Αντιγόνο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ως αντιγόνο (antigen), διεθνές σύμβολο Ag, χαρακτηρίζεται γενικά ένα σύνθετο μόριο (πρωτεΐνη, πολυσακχαρίτης, λιπίδιο και νουκλεΐνικό οξύ) που μπορεί να αντιδράσει με ένα αντίσωμα[1]. Ιστορικά, η λέξη πήρε την ονομασία της από την ικανότητα του μορίου να παράγει (generate) αντισώματα (antibodies)[2]. Σήμερα με τον όρο αντιγόνο νοείται κάθε ξένη ουσία που όταν εισέρχεται σε έναν οργανισμό (π.χ. θηλαστικά) αναγνωρίζεται από τα B-λεμφοκύτταρα και/ή Τ-λεμφοκύτταρα και μπορεί να προκαλέσει την ανάπτυξη της ειδικής ή επίκτητης ανοσίας (adaptive ή specific immunity)[3].

Τα αντιγόνα μπορεί να είναι τοξίνες, όπως το δηλητήριο των φιδιών, ή ακόμη και μόρια στην επιφάνεια των κυττάρων, (όπως για παράδειγμα τα αντιγόνα Α/Β στα ερυθρά αιμοσφαίρια).

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Janeway’s Immunobiology (7η έκδοση). Garland Science. November 2007. σελ. 807. ISBN 978-0-8153-4123-9. 
  2. Guyton and Hall (2006). Textbook of Medical Physiology, 11th edition. Page 440. Elsevier, Inc. Philadelphia, PA.
  3. Janeway’s Immunobiology (7η έκδοση). Garland Science. November 2007. σελ. 1-27. ISBN 978-0-8153-4123-9. 

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]