου έχουμε μεγαλύτερη απόδοση, ενώ μειώνεται τόσο η δόση όσο και το τσίμπημα για τον εμβολιασμό.[59]

Πλασμίδια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η χρήση των πλασμιδίων γίνεται κατά κόρον σε προκλινικές μελέτες και αφορούν στα προληπτικά εμβόλια που παρέχουν προστασία σε νόσους όπως ο καρκίνος και οι μολυσματικές ασθένειες. Όμως, σε μελέτες ανθρώπων τα πλασμίδια έχουν αποτύχει στο να δώσουν κάποιο σημαντικό κλινικό αποτέλεσμα. Γενικότερα, η ανοσοποίηση με εμβόλια πλασμιδίων εξαρτάται από πολλούς παράγοντες που δεν έχουν ερευνητθεί ακόμα.

Τάσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ανάπτυξη των εμβολίων ακολουθεί πολλές τάσεις: [60]

  • Μέχρι πρόσφατα, τα περισσότερα εμβόλια είχαν ως στόχο τα νεογνά και τα παιδιά. Πλέον οι έφηβοι και οι ενήλικες αποτελούν και αυτοί πληθυσμούς στόχους..[60][61]
  • Συνδυασμοί εμβολίων γίνονται πλέον συχνά. Τα περισσότερα εμβολία περιέχουν πέντε ή και περισσότερους επιτόπους ενός συγκεκριμένου αντιγόνου.[60] Η εταιρεία Biofarma δημιούργησε ένα νέο προϊόν, το Pentabio, τα οποίο είναι ένα εμβόλιο σύζευξης για την Διφθερίτιδα, τον Τέτανο, τον Κοκκύτη, της Ηπατίτιδα Β και των Αιμόφιλο της Ινφλουένζας Τύπου B για βρέφη και νεογνά. Το Pentabio αποτελεί πλέον βασικό εμβόλιο που γίνεται στην Ινδία στο πλαίσιο του προγράμματος ανοσοποίησης της χώρας.[62]
  • Νέες μέθοδοι εμβολιασμού έχουν διαμορφωθεί, όπως από στόματος αεριούχο σκεύασμα ή με την κατανάλωση γενετικά τροποποιημένων φυτών. .[60]
  • Τα εμβόλια έχουν σχεδιαστεί ώστε να προκαλούν ισχυρή βιολογική απόκριση του οργανισμού η οποία όμως να προσαρμόζεται για το αντιγόνο του εμβολίου.[60]
  • Έχουν γίνει προσπάθειες για να αναπτυχθούν εμβόλια κατά τον χρονίων παθήσεων, εκτός από την πρόληψη ασθενειών.[60]
  • Η σύνθεση συνθετικών εμβολίων είναι πλέον πραγματικότητα. Οι επιστήμονες προσπαθούν να συνθέσουν ένα εμβόλιο με στόχο το εξωτερικό κάλυμμα ενός ιού (έλυτρο).[63]
  • Επιπλέον, τα εμβόλια χρησιμοποιούνται και για την άμυνα από πιθανές επιθέσεις τρομοκρατών με βιολογικά όπλα (άνθρακας, πανώλη και ευλογιά).[60]

Επιπλέον, οι βασικές αρχές της ανοσιακής απάντησης του ανθρώπου μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να διαμορφωθούν εμβόλια κατά των μη λοιμωδών νοσημάτων, όπως ο καρκίνος και τα αυτοάνοσα νοσήματα. [64] Για παράδειγμα το πειραματικό εμβόλια CYT006-AngQb στοχεύει στην αντιμετώπιση της υψηλής πίεσης του αίματος.[65] Η ανάπτυξη και ο σχεδιασμός νέων εμβολίων επηρεάζονται από αρκετές παραμέτρους όπως η κοινωνία, η πολιτική και η γενικότερη πρόοδος των επιστημών.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Grammatikos, Alexandros P.; Mantadakis, Elpis; Falagas, Matthew E. (June 2009). «Meta-analyses on Pediatric Infections and Vaccines». Infectious Disease Clinics of North America 23 (2): 431–57. doi:10.1016/j.idc.2009.01.008. PMID 19393917. 
  2. Neighmond, Patti (2010-02-07). «Adapting Vaccines For Our Aging Immune Systems». Morning Edition (NPR). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2012-09-05. http://archive.is/z9wC. Ανακτήθηκε στις 2014-01-09. Πρότυπο:Open access
  3. Préziosi, M.; Halloran, M.E. (2003). «Effects of Pertussis Vaccination on Disease: Vaccine Efficacy in Reducing Clinical Severity». Clinical Infectious Diseases (Oxford Journals) 37 (6): 772–779. doi:10.1086/377270. http://cid.oxfordjournals.org/content/37/6/772.full. 
  4. Orenstein WA, Papania MJ, Wharton ME (2004). «Measles elimination in the United States». J Infect Dis 189 (Suppl 1): S1–3. doi:10.1086/377693. PMID 15106120. http://www.journals.uchicago.edu/doi/full/10.1086/377693. 
  5. 5,0 5,1 5,2 «Measles—United States, January 1 – April 25, 2008». Morb. Mortal. Wkly. Rep. 57 (18): 494–8. May 2008. PMID 18463608. http://www.cdc.gov/mmwr/preview/mmwrhtml/mm5718a5.htm. Πρότυπο:Open access
  6. 6,0 6,1 Maglione, M. A.; Das, L.; Raaen, L.; Smith, A.; Chari, R.; Newberry, S.; Shanman, R.; Perry, T. και άλλοι. (1 July 2014). «Safety of Vaccines Used for Routine Immunization of US Children: A Systematic Review». PEDIATRICS. doi:10.1542/peds.2014-1079. 
  7. 7,0 7,1 7,2 «Possible Side-effects from Vaccines». Centers for Disease Control and Prevention. http://www.cdc.gov/vaccines/vac-gen/side-effects.htm. Ανακτήθηκε στις 24 February 2014. 
  8. «Vaccine Types». Niaid.nih.gov. 2012-04-03. http://www.niaid.nih.gov/topics/vaccines/understanding/pages/typesvaccines.aspx. Ανακτήθηκε στις 2013-04-26. 
  9. J.K. Sinha & S. Bhattacharya (Google Book Preview). A Text Book of Immunology. Academic Publishers. σελ. 318. ISBN 978-81-89781-09-5. http://books.google.com/books?id=ytCNCbCWx8oC&pg=PA318. Ανακτήθηκε στις 2014-01-09. 
  10. Kim W, Liau LM (2010). «Dendritic cell vaccines for brain tumors». Neurosurg Clin N Am 21 (1): 139–57. doi:10.1016/j.nec.2009.09.005. PMID 19944973. 
  11. Meri, S; Jördens, M; Jarva, H (December 2008). «Microbial complement inhibitors as vaccines». Vaccine 26 Suppl 8: I113–7. doi:10.1016/j.vaccine.2008.11.058. PMID 19388175. 
  12. Πρότυπο:DorlandsDict
  13. Polyvalent vaccine[νεκρός σύνδεσμος] at Dorlands Medical Dictionary
  14. «Questions and answers on monovalent oral polio vaccine type 1 (mOPV1) "Issued jointly by WHO and UNICEF"». http://www.pediatriconcall.com/fordoctor/medical_original_articles/oral_polio_vaccine.asp. 
  15. Scott (April 2004). «Classifying Vaccines». BioProcesses International: 14–23. http://www.bioprocessintl.com/multimedia/archive/00077/0204su03_77445a.pdf. Ανακτήθηκε στις 2014-01-09. 
  16. Sutter RW, Cochi SL, Melnick JL (1999). «Live attenuated polio vaccines». Στο: Plotkin SA, Orenstein WA (eds.). Vaccines. Philadelphia: W. B. Saunders. σελ. 364–408. 
  17. «WHO South-East Asia Region certified polio-free». WHO. 27 March 2014. http://www.searo.who.int/mediacentre/releases/2014/pr1569/en/. Ανακτήθηκε στις November 3, 2014. 
  18. «ACIP Vaccine Recommendations Home Page». CDC. 2013-11-15. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2014-01-10. http://www.cdc.gov/vaccines/hcp/acip-recs/index.html. Ανακτήθηκε στις 2014-01-10. 
  19. «Vaccine Status Table». Red Book Online. American Academy of Pediatrics. April 26, 2011. http://aapredbook.aappublications.org/site/news/vaccstatus.xhtml. Ανακτήθηκε στις January 9, 2013. 
  20. «HPV Vaccine Safety». Centers for Disease Control and Prevention (CDC). 2013-12-20. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2014-01-10. http://www.cdc.gov/vaccinesafety/Vaccines/HPV/Index.html. Ανακτήθηκε στις 2014-01-10. 
  21. «HPV vaccine in the clear». NHS choices. 2009-10-02. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2012-09-07. http://archive.is/yX7A. Ανακτήθηκε στις 2014-01-10. Πρότυπο:Open access
  22. «How Islamic inventors changed the world». Indep. (London). 2006-03-11. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2012-07-16. http://archive.is/I6Jo. Ανακτήθηκε στις 2014-01-10. 
  23. 23,0 23,1 Stern AM, Markel H (2005). «The history of vaccines and immunization: familiar patterns, new challenges». Health Aff. 24 (3): 611–21. doi:10.1377/hlthaff.24.3.611. PMID 15886151. http://content.healthaffairs.org/content/24/3/611.full. Πρότυπο:Open access
  24. Dunn PM (January 1996). «Dr Edward Jenner (1749–1823) of Berkeley, and vaccination against smallpox». Arch. Dis. Child. Fetal Neonatal Ed. 74 (1): F77–8. doi:10.1136/fn.74.1.F77. PMID 8653442. PMC 2528332. http://fn.bmjjournals.com/content/74/1/F77.full.pdf. 
  25. Baxby, Derrick (1999). «Edward Jenner's Inquiry; a bicentenary analysis». Vaccine 17 (4): 301–7. doi:10.1016/s0264-410x(98)00207-2. PMID 9987167. 
  26. Van Sant JE (2008). «The Vaccinators: Smallpox, Medical Knowledge, and the 'Opening' of Japan». J Hist Med Allied Sci 63 (2): 276–9. doi:10.1093/jhmas/jrn014. 
  27. Dudgeon JA (1963). «Development of smallpox vaccine in England in the eighteenth and nineteenth centuries». BMJ (5342): 1367–72. doi:10.1136/bmj.1.5342.1367. PMID 20789814. 
  28. Pasteur, Louis (1881). «Address on the Germ Theory». Lancet 118 (3024): 271–2. doi:10.1016/s0140-6736(02)35739-8. 
  29. Stern AM, Markel H (2005). «The history of vaccines and immunization: familiar patterns, new challenges». Health Aff. 24 (3): 611–21. doi:10.1377/hlthaff.24.3.611. PMID 15886151. http://content.healthaffairs.org/content/24/3/611.full. Πρότυπο:Open access
  30. «German Vaccination Law». http://archive.org/details/vaccinationlawa00germgoog. 
  31. SALK poliomyelitis vaccine information. May 1955. 
  32. Payne AM (1960). «Oral immunization against poliomyelitis». Bull. World Health Organ. 23 (6): 695–703. PMID 20604072. 
  33. «UNICEF India - Health - Polio Eradication». http://www.unicef.org/india/health_3729.htm. 
  34. 34,0 34,1 Wolfe R, Sharp L (2002). «Anti-vaccinationists past and present». BMJ 325 (7361): 430–2. doi:10.1136/bmj.325.7361.430. PMID 12193361. PMC 1123944. http://bmj.bmjjournals.com/cgi/content/full/325/7361/430. 
  35. Bonhoeffer J, Heininger U (2007). «Adverse events following immunization: perception and evidence». Curr Opin Infect Dis 20 (3): 237–46. doi:10.1097/QCO.0b013e32811ebfb0. PMID 17471032. 
  36. 36,0 36,1 Halvorsen R (2007). The Truth about Vaccines. Gibson Square. ISBN 978-1-903933-92-3. 
  37. Sinal SH, Cabinum-Foeller E, Socolar R (2008). «Religion and medical neglect». South Med J 101 (7): 703–6. doi:10.1097/SMJ.0b013e31817997c9. PMID 18580731. 
  38. Omer, SB; Salmon, DA; Orenstein, WA; deHart, MP; Halsey, N (May 2009). «Vaccine Refusal, Mandatory Immunization, and the Risks of Vaccine-Preventable Diseases» (PDF). New England Journal of Medicine 360 (19): 1981–8. doi:10.1056/NEJMsa0806477. PMID 19420367. http://www.nejm.org/doi/pdf/10.1056/NEJMsa0806477. 
  39. Πρότυπο:Vcite journal
  40. By the CNN Wire Staff (2011-01-06). «Retracted autism study an 'elaborate fraud,' British journal finds». CNN.com. http://www.cnn.com/2011/HEALTH/01/05/autism.vaccines/index.html. Ανακτήθηκε στις 2013-04-26. 
  41. Goodman, Jesse L. (2005-05-04). «Statement by Jesse L. Goodman, M.D., M.P.H. Director Center for Biologics, Evaluation and Research Food and Drug Administration U.S. Department of Health and Human Services on US Influenza Vaccine Supply and Preparations for the Upcoming Influenza Season before Subcommittee on Oversight and Investigations Committee on Energy and Commerce United States House of Representatives». http://www.hhs.gov/asl/testify/t050504b.html. Ανακτήθηκε στις 2008-06-15. 
  42. Olesen OF, Lonnroth A, Mulligan B (2009). «Human vaccine research in the European Union». Vaccine 27 (5): 640–5. doi:10.1016/j.vaccine.2008.11.064. PMID 19059446. 
  43. Jit, Mark; Newall, Anthony T.; Beutels, Philippe (1 April 2013). «Key issues for estimating the impact and cost-effectiveness of seasonal influenza vaccination strategies». Human vaccines & immunotherapeutics 9 (4): 834–840. doi:10.4161/hv.23637. 
  44. Newall, A.T.; Reyes, J.F.; Wood, J.G.; McIntyre, P.; Menzies, R.; Beutels, P. (February 2014). «Economic evaluations of implemented vaccination programmes: key methodological challenges in retrospective analyses». Vaccine 32 (7): 759–765. doi:10.1016/j.vaccine.2013.11.067. 
  45. Hardman Reis T (2006). «The role of intellectual property in the global challenge for immunization». J World Intellect Prop 9 (4): 413–25. doi:10.1111/j.1422-2213.2006.00284.x. 
  46. "Three ways to make a vaccine" The Washington Post
  47. Muzumdar JM, Cline RR (2009). «Vaccine supply, demand, and policy: a primer». J Am Pharm Assoc 49 (4): e87–99. doi:10.1331/JAPhA.2009.09007. PMID 19589753. 
  48. 48,0 48,1 Bae K, Choi J, Jang Y, Ahn S, Hur B (2009). «Innovative vaccine production technologies: the evolution and value of vaccine production technologies». Arch Pharm Res 32 (4): 465–80. doi:10.1007/s12272-009-1400-1. PMID 19407962. 
  49. «India produces 60 percent of world's vaccines». November 15, 2011. http://www.antaranews.com/en/news/77598/india-produces-60-percent-of-worlds-vaccines. 
  50. CDC. «Ingredients of Vaccines — Fact Sheet». http://www.cdc.gov/vaccines/vac-gen/additives.htm. Ανακτήθηκε στις December 20, 2009. 
  51. «Thimerosal in vaccines». Center for Biologics Evaluation and Research, U.S. Food and Drug Administration. 2007-09-06. http://www.fda.gov/BiologicsBloodVaccines/SafetyAvailability/VaccineSafety/UCM096228. Ανακτήθηκε στις 2007-10-01. 
  52. Bigham M, Copes R (2005). «Thiomersal in vaccines: balancing the risk of adverse effects with the risk of vaccine-preventable disease». Drug Saf 28 (2): 89–101. doi:10.2165/00002018-200528020-00001. PMID 15691220. 
  53. Offit PA (2007). «Thimerosal and vaccines—a cautionary tale» (PDF). N Engl J Med 357 (13): 1278–9. doi:10.1056/NEJMp078187. PMID 17898096. http://www.nejm.org/doi/pdf/10.1056/NEJMp078187. 
  54. Morein B, Hu KF, Abusugra I (2004). «Current status and potential application of ISCOMs in veterinary medicine». Adv Drug Deliv Rev 56 (10): 1367–82. doi:10.1016/j.addr.2004.02.004. PMID 15191787. 
  55. South African Institute for Medical Research (1929). Annual report - South African Institute for Medical Research: Jaarverslag - Suid-Afrikaanse Instituut vir Mediese Navorsing. South African Institute for Medical Research.. http://books.google.com/books?id=KzAXAAAAIAAJ. 
  56. Firdos Alam Khan. Biotechnology Fundamentals. CRC Press. σελ. 270. http://books.google.co.uk/books?id=-s5oRDUuMSIC&pg=PA270&dq=Oral+vaccines+are+likely+to+be+solid+which+have+proven+to+be+more+stable+and+less+likely+to+freeze&hl=en&sa=X&ei=UQ3LUfGgOaud0wXuz4CgCQ&ved=0CC4Q6AEwAA#v=onepage&q=Oral%20vaccines%20are%20likely%20to%20be%20solid%20which%20have%20proven%20to%20be%20more%20stable%20and%20less%20likely%20to%20freeze&f=false. 
  57. Giudice EL, Campbell JD (2006). «Needle-free vaccine delivery». Adv Drug Deliv Rev 58 (1): 68–89. doi:10.1016/j.addr.2005.12.003. PMID 16564111. 
  58. «Australian scientists develop 'needle-free' vaccination». Chennai, India: The Hindu. 28 September 2011. http://www.thehindu.com/sci-tech/health/medicine-and-research/australian-scientists-develop-needlefree-vaccination/article2493365.ece. 
  59. «Needle-free nanopatch vaccine delivery system». News Medical. 3 August 2011. http://www.news-medical.net/news/20110803/Needle-free-nanopatch-vaccine-delivery-system.aspx. 
  60. 60,0 60,1 60,2 60,3 60,4 60,5 60,6 Plotkin SA (2005). «Vaccines: past, present and future». Nat Med 11 (4 Suppl): S5–11. doi:10.1038/nm1209. PMID 15812490. 
  61. Carlson B (2008). «Adults now drive growth of vaccine market». Gen. Eng. Biotechnol. News 28 (11): σελ. 22–3. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2013-01-08. http://archive.is/wO9S5. Πρότυπο:Open access
  62. «Bio Farma Urges OIC Countries to become Self-Reliant in Vaccine». June 18, 2013. http://en.acnnewswire.com/press-release/english/13434/bio-farma-urges-oic-countries-to-become-self-reliant-in-vaccine. Ανακτήθηκε στις June 19, 2013. 
  63. «Safer vaccine created without virus». March 28, 2013. http://www.japantimes.co.jp/news/2013/03/28/world/safer-vaccine-created-without-virus/#.UhTT55JSjNV. Ανακτήθηκε στις March 28, 2013. 
  64. Spohn G, Bachmann MF (2008). «Exploiting viral properties for the rational design of modern vaccines». Expert Rev Vaccines 7 (1): 43–54. doi:10.1586/14760584.7.1.43. PMID 18251693. 
  65. Samuelsson O, Herlitz H (2008). «Vaccination against high blood pressure: a new strategy». Lancet 371 (9615): 788–9. doi:10.1016/S0140-6736(08)60355-4. PMID 18328909. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα