Καρλ Λαντστάινερ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Καρλ Λαντστάινερ Nobel prize medal.svg
LandsteinerWS.jpg
Ο Καρλ Λαντστάινερ
Γέννηση 14 Ιουνίου 1868
Βιέννη, Αυστρία
Θάνατος 26 Ιουνίου 1943 (75 ετών)
Νέα Υόρκη, ΗΠΑ
Ιδιότητα γιατρός

Ο Κάρλ Λαντστάινερ (Karl Landsteiner, 14 Ιουνίου 1868 Βιέννη, Αυστρία - 26 Ιουνίου 1943 Νέα Υόρκη) ήταν γιατρός. Τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Ιατρικής το 1930 για τη συστηματοποίηση των ομάδων αίματος κατά ΑΒΟ.

Η Παγκόσμια Ημέρα Εθελοντή Αιμοδότη γιορτάζεται προς τιμήν του την ημέρα γέννησής του (14 Ιουνίου).

Βιογραφικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λαντστάινερ γεννήθηκε στη Βιέννη στις 14 Ιουνίου 1868. Ο πατέρας του, Λέοπολντ, ήταν νομικός και πολύ γνωστός δημοσιογράφος και εκδότης εφημερίδων, ο οποίος όμως απεβίωσε όταν ο Καρλ ήταν μόνον έξι ετών. Έτσι, ο μικρός Καρλ ανατράφηκε από τη μητέρα του, Φάννυ Ες (Fanny Hess), στην οποία ο Καρλ ήταν ιδιαίτερα αφοσιωμένος. Ολοκλήρωσε τη φοίτησή του στο δημοτικό και στο γυμνάσιο και, τελειώνοντας, εγγράφηκε στο Staatsgymnasium του Λιντς το 1880, όπου και καλλιέργησε την αγάπη του για τα μαθηματικά και τις φυσικές επιστήμες.[1] Τελειώνοντας τις εγκύκλιες σπουδές του, εγγράφηκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Βιέννης, απ' όπου αποφοίτησε το 1891. Ήδη από τα φοιτητικά του χρόνια είχε αρχίσει να κάνει βιοχημικές έρευνες και το έτος της αποφοίτησής του δημοσίευσε μια εργασία σχετικά με την επίδραση των διαιτών στη σύσταση του αίματος. Θέλοντας να αποκτήσει επιπλέον γνώσεις στη χημεία, πέρασε την επόμενη πενταετία στα εργαστήρια Hantzsch στη Ζυρίχη, του καθηγητή Εμίλ Φίσερ στο Βίρτσμπουργκ και του καθηγητή Μπαμπέργκερ στο Μόναχο.[2]

Το 1896 ο Λαντστάινερ επέστρεψε στη Βιέννη και ξανάρχισε τις μελέτες του στο Γενικό Νοσοκομείο της πόλης, ως βοηθός του Δρα. Μαξ φον Γκρούμπερ (Max von Gruber) στο Ίδρυμα Υγιεινής της Βιέννης. Ο Γκρούμπερ ήταν ευρέως γνωστός για τη δημιουργία της ορολογικής δοκιμασίας (τεστ) για τη διάγνωση του τυφοειδούς πυρετού. Ο Λαντστάινερ γοητεύτηκε από την αντίδραση Gruber-Widal, χάρη στην οποία διαπιστώνονται οι ορολογικές διαφορές που προκαλούν οι βάκιλοι του τυφοειδούς και οι μη-τυφοειδείς βάκιλοι. Πίστευε ότι οι διαφοροποιήσεις αυτές προκαλούνταν από ειδικότερες χημικές διαφορές μεταξύ των βακίλων που αναγνώριζαν τα αντισώματα. Υπό την καθοδήγηση του Γκρούμπερ, το ενδιαφέρον του Λαντστάινερ για τους ανοσοποιητικούς μηχανισμούς και τη φύση των αντισωμάτων έγινε ακόμα περισσότερο έντονο και σύντομα δημοσίευσε τα πρώτα του άρθρα σχετικά με την ανοσία και την οροσυγκόλληση.[1]

Περί τα τέλη του 1897 ο Λαντστάινερ έγινε βοηθός του Πανεπιστημιακού τμήματος Παθολογοανατομίας της Βιέννης, υπό τον καθηγητή Άντον Βάιχσελμπαουμ (Anton Weichselbaum). Στο τμήμα αυτό παρέμεινε ως το 1908 και διενήργησε περισσότερες από 3.600 νεκροψίες, δημοσιεύοντας 75 εργασίες. Οι περισσότερες από αυτές (52) αφορούσαν θέματα σχετικά με τον ορό του αίματος, 23 ήταν σχετικές με τη μικροβιολογία και 11 ήταν σχετικές με την ανατομία. Το 1908 έλαβε τη θέση του Παθολογοανατόμου στο Wilhelminaspital της Βιέννης και το 1911 έγινε καθηγητής Παθολογίας στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης χωρίς, εντούτοις, να λαμβάνει τον ανάλογο μισθό[2].

Το 1916 νυμφεύτηκε την Έλεν Βλάστο (Helen Wlasto) και το ζευγάρι απέκτησε ένα γιο, τον Έρνεστ Καρλ Λαντστάινερ (Ernest Karl Landsteiner, 8 Απριλίου 1917),[3] ο οποίος αργότερα έγινε διακεκριμένος χειρουργός στο Πρόβιντενς του Ροντ Άιλαντ.[1]

Με το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και καθώς οι συνθήκες στην Αυστρία είχαν γίνει ιδιαίτερα δύσκολες για την ιατρική έρευνα, ο Λαντστάινερ, το 1919, αποδέχθηκε τη θέση του Παθολογοανατόμου στο Ρωμαιοκαθολικό Νοσοκομείο (Roman Catholic Hospital) της Χάγης στην Ολλανδία.[4] Από αυτή τη θέση δημοσίευσε 12 εργασίες σχετικά με τις πρωτεΐνες που αναστέλλουν την αναφυλαξία και την ορολογική ειδίκευση στην αιμοσφαιρίνη διαφόρων ειδών ζώων. Το 1922 ο Λαντστάινερ εγκατέλειψε τη θέση του στην Ολλανδία και μετοίκησε οικογενειακώς στη Νέα Υόρκη, όπου ανέλαβε θέση στο Ίδρυμα ιατρικών ερευνών Ροκφέλερ, θέση στην οποία παρέμεινε για όλη την υπόλοιπη ζωή του.[5]

Στις 10 Δεκεμβρίου 1930 ο Λαντστάινερ τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Ιατρικής για την προσφορά του στην αναγνώριση των ομάδων αίματος, εργασία την οποία είχε δημοσιεύσει το 1901. Το 1939 του δόθηκε ο τίτλος του Επίτιμου Καθηγητή στο Ίδρυμα Ροκφέλλερ και, την ίδια περίοδο, έλαβε την αμερικανική υπηκοότητα.[4]

Ο Λαντστάινερ απεβίωσε στις 26 Ιουνίου 1943: Έπαθε καρδιακή προσβολή ενώ εργαζόταν στο εργαστήριό του στο Ίδρυμα Ροκφέλερ, κρατώντας στα χέρια του μια πιπέτα.

Εργασίες και επιτεύγματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύστημα ομάδων αίματος ΑΒ0 κατά Λαντστάινερ
Κύριο λήμμα: Ομάδα αίματος

Την περίοδο κατά την οποία εργαζόταν ως Παθολογοανατόμος, ο Λαντστάινερ δημοσίευσε μια εργασία σχετικά με τη συγκόλληση των αιμοσφαιρίων κατά τις μεταγγίσεις αίματος. Ως τότε, οι μεταγγίσεις αίματος γίνονταν με αμφίβολα αποτελέσματα, καθώς σε ορισμένα άτομα ήσαν επιτυχημένες, σε άλλα όμως άτομα επερχόταν θρόμβωση, με αποτέλεσμα τον θάνατό τους. Ο Λαντστάινερ κατέδειξε ότι υπάρχουν μικρές διαφορές στις πρωτεΐνες του αίματος διαφορετικών ατόμων. Γνώριζε ήδη ότι αν ο ορός (πλάσμα) του αίματος ενός είδους αναμιγνυόταν με ερυθροκύτταρα άλλου είδους, επερχόταν συγκόλλησή τους.

Αποφάσισε λοιπόν να διαπιστώσει τι θα συνέβαινε αν συνδύαζε πλάσμα αίματος ενός ανθρώπου με ερυθροκύτταρα άλλου ανθρώπου. Σε πολλές περιπτώσεις δεν επερχόταν συγκόλληση, αλλά σε άλλες παρατήρησε συγκόλληση και μάλιστα τόσο ισχυρή σαν να είχαν αναμιχθεί πλάσμα και αίμα διαφορετικών ειδών. Οι μορφές που εμφάνιζαν οι συνδυασμοί αυτοί ώθησαν τον Λαντστάινερ να προτείνει την ύπαρξη τεσσάρων διαφορετικών ομάδων αίματος, τις οποίες ονόμασε Α, Β, ΑΒ και 0, βασιζόμενος στην παρουσία, στην επιφάνεια των ερυθροκυττάρων, δύο διαφορετικών αντιγόνων, του Α και του Β.

Με βάση αυτή την υπόθεση, άτομα της ομάδας Α διαθέτουν στο πλάσμα του αίματός τους το αντίσωμα Β, ενώ άτομα της ομάδας διαθέτουν το αντίσωμα Α. Τα άτομα της ομάδας ΑΒ διαθέτουν αντιγόνα Α και Β ενώ από το πλάσμα απουσιάζει κάθε αντίσωμα, ενώ άτομα της ομάδας 0 δεν διαθέτουν κανένα αντιγόνο στα ερυθροκύτταρα ενώ στο πλάσμα του αίματος υπάρχουν τα αντισώματα και Α και Β.[5] Η εργασία του επέτρεψε τις χωρίς κινδύνους μεταγγίσεις αίματος, σώζοντας έτσι χιλιάδες ζωές, αλλά έθεσε και σημαντικά ερωτήματα σχετικά με τη φύση του ανοσοποιητικού συστήματος, τα οποία απασχολούν την επιστημονική κοινότητα ακόμη και σήμερα. Οι ανακαλύψεις του δεν περιορίστηκαν στο σύστημα ΑΒ0 των ομάδων αίματος, αλλά το 1927 ανακάλυψε και δεύτερο σύστημα - το ΜΝ - και τρίτο - το Ρ.

Το 1908 είχε σημαντική συνεισφορά στην καταπολέμηση της πολιομυελίτιδας : Αφού έλαβε δείγματα από νωτιαίο μυελό πάσχοντος, τα διέλυσε σε υγρό και δημιούργησε μίγμα με το οποίο πέτυχε να μολύνει πιθήκους. Μετά από πιο ενδελεχή ανάλυση, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αιτία της νόσου έπρεπε να είναι κάποιος ιός. Η προσέγγιση αυτή του Λαντστάινερ οδήγησε σε πιο εκτεταμένες εργαστηριακές και πειραματικές έρευνες σχετικά με την κατανόηση και τον έλεγχο όλων των μολυσματικών οργανισμών[5]

Στο πεδίο της ανοσολογίας, ο Λαντστάινερ κατέδειξε την εξειδίκευση των αντισωμάτων, εισάγοντας την έννοια "hapten"[6] Ο Λαντστάινερ συνδύασε απτένια γνωστής δομής με πρωτεΐνες όπως η λευκωματίνη (αλβουμίνη) και κατέδειξε ότι μικρές αλλαγές στο απτένιο μπορούσαν να ασκήσουν δραστική επίδραση στην παραγωγή αντισωμάτων.[5]


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Lab Medicine, Journal of medical laboratory professionals, Joel K. Durand & Monte S. Willis, Karl Landsteiner, MD Transfusion Medicine LabMedicine, 41, 53-55, 2010
  2. 2,0 2,1 Nobelprize.org: The Nobel Prize in Physiology or Medicine 1930. Karl Landsteiner
  3. Portraits de Medecins: Karl LANDSTEINER, 1868-1943, Biologiste et médecin autrichien devenu américain, Prix Nobel
  4. 4,0 4,1 Jewish Virtual Library: Karl Landsteiner
  5. 5,0 5,1 5,2 5,3 Oxford Dictionary of Scientists: Karl Landsteiner, στο Answers.com
  6. Ο όρος αποδίδεται στα ελληνικά ως "απτένιο": Πρόκειται για μικρομοριακές ενώσεις που μπορούν να προκαλέσουν ανοσολογική αντίδραση μόνον εφόσον είναι προσδεδεμένες σε μακρομόρια, όπως οι πρωτεΐνες.