Πολιορκία της Άκρας (1189-1191)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Πολιορκία της Άκρας (1189-1191)
Τρίτη Σταυροφορία
Siege of Acre.jpg
Η πολιορκία της Άκρας. Από μεσαιωνικό χειρόγραφο.
Ημερομηνία 28 Αυγούστου 1189-12 Ιουλίου 1191
Τόπος Άκρα, Ισραήλ
Έκβαση Κατάληψη της πόλης από τους Σταυροφόρους.
Εμπλεκόμενες πλευρές
Ηγετικά πρόσωπα
Δυνάμεις
άγνωστες
Απολογισμός
άγνωστος

Η πολιορκία της Άκρας ήταν ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της Γ' Σταυροφορίας. Διήρκεσε περίπου δύο χρόνια, από τον Αύγουστο του 1189 μέχρι τον Ιούλιο του 1191.

Μάχη του Χαττίν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα χρόνια πριν το 1187 οι Μουσουλμάνοι από την Αίγυπτο μέχρι την Μεσοποταμία ενώθηκαν κάτω από έναν αρχηγό, τον Σαλαντίν. Τα σταυροφορικά κράτη αντιμετώπιζαν εσωτερικά προβλήματα και ιδιαίτερα το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ σπαρασσόταν από δυναστικές έριδες.

Στις αρχές του 1187 και ύστερα από μία σειρά σταυροφορικών επιθέσεων ο Σαλαντίν έκρινε πως είχε έρθει η ώρα που περίμενε. Συγκέντρωσε το στρατό του και στρατοπέδευσε στην Τιβεριάδα. Το σύνολο των δυνάμεων του Βασιλείου της Ιερουσαλήμ, με επικεφαλής τον βασιλιά Γκυ των Λουζινιάν έσπευσε να τον αντιμετωπίσει. Στη μάχη που διεξήχθη στις 3 Ιουλίου του 1187 ο στρατός του Σαλαντίν πέτυχε να κυκλώσει και να συντρίψει τους σταυροφόρους. Ελάχιστοι κατάφεραν να διασπάσουν τον μουσουλμανικό κλοιό και να σωθούν. Οι περισσότεροι είτε σκοτώθηκαν είτε πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ είχε μείνει χωρίς τους υπερασπιστές του και καταλήφθηκε από τον Σαλαντίν. Ο Σαλαντίν, αφού κατάφερε να καταλάβει τις περισσότερες πόλεις και κάστρα των σταυροφόρων, μπήκε θριαμβευτικά στην Ιερουσαλήμ, που παραδόθηκε μετά από σύντομη πολιορκία, στις 2 Οκτωβρίου του 1187.

Η πόλη της Άκρας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Άκρα ήταν ένα σπουδαίο και πολύ πλούσιο κέντρο του Βασιλείου της Ιερουσαλήμ, με ένα πολύ σημαντικό λιμάνι και αγαπημένος τόπος κατοικίας πολλών ιπποτών και αξιωματούχων με τις οικογένειές τους. Είχε πέσει, όμως, αμαχητί στα χέρια του Σαλαντίν τον Σεπτέμβριο του 1187. Ο Σαλαντίν φεύγοντας, άφησε ως διοικητή της πόλης τον καλύτερο μηχανικό του, Μπαχά Εν Ντιν Καρακούς, με την εντολή να κάνει ότι μπορεί για να μετατρέψει την Άκρα σε απόρθητο φρούριο.

Άκρα, αεροφωτογραφία της παλιάς πόλης.

Οι σταυροφόροι την ονόμαζαν Άγιο Ιωάννη της Άκρας. Η πόλη ήταν χτισμένη πάνω σε ένα χαμηλό ακρωτήριο του οποίου η νότια πλευρά είχε διαμορφωθεί σε τεχνητό λιμάνι. Περιβαλλόταν από ψηλά τείχη, τα οποία από την μεριά της στεριάς έφταναν σε ύψος τα 30 μέτρα και ενώνονταν σε ορθή γωνία σε έναν πύργο που ονομαζόταν Καταραμένος Πύργος. Οι δύο κύριες πύλες της πόλης βρίσκονταν κοντά στο τέλος των τειχών και προς την πλευρά της θάλασσας. Στην εξωτερική πλευρά των χερσαίων τειχών υπήρχε μία τάφρος βάθους 27 μέτρων. Η Άκρα προστατευόταν από την μεριά της θάλασσας με ένα ισχυρό τείχος. Η προβλήτα του λιμανιού εκτεινόταν μέχρι έναν τεράστιο βράχο στον οποίο είχε χτιστεί ένας πύργος που ονομαζόταν Πύργος των Μυγών. Η είσοδος του λιμανιού προστατευόταν με μία βαριά και τεράστια αλυσίδα.

Η αρχή της πολιορκίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πολιορκία της από τους σταυροφόρους άρχισε με πολύ παράξενο τρόπο. Τον Απρίλιο του 1189 ο Σαλαντίν απελευθέρωσε τον Γκυ ντε Λουζινιάν αφού ορκίστηκε να μην πολεμήσει ποτέ ξανά εναντίον των Μουσουλμάνων (όρκο που δεν τήρησε μετά την απελευθέρωσή του επικαλούμενος την άποψη ενός ανώτατου ιεράρχη που δεν θεωρούσε τον όρκο δεσμευτικό επειδή είχε δοθεί σε έναν άπιστο). Αφού απελευθερώθηκε, ο Γκυ προσπάθησε να εγκαταστήσει την έδρα του στην Τύρο. Όμως ο Κορράδος του Μονφερρά, ο οποίος είχε ηγηθεί της επιτυχημένης άμυνας στην πολιορκία από τον Σαλαντίν, αρνήθηκε να του την παραδώσει με τη δικαιολογία ότι μαζί με την Ιερουσαλήμ ο Γκυ είχε χάσει και το βασιλικό αξίωμά. Ο Γκυ δεν είχε τρόπο να τον πιέσει, αλλά στρατοπέδευσε έξω από τα τείχη της Τύρου με όσους πολεμιστές μπόρεσε να μαζέψει.

Εκείνη την περίοδο έφτασε στην Άκρα με 52 πλοία ένας σταυροφορικός στρατός υπό τον αρχιεπίσκοπο Ουμπάλδο και μαζί του 2 σώματα Ιταλών μηχανικών. Ο Γκυ κατάφερε να τους πάρει με το μέρος του, αλλά και το στόλο που είχε στείλει ο Γουλιέλμος Β' της Σικελίας για να ενισχύσει την Τύρο την εποχή που πολιορκείτο από τον Σαλαντίν. Μετά από αυτήν την επιτυχία αποφάσισε να φύγει από την Τύρο και να κατευθυνθεί προς την Άκρα. Η αιφνιδιαστική επίθεση που επιχείρησε εναντίον της πόλης απέτυχε, και τότε απέκλεισε την Άκρα με 600 ιππότες και 7.000 πεζούς.

Ο Σαλαντίν φτάνει στην Άκρα, η πολιορκία τελματώνεται[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την είδηση του θανάτου του Γουλιέλμου Β' στις 11 Νοεμβρίου του 1189, ο Μαργαριτώνης οδήγησε το στόλο του πίσω στη Σικελία, αλλά γρήγορα το κενό αναπληρώθηκε από έναν στόλο Δανών και Φρισίων και από ομάδες Γάλλων, Γερμανών, Φλαμανδών και Ιταλών σταυροφόρων. Η είδηση της πολιορκίας της Άκρας εξαπλώθηκε με μεγάλη ταχύτητα σε όλη την Ευρώπη και πολλοί ξακουστοί και ισχυροί φεουδάρχες έσπευδαν να λάβουν μέρος σε αυτή. Ταυτόχρονα, ο ίδιος ο Σαλαντίν έφτασε στα περίχωρα της Άκρας με αρκετούς πολεμιστές του και στρατοπέδευσε λίγα χιλιόμετρα ανατολικά του στρατοπέδου των σταυροφόρων, στην τοποθεσία Τελ Κεϊσάν, προσπαθώντας να περνά τρόφιμα και εφόδια μέσα στην πόλη ενώ εμπόδιζε τον δια ξηράς ανεφοδιασμό των πολιορκητών από την Τύρο.

Ο Γκυ καταλάβαινε ότι όσο ο Σαλαντίν και ο στρατός του βρισκόταν στα νώτα του θα ήταν αδύνατη η κατάληψη της Άκρας. Γι'αυτό στις 4 Οκτωβρίου του 1189 εξαπέλυσε επίθεση εναντίον του στρατοπέδου του Σαλαντίν. Στην επίθεση μάλιστα συμμετείχε και ο Κορράδος του Μονφερρά, οι σχέσεις του οποίου με τον Γκυ είχαν βελτιωθεί λίγο. Η μάχη διήρκεσε όλη σχεδόν την ημέρα αλλά ούτε οι σταυροφόροι κατάφεραν να αναγκάσουν τον Σαλαντίν να υποχωρήσει ούτε ο Σαλαντίν κατάφερε να διασπάσει την πολιορκία. Με τον καιρό η πολιορκία οδηγήθηκε σε τέλμα. Η φρουρά της Άκρας συνέχισε να αντιστέκεται και πότε πότε ενισχυόταν με εφόδια που κατάφερναν να σπάνε τον ναυτικό αποκλεισμό των σταυροφόρων. Οι σταυροφόροι έφτιαξαν υψηλά αναχώματα γύρω από τα στρατόπεδά τους για να μπορούν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικότερα μία επίθεση του Σαλαντίν στα νώτα τους και συνέχισαν να δέχονται εφόδια και ενισχύσεις με πλοία που ξεκινούσαν από την Τύρο, την Κύπρο και την Ευρώπη. Ο Σαλαντίν εξακολουθούσε να ελέγχει τις χερσαίες οδούς συγκοινωνιών και να κρατά τους πολιορκητές περιορισμένους, αλλά δεν μπορούσε να άρει την πολιορκία της Άκρας. Σε αυτήν τη στάσιμη κατάσταση κάποιοι από τους αντιμαχόμενους άρχιζαν να γνωρίζονται και να αλληλοπροσκαλούνται σε γιορτές και διασκεδάσεις που διοργανώνονταν σε κάποιο από τα δύο στρατόπεδα. Αυτό το φαινόμενο προκαλούσε έκπληξη και φρίκη στους νεοφερμένους των δύο στρατοπέδων που είχαν έρθει για Ιερό Πόλεμο.

Συνεχώς έφθαναν νέοι σταυροφόροι από πολλές χώρες της Ευρώπης, ακόμη και από την Ουγγαρία. Αλλά στο σταυροφορικό στρατόπεδο άρχισαν να αντιμετωπίσουν προβλήματα σίτισης. Από την άλλη ο στρατός του Σαλαντίν άρχισε να διαλύεται επειδή πολλοί πολεμιστές αποφάσιζαν να επιστρέψουν στα σπίτια τους παρά να κάθονται άπραγοι έξω από την Άκρα. Η πολιορκία συνεχίστηκε με τους σταυροφόρους να κατασκευάζουν τρεις μεγάλους ξύλινους πολιορκητικούς πύργους και να τους ρίχνουν στην μάχη στα τέλη του Απριλίου του 1190. Οι πολιορκημένοι προσπάθησαν να τους καταστρέψουν, χωρίς αποτέλεσμα όμως. Πρότειναν να παραδοθούν, αλλά οι σταυροφόροι αρνήθηκαν. Μέσα στην απόγνωσή τους εφάρμοσαν την ιδέα ενός νεαρού κατασκευαστή καζανιών από τη Δαμασκό και πέτυχαν να πυρπολήσουν τον πρώτο πολιορκητικό πύργο και να σκοτώσουν όλους όσους ήταν μέσα. Οι σταυροφόροι τράπηκαν σε φυγή και η φρουρά της Άκρας έκανε μία γρήγορη έξοδο με την οποία κατέστρεψε τους άλλους δύο. Τον Μάιο του 1190 ο Σαλαντίν επιτέθηκε αρκετές φορές εναντίον των σταυροφόρων, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Τον Ιούλιο ήρθε η σειρά των σταυροφόρων να επιτεθούν στο στρατό του Σαλαντίν, αλλά και αυτοί χωρίς αποτέλεσμα.

Στις 27 Ιουλίου έφτασε στο στρατόπεδο των σταυροφόρων ένα γαλλικό σώμα σταυροφόρων υπό τον Ερρίκο του Τρουά, τον κόμη της Καμπανίας. Ο Ερρίκος ήταν ανιψιός και του Άγγλου και του Γάλλου βασιλιά και γι'αυτό θεωρείτο ιεραρχικά ανώτερος ακόμη και από τον βασιλιά της Ιερουσαλήμ. Αυτό το γεγονός του έδινε το δικαίωμα να αναλάβει την ηγεσία του σταυροφορικού στρατοπέδου. Εν τω μεταξύ οι σταυροφόροι κατασκεύασαν έναν πολιορκητικό κριό από το κατάρτι ενός πλοίου που είχε ξεβράσει η θάλασσα. Τον Οκτώβριο χρησιμοποιήθηκε στην μάχη, αλλά οι πολιορκημένοι κατάφεραν να τον πυρπολήσουν.Οι σταυροφόροι επιχείρησαν και δύο ναυτικές επιθέσεις που απέτυχαν.

Όλο και περισσότεροι σταυροφόροι έφταναν στο στρατόπεδο των πολιορκητών για να συμμετέχουν στην πολιορκία. Η συνύπαρξη τόσων ανθρώπων σε τόσο στενό χώρο με άθλιες συνθήκες υγιεινής προκάλεσε την εκδήλωση πολλών ασθενειών στο στρατόπεδο των πολιορκητών, όπως ο τύφος και η δυσεντερία, που προκαλούσαν περισσότερες απώλειες από τις μάχες με τον εχθρό. Την 1η Οκτωβρίου του 1190 η βασίλισσα Σιβύλλα πέθανε. Επειδή ο Γκυ ήταν μόνο βασιλικός σύζυγος έχανε το αξίωμά του. Οι φεουδάρχες του βασιλείου υποχρέωσαν την αδερφή της, Ισαβέλλα, να χωρίσει από τον σύζυγό της, Ονφρουά ντε Τορόν, που δεν ενέπνεε εμπιστοσύνη, και να παντρευτεί τον Κορράδο.

Άφιξη των Γερμανών Σταυροφόρων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 4 Οκτωβρίου έφθασαν οι επιζώντες της γερμανικής σταυροφορίας με επικεφαλής τον Φρειδερίκο της Σουηβίας, γιο του αυτοκράτορα Φρειδερίκου. Οι νεοφερμένοι έφερναν μαζί τους πλήθος πολιορκητικών μηχανών και έναν πολιορκητικό κριό. Λίγο αργότερα έφτασε και ένα μικρό σώμα Άγγλων σταυροφόρων υπό τον αρχιεπίσκοπο του Καντέρμπουρι, Βαλδουίνο.

Η πολιορκία με την άφιξη αυτών των ενισχύσεων έμοιαζε να φτάνει στο τέλος της, όμως η μεγάλη επίθεση που επιχείρησαν οι σταυροφόροι εναντίον της Άκρας απέτυχε. Από την άλλη κατάφεραν να απωθήσουν τον στρατό του Σαλαντίν από το Τελ Κεϊσάν, να ανοίξουν τον χερσαίο δρόμο για την Τύρο και να διευκολύνουν τον ανεφοδιασμό τους. Ο στρατός του Σαλαντίν δεν αποχώρησε από την περιοχή, αλλά αποσύρθηκε σε μία ισχυρή θέση λίγο νοτιότερα. Παράλληλα, η φρουρά της Άκρας αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα σίτισης, που λύθηκε προσωρινά με την επιτυχή διείσδυση 25 πλοίων κατάφορτων με τρόφιμα στο αποκλεισμένο από τα σταυροφορικά πλοία λιμάνι της Άκρας.

Συνέχιση της πολιορκίας, άφιξη του Φιλίππου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο χειμώνας του 1190-91 ήταν πολύ κρύος και βροχερός, με αποτέλεσμα το έδαφος κάτω από τα τείχη της πόλης να υποχωρήσει σε αρκετά σημεία. Στις 6 Ιανουαρίου 1191 μέρος του τείχους κατέρρευσε ξαφνικά. Οι σταυροφόροι προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν αυτήν την ευκαιρία, αλλά λόγω της καταρρακτώδους βροχής αυτό στάθηκε αδύνατο. Οι πολιορκημένοι σύντομα κατάφεραν να επισκευάσουν εκείνο το κομμάτι του τείχους.

Στο μεταξύ πολλοί σταυροφόροι συνέχισαν να υποφέρουν και να πεθαίνουν από τις αρρώστιες. Στις 20 Ιανουαρίου ο Φρειδερίκος της Σουηβίας πέθανε. Τα γερμανικά στρατεύματα έμειναν χωρίς ηγεσία μέχρι τον Απρίλιο που έφτασε ο δούκας Λεοπόλδος της Αυστρίας. Επίσης πέθανε ο Λατίνος πατριάρχης της Ιερουσαλήμ, Ηράκλειος. Ο Ερρίκος της Καμπανίας ήταν άρρωστος για καιρό αλλά κατάφερε να αναρρώσει. Η κατάσταση στο στρατόπεδο των πολιορκητών ήταν απελπιστική. Παρ'όλα αυτά, τα πράγματα επρόκειτο να καλυτερέψουν. Στις 20 Μαΐου έφτασε στο στρατόπεδο των πολιορκητών ο βασιλιάς Φίλιππος με το κύριο σώμα των Γάλλων σταυροφόρων. Η δύναμη των πολιορκητών ήταν πια πολύ ισχυρή. Η ευκαιρία να σωθεί η Άκρα είχε χαθεί για τον Σαλαντίν. Οι Γάλλοι έφτιαξαν τις δικές τους πολιορκητικές μηχανές, κάποιες από τις οποίες ήταν ένας καταπέλτης για πέτρες και μία αγκιστρωτή κλίμακα, που τους ονόμασαν Κακό Γείτονα και Γάτα αντίστοιχα. Οι μουσουλμάνοι όμως άντεχαν και απαντούσαν με βολές του δικού τους καταπέλτη που οι σταυροφόροι ονόμαζαν Κακό Εξάδελφο.

Άφιξη του Ριχάρδου, η τελική φάση της πολιορκίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πολιορκία δε σημείωνε πρόοδο μέχρι τις 8 Ιουνίου του 1191, ημέρα της άφιξης του Ριχάρδου στο στρατόπεδο των πολιορκητών. Με την παρουσία δύο τόσο ισχυρών βασιλέων στο στρατόπεδο προέκυψε πρόβλημα γιατί και οι δύο μπορούσαν να αναλάβουν την ηγεσία των σταυροφορικών δυνάμεων, αλλά μέσα σε πνεύμα ομοψυχίας συμφωνήθηκε η διοίκηση του στρατοπέδου να περιέρχεται εναλλάξ στους Φίλιππο και Ριχάρδο.

Ο Ριχάρδος κατάφερε να προσεγγίσει το μεγαλύτερο τμήμα του σταυροφορικού στρατού λόγω της επιρροής και της φήμης του και των υψηλών αμοιβών που προσέφερε. Αλλά αρρώστησε λίγες ημέρες μετά την άφιξή του και ο Φίλιππος ηγήθηκε μίας αποτυχημένης επίθεσης εναντίον της Άκρας. Οι στρατιώτες του Ριχάρδου κατασκεύασαν και αυτοί αρκετές πολιορκητικές μηχανές, αρκετές από τις οποίες σχεδίασε προσωπικά ο ίδιος ο Ριχάρδος.

Ο Σαλαντίν έλαβε ενισχύσεις στα τέλη Ιουνίου και στις αρχές Ιουλίου από την Αίγυπτο, την Μοσούλη και τις Συριακές πόλεις, Σαϊτζάρ και Χάμα, αλλά δε διακινδύνευε επίθεση εναντίον του σταυροφορικού στρατοπέδου. Στις 2 Ιουλίου κατέρρευσε ένα μέρος του τείχους και την επομένη οι Γάλλοι επιχείρησαν μία έφοδο σε εκείνο το σημείο αλλά αποκρούστηκαν. Την ίδια μέρα ο Σαρακηνός στρατηγός Τακί αλ Ντιν αποκρούστηκε στην προσπάθειά του να μπει στην πόλη με ενισχύσεις. Τη νύχτα της 5ης Ιουλίου τα έργα υπονόμευσης σε εκείνο το σημείο είχαν ως αποτέλεσμα μια νέα κατάρρευση τμήματος του τείχους. Αμέσως ξέσπασε σκληρή μάχη μεταξύ των σταυροφόρων και των μουσουλμάνων στρατιωτών, καθώς οι πρώτοι προσπαθούσαν να απομακρύνουν τα συντρίμια και να ανοίξουν το δρόμο για την πόλη. Ο Ριχάρδος υποσχέθηκε 4 σολδία για κάθε πέτρα που θα απομακρυνόταν, και παρά τις απώλειες οι σταυροφόροι απομάκρυναν ένα μέρος των συντριμμιών. Στις 7 Ιουλίου μία επίθεση των Γάλλων αποκρούστηκε. Τέσσερις ημέρες αργότερα ο στρατός του Ριχάρδου επιτέθηκε αλλά είχε την ίδια τύχη με την προηγούμενη.

Ο Σαλαντίν καταλαβαίνοντας ότι οι σταυροφόροι βρίσκονταν πολύ κοντά στο να καταλάβουν την πόλη επιχείρησε επίθεση από τα ανατολικά αλλά αποκρούστηκε. Η φρουρά της Άκρας μετά την αποτυχία του Σαλαντίν να διασπάσει το χριστιανικό κλοιό κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να περιμένει βοήθεια πια από αυτόν.

Συνθηκολόγηση και παράδοση της Άκρας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Φίλιππος και ο Ριχάρδος δέχονται τα κλειδιά της Άκρας.

Στις 12 Ιουλίου ο διοικητής της πόλης πρότεινε όρους στους σταυροφόρους για την παράδοση της πόλης. Οι όροι του ήταν εκτός από την παράδοση της Άκρας, οι Σαρακηνοί να επέστρεφαν στους σταυροφόρους τον Τίμιο Σταυρό, να απελευθέρωναν 200 αιχμαλώτους και να παρέδιδαν 50 ομήρους στους σταυροφόρους ως εγγύηση. Αυτοί οι όροι απορρίφθηκαν από τους σταυροφόρους και νέοι όροι τους προτάθηκαν. Αυτήν τη φορά ο αριθμός των αιχμαλώτων που θα απελευθερώνονταν θα ήταν 2.000 και ο αριθμός των ομήρων θα ήταν 500. Η φρουρά θα αποχωρούσε από την πόλη με τα ρούχα που φορούσε και όλα τα όπλα, τα τρόφιμα και τα τιμαλφή θα έμεναν στα χέρια των σταυροφόρων. Ακόμη, 200.000 χρυσά νομίσματα θα καταβάλλονταν προσωπικά στον Ριχάρδο και στον Φίλιππο και άλλα 400 στον Κορράδο του Μονφερρά που είχε λειτουργήσει ως μεσολαβητής μεταξύ των δύο πλευρών. Οι σταυροφόροι συμφώνησαν στους νέους όρους και οι όμηροι τους παραδόθηκαν στις 12 Ιουλίου ως εγγύηση ότι οι όροι της συνθηκολόγησης θα εκπληρώνονταν μέχρι τις 12 Αυγούστου. Οι Μουσουλμάνοι βγήκαν από την πόλη και για δύο ημέρες έμειναν στην πεδιάδα κοντά στην Άκρα φρουρούμενοι από σταυροφόρους. Αμέσως μετά μεταφέρθηκαν πάλι στην πόλη.

Όταν έπεσε η Άκρα, στις επάλξεις των τειχών τοποθετήθηκαν τα λάβαρα των νικητών, του Βασιλείου της Ιερουσαλήμ, του Φιλίππου, του Ριχάρδου και του Λεοπόλδου της Αυστρίας. Ο Ριχάρδος αντέδρασε για το λάβαρο του τελευταίου, που ήταν απλώς δούκας και όχι βασιλιάς για να τοποθετηθεί το λάβαρό του στην ίδια θέση με τα υπόλοιπα, και διέταξε τους άντρες του να το πετάξουν από τα τείχη στο λασπωμένο έδαφος. Ο Λεοπόλδος, όμως, ήταν και αρχηγός των Γερμανών σταυροφόρων στην Άκρα. Νιώθοντας προσβεβλημένος, αποχώρησε από τη σταυροφορία και γύρισε στην Αυστρία. Στις 31 Ιουλίου έφυγε και ο Φίλιππος για να γυρίσει στη Γαλλία για να αντιμετωπίσει κάποια προβλήματα που είχαν δημιουργηθεί εκεί. Άφηνε, όμως, πίσω τον δούκα της Βουργουνδίας και το μεγαλύτερο τμήμα του γαλλικού στρατού.

Εκτέλεση των αιχμαλώτων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σαλαντίν, παρ'όλο που δεν συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις, συμφώνησε με τους όρους. Λίγες ημέρες πριν την από την εκπνοή της προθεσμίας ειδοποίησε τους ηγέτες των σταυροφόρων ότι ο χρόνος δεν ήταν αρκετός για αυτόν για να μαζέψει όλα τα χρήματα και όλους τους αιχμαλώτους εγκαίρως και ότι χρειαζόταν περισσότερο χρόνο. Τα δύο μέρη συμφώνησαν τα χρήματα να καταβληθούν σε τρεις μηνιαίες δόσεις, μετά την καταβολή της πρώτης δόσης να απελευθερωθούν οι Σαρακηνοί αιχμάλωτοι και η πρώτη δόση να έχει πληρωθεί μέχρι το μεσημέρι της 20ής Αυγούστου.

Ο Ριχάρδος, όμως, δεν ήθελε να παραμείνει ο στρατός στην Άκρα για μεγάλο διάστημα. Οι στρατιώτες τόσο καιρό είχαν υποφέρει πάρα πολύ για να καταλάβουν την πόλη. Με τη λήξη της πολιορκίας η πειθαρχία χαλάρωσε και οι στρατιώτες επιδίδονταν σε ακολασίες. Η κατάσταση αυτή υποβάθμιζε το αξιόμαχο του στρατεύματος. Από την άλλη, ο Ριχάρδος υποπτευόταν ότι ο Σαλαντίν προσπαθούσε να κερδίσει χρόνο για να ενισχύσει το στρατό του.

Η πρώτη δόση των χρημάτων και το πρώτο μέρος των αιχμαλώτων παραδόθηκαν από τον Σαλαντίν στις 11 Αυγούστου. Οι σταυροφόροι διαμαρτυρήθηκαν ότι πολλοί αιχμάλωτοι που ήταν σημαντικοί αρχηγοί των σταυροφόρων δεν είχαν απελευθερωθεί και αρνήθηκαν να παραδώσουν τους αιχμαλώτους τους στον Σαλαντίν που αρνήθηκε να πληρώσει τις υπόλοιπες δύο δόσεις προτού απελευθερώνονταν οι αιχμάλωτοι των σταυροφόρων. Η κατάσταση οδηγήθηκε σε αδιέξοδο και όταν πέρασε το μεσημέρι της 20ης Αυγούστου το συμβούλιο των σταυροφόρων ηγετών που συγκάλεσε ο Ριχάρδος αποφάσισε την άμεση εκτέλεση των αιχμαλώτων. Οι 2.700 αιχμάλωτοι, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, οδηγήθηκαν δεμένοι στην παρακείμενη πεδιάδα όπου σφαγιάστηκαν από τους σταυροφόρους.

Τα μετέπειτα γεγονότα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η νίκη στην Άκρα έκανε τους σταυροφόρους να ελπίζουν στην πλήρη ανασύσταση του Βασιλείου της Ιερουσαλήμ. Στην πράξη αυτό αποδείχθηκε ότι ήταν αδύνατο. Ο Ριχάρδος νίκησε σε δύο μάχες τον Σαλαντίν, στο Αρσούφ και στην Γιάφα, και έφτασε πολύ κοντά στην Ιερουσαλήμ. Κατάλαβε, όμως, ότι θα ήταν αρκετά δύσκολο να την καταλάβει και ακόμη πιο δύσκολο για τους σταυροφόρους να την κρατήσουν.

Το 1192 συμφωνήθηκε ειρήνη. Η Ιερουσαλήμ παρέμεινε στα χέρια των Μουσουλμάνων, αλλά θα ήταν ανοιχτή για τους χριστιανούς προσκυνητές. Ό,τι απέμενε από το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ ήταν μία λωρίδα γης από την Τύρο μέχρι τη Γιάφα και αναδιοργανώθηκε με πρωτεύουσα την Άκρα.

Ο Ριχάρδος έφυγε από τους Αγίους Τόπους χωρίς να προσκυνήσει ποτέ τον Πανάγιο Τάφο. Ο Κορράδος του Μονφερρά αναγνωρίστηκε ως βασιλιάς και ο Γκυ παραιτήθηκε από κάθε αξίωση με αντάλλαγμα την Κύπρο. Λίγες ημέρες μετά την αναγνώρισή του ως βασιλιά, ο Κορράδος δολοφονήθηκε από Χασασσίνους και για να μη μείνουν οι σταυροφόροι της περιοχής χωρίς βασιλιά, ο Ερρίκος της Καμπανίας παντρεύτηκε την Ισαβέλλα, αν και ήταν έγκυος από τον Κορράδο. Ο Ριχάρδος αιχμαλωτίστηκε στην Αυστρία από τον Λεοπόλδο, γυρίζοντας στην Αγγλία, και αφέθηκε ελεύθερος αφού πλήρωσε λύτρα ένα υπέρογκο ποσό. Ο Σαλαντίν πέθανε στη Δαμασκό το 1193.

Το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ επέζησε ως το 1291 όταν η Άκρα καταλήφθηκε από τους Μαμελούκους.


Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Η πολιορκία της Άκρας (1189-1191), άρθρο του Δημήτρη Σταυρόπουλου, περιοδικό Στρατιωτική Ιστορία,τεύχος 106, Ιούνιος 2005


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Siege of Acre της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).