Οντάριο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η θέση του Οντάριο στην Βόρειο Αμερική.

Το Οντάριο (Ontario) είναι η μεγαλύτερη σε πληθυσμό και η πλέον οικονομικά ανεπτυγμένη επαρχία του Καναδά. Πρωτεύουσα του Οντάριο είναι το Τορόντο. Στο Οντάριο επίσης βρίσκεται και η πρωτεύουσα του Καναδά, Οττάβα.

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Tο Οντάριο έχει έκταση 1.076.395 km2 και κατοικείται από 12.541.410 άτομα (εκτίμηση πληθυσμού 2005). Το 15% της έκτασης του Οντάριο καταλαμβάνεται από λίμνες και ποταμούς. Υπολογίζεται ότι στο Οντάριο υπάρχουν περισσότερες από 200.000 λίμνες, ενώ το συνολικό μήκος των ποταμών της επαρχίας φτάνει τα 100.000 km.

Η ονομασία της επαρχίας προέρχεται από την ομώνυμη, η οποία με την σειρά της οφείλει την ονομασία της σε παραφθορά της ιροκέζικης λέξης "Onitariio", που σημαίνει «όμορφη λίμνη», ή σε παραφθορά της επίσης ιροκέζικης λέξης Kanadario, που σημαίνει «όμορφο νερό».

Συνοπτικός χάρτης του Οντάριο.

Το Οντάριο αποτελεί κεντρική–ανατολική επαρχία του Καναδά. Ανατολικά συνορεύει με το Κεμπέκ. Νότια συνορεύει με τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και βρέχεται από το σύστημα των Μεγάλων Λιμνών (λίμνες Οντάριο, Ήρι, Χιούρον και Σουπήριορ ή Ανωτέρα). Δυτικά συνορεύει με την Μανιτόμπα και βορείως βρέχεται από τον Κόλπο Τζέιμς και τον πιο μεγάλο Κόλπο Χάντσον.

Η κοιλάδα του Αγίου Λαυρεντίου στο νότιο τμήμα της επαρχίας είναι η πλέον γόνιμη περιοχή, όπου καλλιεργούνται ακόμα και αμπέλια. Η ίδια κοιλάδα, με το Τορόντο στο κέντρο της, είναι και η πλέον πυκνοκατοικημένη περιοχή του Καναδά. Το βόρειο τμήμα της επαρχίας αποτελεί μέρος της λεγόμενης Καναδικής πλάκας, ενός τεκτονικού σχηματισμού που είναι πολύ πλούσιος σε ορυκτά και μεταλλεύματα.

Τα μεγαλύτερα αστικά κέντρα της επαρχίας είναι το Τορόντο και η ευρύτερη περιοχή (5 εκατ. κάτοικοι), η Οττάβα (800 χιλ. κάτοικοι), το Χάμιλτον (500 χιλ. κάτοικοι), το Λονδίνο (350 χιλ. κάτοικοι), το Ουίνσδορ (220 χιλ. κάτοικοι), το Κίτσενερ (200 χιλ. κάτοικοι). Μικρότερα και κάπως απόμακρα αστικά κέντρα είναι το Σάντμπερυ (160 χιλ. κάτοικοι), το Θάντερ Μπέυ (110 χιλ. κάτοικοι) και το Κίνγκστον (150 χιλ. κάτοικοι).

Κλίμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κλίμα του Οντάριο είναι ηπειρωτικό, αλλά επηρεάζεται από τις Μεγάλες Λίμνες. Το καλοκαίρι είναι ζεστό με πολλή υγρασία, βροχές και καταιγίδες. Ο χειμώνας είναι βαρύς με χιόνια και πάγους και ισχυρούς ανέμους που διαρκούν αρκετούς μήνες.

Καλοκαίρι στις παραλίες της λίμνης Οντάριο.

Το νότιο Οντάριο, και κυρίως η ευρύτερη περιοχή του Τορόντο είναι πιο θερμή σε σύγκριση με το υπόλοιπο Οντάριο και τις άλλες καναδικές επαρχίες. Γι' αυτό και στο νότιο Οντάριο ευδοκιμούν πολλά οπωροφόρα δέντρα και αμπέλια.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πριν την έλευση των Ευρωπαίων, η περιοχή του σημερινού Οντάριο κατοικούνταν από αυτόχθονες Ινδιάνους: Κρι, Οτζίμπουα και Αλγκόνκιν στα δάση του βορρά και Ιροκέζους και Χιούρον στα νότια κοντά στις Μεγάλες Λίμνες. Ο πρώτος Ευρωπαίος που εξερεύνησε περιοχές του Οντάριο ήταν ο Ετιέν Μπρουλέ (Étienne Brûlé) κατά την περίοδο 16101612. Το 1611, ο άγγλος θαλασσοπόρος Χένρυ Χάντσον ανακάλυψε τον μεγάλο κόλπο στα βόρεια της επαρχίας — κόλπος που φέρει σήμερα το όνομά του. Το 1615, ο γάλλος εξερευνητής Σαμουέλ ντε Σαμπλαίν έφτασε μέχρι την λίμνη Χιούρον δημιουργώντας στην πορεία του γαλλικά οχυρά για την προστασία του εμπορίου γούνας. Ωστόσο, οι προσπάθειες των Γάλλων για εποικισμό της περιοχής δεν ευοδώθηκαν, επειδή τους εμπόδιζαν οι αυτόχθονες Ιροκέζοι, οι οποίοι ήταν σύμμαχοι των Βρετανών.

Κατά τον 17ο αι., οι Βρετανοί άρχισαν να δημιουργούν οχυρά κατά μήκος των ακτών του Κόλπου Χάντσον και εντάθηκε η διαμάχη ΑγγλίαςΓαλλίας για τον έλεγχο της περιοχής. Με το τέλος του Επταετούς Πολέμου (1763), η Γαλλία παρέδωσε σχεδόν όλη την αποικία της Νέας Γαλλίας στην Αγγλία και η σημερινή περιοχή του Οντάριο προσαρτήθηκε στο Κεμπέκ (1774).

Με την έκρηξη της Αμερικανικής Επανάστασης, η Αγγλία παραχώρησε σε αποίκους που έμειναν πιστοί στο βρετανικό στέμμα και δεν επαναστάτησαν, τους λεγόμενους «United Empire Loyalists», γη δυτικά του ποταμού της Οττάβας. Έτσι, με την Συνταγματική Πράξη του 1791, το Κεμπέκ χωρίστηκε σε δύο αποικίες: τον Ανώτερο Καναδά, που εξελίχθηκε στο σημερινό Οντάριο, και τον Κατώτερο Καναδά, που εξελίχθηκε στο σημερινό Κεμπέκ.

Κατά τον αμερικανοβρετανικό πόλεμο του 1812, οι Αμερικανοί εισέβαλαν στην περιοχή του Νιαγάρα και πυρπόλησαν το Γιορκ (σημερινό Τορόντο), αλλά τελικά απωθήθηκαν από τους Βρετανούς και τους αυτόχθονες που είχαν συμμαχήσει με τους τελευταίους. Με το τέλος του πολέμου, ο Ανώτερος Καναδάς άρχισε να δέχεται νέους εποίκους από τα βρετανικά νησιά. Όμως οι νέοι έποικοι δεν άργησαν να ξεσηκωθούν κατά των προηγούμενων εποίκων που, ως μεγάλοι γαιοκτήμονες, είχαν την εξουσία στα χέρια τους. Το 1837, οι έποικοι του Ανώτερου Καναδά με αρχηγό τον Γουίλλιαμ Λάιον Μακένζι (William Lyon Mackenzie) επαναστάτησαν ζητώντας «υπεύθυνη κυβέρνηση». Ταυτοχρόνως, και οι Γαλλοκαναδοί στον Κατώτερο Καναδά, με αρχηγό τον Λουί-Ζοζέφ Παπινώ (Louis-Joseph Papineau), ξεσηκώθηκαν έχοντας παρόμοια αιτήματα.

Οι Βρετανοί κατέστειλαν και τις δύο επαναστάσεις με την βία. Το 1840, οι Βρετανοί αποφάσισαν να ενώσουν τις δύο αποικίες στην «Επαρχία του Καναδά», με απώτερο στόχο να αφομοιωθούν οι Γαλλοκαναδοί με τους εποίκους βρετανικής καταγωγής. Το Οντάριο έλαβε την ονομασία «Δυτικός Καναδάς» και το 1848 τού παραχωρήθηκε το δικαίωμα να έχει αυτόνομο κοινοβούλιο.

Το 1851 οι βρετανοί έποικοι στην «Επαρχία του Καναδά» ξεπέρασαν σε πληθυσμό τούς Γαλλοκαναδούς, γεγονός που άρχισε να προκαλεί ένταση μεταξύ των δύο εθνικών ομάδων. Ο φόβος μίας ενδοκαναδικής σύγκρουσης και η μόνιμη απειλή από τους Αμερικανούς οδήγησε την πολιτική ηγεσία της εποχής στην απόφαση να δημιουργήσει ένα ομόσπονδο κράτος στα πρότυπα των ΗΠΑ, αλλά με στενούς δεσμούς με το βρετανικό στέμμα. Έτσι, την 1η Ιουλίου του 1867 τέθηκε σε ισχύ η νομοθετική «Πράξη περί Βρετανικής Βορείου Αμερικής» (British North America Act), με την οποία δημιουργήθηκε η «Κτήση του Καναδά» (Dominion of Canada) με τέσσερις επαρχίες: την Νέα Σκωτία, το Νιου Μπράνσγουικ, το Κεμπέκ και το Οντάριο. Η Επαρχία του Καναδά διαιρέθηκε ξανά σε δύο ομόσπονδες επαρχίες, έτσι ώστε οι καθολικοί Γαλλοκαναδοί και οι προτεστάντες Αγγλοκαναδοί να έχουν ξεχωριστά κοινοβούλια. Με την ίδια νομοθετική πράξη, πρωτεύουσα του Οντάριο ορίσθηκε το Τορόντο.

Η σημαία του Οντάριο με τα χαρακτηριστικά βρετανικά σύμβολα και τα τρία φύλλα σφένδαμου.

Ένας από τους πρώτους πρωθυπουργούς της ομόσπονδης επαρχίας του Οντάριο ήταν ο Όλιβερ Μόουατ (Oliver Mowat), ο οποίος κυβέρνησε από το 1872 έως το 1896. Ο Μόουατ ήταν οπαδός ενός αποκεντρωμένου συστήματος κυβέρνησης και κατάφερε να μετατρέψει το Οντάριο στο βιομηχανικό και οικονομικό κέντρο του Καναδά, εκμεταλλευόμενος κυρίως την ανάπτυξη των σιδηροδρόμων και την δημιουργία νέων ομόσπονδων επαρχιών στα δυτικά του Οντάριο.

Στις αρχές του 20ού αι. ανακαλύφθηκαν πλούσια κοιτάσματα νικελίου στην περιοχή του Σάντμπερυ, ενώ ξεκίνησε και η παραγωγή φθηνής ηλεκτρικής ενέργειας από υδατοφράγματα. Το 1904, η αμερικανική αυτοκινητοβιομηχανία Φορντ ανήγειρε το πρώτο καναδικό εργοστάσιο αυτοκινήτων στο Ουίνσδορ του Οντάριο.

Τα χρόνια του μεσοπολέμου σημαδεύτηκαν από την ποτοαπαγόρευση, που οδήγησε στο σημερινό επαρχιακό μονοπώλιο που ελέγχει τις πωλήσει αλκοολούχων ποτών στο Οντάριο. Στα μεταπολεμικά χρόνια, το Οντάριο — κυρίως η περιοχή του Τορόντο — γνώρισε σημαντική οικονομική ανάπτυξη, ενώ η εισδοχή νέων μεταναστών από τον αναπτυσσόμενο κόσμο έχει αλλάξει σημαντικά την φυσιογνωμία της επαρχίας. Η άνοδος του εθνικισμού στο Κεμπέκ ήταν επίσης προς όφελος του Οντάριο, αφού πολλοί Αγγλοκαναδοί και πολλές μεγάλες επιχειρήσεις μετακόμισαν από το Μόντρεαλ στο Τορόντο.

Το σημερινό Οντάριο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δημογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τορόντο: Η μεγαλύτερη μητρόπολη και το οικονομικό κέντρο του Καναδά.

Σήμερα το Οντάριο κατοικείται κυρίως από άτομα ευρωπαϊκής καταγωγής (Βρετανοί, Ιρλανδοί, Γάλλοι, κ.λπ.). Ωστόσο, το 15% των κατοίκων έχουν προέλευση ασιατική, αφρικανική ή λατινοαμερικανική, και το ποσοστό των μη-ευρωπαίων κατοίκων συνεχώς αυξάνει. Μόλις 1,7% των κατοίκων είναι αυτόχθονες Ινδιάνοι.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της απογραφής του 2001, στο Οντάριο κατοικούν 215.000 άτομα ελληνικής καταγωγής, εκ των οποίων τα 145.000 έχουν πατέρα και μητέρα ελληνικής καταγωγής. Οι περισσότεροι έλληνες μετανάστες κατοικούν στην ευρύτερη περιοχή του Τορόντο.

Οι κάτοικοι του Οντάριο είναι στην πλειονότητα χριστιανοί (35% προτεστάντες, 35% ρωμαιοκαθολικοί, 2% ορθόδοξοι, 3% άλλα δόγματα). Οι μουσουλμάνοι αποτελούν το 3% του πληθυσμού, οι ινδουιστές το 2% και οι εβραίοι το 2% του πληθυσμού.

Το Οντάριο δεν έχει επίσημη γλώσσα. Η πλέον διαδεδομένη γλώσσα της επαρχίας είναι τα αγγλικά, αλλά και τα γαλλικά έχουν σημαντική διάδοση. (Οι γαλλόφωνοι αποτελούν το 5% του πληθυσμού του Οντάριο.)

Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η οικονομία του Οντάριο στηρίζεται κυρίως στην βιομηχανία και το εμπόριο. Τα πολλά νερά επιτρέπουν την παραγωγή φθηνής ηλεκτρικής ενέργειας. Η επαρχία βρίσκεται επίσης κοντά στα μεγάλα καταναλωτικά κέντρα της Βορείου Αμερικής, γεγονός που της δίνει σημαντικά πλεονεκτήματα. Η άνοδος των εθνικιστών στο Κεμπέκ κατά την δεκαετία του 1970 και η αβεβαιότητα για το εάν το Κεμπέκ θα παραμείνει στην καναδική ομοσπονδία, είχαν ως αποτέλεσμα πολλές μεγάλες επιχειρήσεις να εγκαταλείψουν το Μόντρεαλ και να εγκατασταθούν στο Τορόντο. Έτσι το Οντάριο έγινε και ο οικονομικός πυρήνας του Καναδά.

Στο Οντάριο, η βαριά βιομηχανία περιλαμβάνει αυτοκινητοβιομηχανίες (αμερικανικών και ιαπωνικών συμφερόντων), χαλυβουργίες, μεταλλουργίες μη-σιδηρούχων μετάλλων, βιομηχανίες ηλεκτρικών συσκευών, μονάδες χημικών προϊόντων, χαρτοβιομηχανίες και βιομηχανίες τροφίμων. Στα μέσα της δεκαετίας του 2000, η μείωση της ζήτησης αμερικανικών αυτοκινήτων και η μετακίνηση πολλών βιομηχανιών προς χώρες με χαμηλό κόστος εργασίας προκάλεσαν μία μείωση της βιομηχανικής παραγωγής. Ορισμένοι αναλυτές εκτιμούν η ύφεση στην βιομηχανική παραγωγή θα συνεχιστεί, κυρίως ως συνέπεια της παγκοσμιοποίησης.

Σήμερα, ο τομέας των υπηρεσιών συμβάλει σχεδόν κατά 70% στο ΑΕΠ της επαρχίας. Οι επιχειρήσεις πληροφορικής, οι τραπεζικές υπηρεσίες, οι οικοδομικές επιχειρήσεις και οι τουριστικές επιχειρήσεις συνεισφέρουν σημαντικά στην οικονομία της επαρχίας. Ο τομέας των υπηρεσιών telemarketing παρουσίασε μία πρόσκαιρη άνθηση στις αρχές της δεκαετίας του 2000, αλλά η επιβολή σκληρής νομοθεσίας για τέτοιου είδους υπηρεσίες είχε ως αποτέλεσμα πολλές από αυτές τις επιχειρήσεις να κλείσουν.

Ο τομέας της γεωργίας, που κάποτε είχε σημαντική συμβολή στην οικονομία του Οντάριο, συνεχώς περιορίζεται. Η καλλιέργεια οπωροφόρων δέντρων, λαχανικών και αμπελιών γίνεται κυρίως στην χερσόνησο του Νιαγάρα και κατά μήκος των ακτών της λίμνης Ήρι.

Κυβέρνηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με την νομοθετική «Πράξη περί Βρετανικής Βορείου Αμερικής», το Οντάριο διοικείται από την «Νομοθετική Συνέλευση του Οντάριο» (Legislative Assembly of Ontario), τον επαρχιακό πρωθυπουργό («Premier») και την επαρχιακή κυβέρνηση.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]