Κρακ των Ιπποτών

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 34°45′25″N 36°17′40″E / 34.75694°N 36.29444°E / 34.75694; 36.29444

Κρακ των Ιπποτών (Crac des Chevaliers) και η Ακρόπολη του Σαλαντίν(α)
Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ
Krak des Chevaliers
Χώρα μέλος Συρία Συρία
Τύπος Πολιτισμικό
Κριτήρια ii, vi
Ταυτότητα #1229
Περιοχή(β) Αραβικά κράτη

Ιστορικό εγγραφής

Εγγραφή: 2006 (30η συνεδρίαση)

α) Επίσημο όνομα στον κατάλογο μνημείων της Π.Π.Κ.
β) Επίσημη καταχώριση από την ΟΥΝΕΣΚΟ

Το Κρακ των Ιπποτών (Krak des Chevaliers ή και Crac des Chevaliers), είναι φρούριο κτισμένο από σταυροφόρους, το οποίο βρίσκεται στη Συρία και είναι ένα από τα σημαντικότερα μνημεία μεσαιωνικής στρατιωτικής αρχιτεκτονικής στον κόσμο. Στα Αραβικά το φρούριο καλείται Qal'at al-Ḥiṣn, η λέξη «Krak» που προέρχεται από το Συριακό karak, που σημαίνει «φρούριο». Βρίσκεται 65 χλμ δυτικά της πόλης Χομς, κοντά στα σύνορα του Λιβάνου. Το Κρακ των Ιπποτών ήταν η έδρα των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννη κατά τη διάρκεια των Σταυροφοριών. Επεκτάθηκε μεταξύ των ετών 1150 και 1250 και στέγαζε φρουρά 2.000 ανθρώπων. Το φρούριο έχει εξωτερικά τείχη που έχουν πάχος 30 μέτρων, με επτά πύργους διαμέτρου 10 μέτρων[1].

Ο Βασιλιάς Εδουάρδος Α' της Αγγλίας είδε το φρούριο κατά τη διάρκεια της ένατης σταυροφορίας το 1272 και το χρησιμοποίησε σαν πρότυπο για τα κάστρα του στην Αγγλία και την Ουαλία. Το φρούριο περιγράφηκε όπως "ίσως το καλύτερα συντηρημένο και πληρέστερο αξιοθαύμαστο κάστρο στον κόσμο" από τον Τ. Ε. Λόρενς[1][2]

Αυτό το φρούριο έγινε Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς, μαζί με την ακρόπολη του Σαλαντίν (Qal’at Salah El-Din) το 2006 και είναι ιδιοκτησία του κράτους της Συρίας. Το φρούριο είναι μια από τις λίγες περιοχές όπου έχει διατηρηθεί σταυροφορική τέχνη (υπό μορφή τοιχογραφιών με την τεχνική φρέσκο).

Θέση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κάστρο βρίσκεται ανατολικά της Τρίπολης του Λιβάνου στο Χομς, επάνω σε ένα λόφο ύψους 650 μέτρων κατά μήκος του μοναδικού δρόμου από την Αντιόχεια στη Βηρυτό και τη Μεσόγειο. Είναι ένα από πολλά φρούρια που ήταν μέρος ενός αμυντικού δικτύου κατά μήκος των συνόρων των σταυροφορικών κρατών.

Το φρούριο έλεγχε το δρόμο προς τη Μεσόγειο και από αυτήν την βάση, οι Ιππότες του Αγίου Ιωάννη μπορούσαν να ελέγχουν τη λίμνη Χομς στην ανατολή, την αλιευτική βιομηχανία και να έχουν άμεσες πληροφορίες για συγκέντρωση μουσουλμανικών δυνάμεων στη Συρία.

Κατά την Αρχαιότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Μέση Ανατολή ήταν πάντα χώρος συνάντησης για πολλούς διαφορετικούς λαούς, των Βαβυλωνίων, Αιγυπτίων, Χιττιτών, Εβραίων, Ρωμαίων, Περσών, Βυζαντινών, Αράβων, Κούρδων, Οθωμανών, Σελτζούκων Τούρκων, και Φράγκων. Μια τέτοια ευρεία σειρά διαφορετικών πολιτισμών οδήγησε στη δημιουργία της μοναδικής αρχιτεκτονικής του κάστρου Κρακ.

Στην ευρύτερη περιοχή του φρουρίου έγιναν πολλές συγκρούσεις μεταξύ των διαφορετικών εθνών που πέρασαν από εκεί, συμπεριλαμβανομένης της περίφημης μάχης του Καντές μεταξύ Αιγυπτίων και Χιττιτών περίπου το 1274. Οι Ρωμαίοι, και έπειτα η βυζαντινή αυτοκρατορία, κατασκεύασαν πολλά φρούρια με βάση ελληνικό σχεδιασμό για να αντισταθούν στην περσική στρατιωτική πίεση σε εκείνη την περιοχή. Αυτός ο σχεδιασμός κατέληξε στην αρχιτεκτονική που χρησιμοποιήθηκε αργότερα από τους ισλαμικούς στρατούς μετά από την κατάκτησή της περιοχής από αυτούς την περίοδο 634-639.

Ισλαμική κατάκτηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την εποχή της δυναστείας των Ομμεϋαδών, οι Άραβες εκμεταλλεύθηκαν την υποδομή προηγούμενων κτισμάτων που είχαν κατασκευάσει οι Βυζαντινοί, καθώς και το φράγμα και το υδραγωγείο στον ποταμό Ορόντη για να τα μετατρέψουν σε θαυμαστά παλάτια με κήπους στη μέση της ερήμου. Οι κατασκευές συνεχίστηκαν και κατά την εποχή της δυναστείας των Αββασιδών στα μέσα του 750 μ.Χ. αν και μειώθηκαν σε ρυθμό, δεδομένου ότι οι στρατιωτικές δυνάμεις της εποχής δεν χρησιμοποιούσαν ιδιαίτερα τις οχυρώσεις.

Σταυροφορίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1031 στην τοποθεσία που βρίσκεται το Κρακ των Ιπποτών είχε κατασκευαστεί ένα κάστρο για τον εμίρη του Χαλεπίου.

Κατά τη διάρκεια της πρώτης Σταυροφορίας το 1099, ο Ρεϋμόνδος Δ' της Τουλούζης κατέλαβε το κάστρο αυτό, αλλά στη συνέχεια οι σταυροφόροι το εγκατέλειψαν όταν συνέχισαν την προέλασή τους προς την Ιερουσαλήμ. Ανακαταλήφθηκε πάλι από τον Τανκρέδο τον πρίγκιπα της Γαλιλαίας κατά το 1110. Το 1144, δόθηκε από τον Ρευμόνδο Β΄, κόμη της Κομητείας της Τρίπολης , στους Ιππότες του Αγίου Ιωάννη (Hospitallers), οι οποίοι ήταν σύγχρονοι των ιπποτών του Ναού.

Οι Ιππότες του Αγίου Ιωάννη το επιδιόρθωσαν και το επεξέτειναν έτσι ώστε έγινε το μεγαλύτερο φρούριο σταυροφόρων στους Αγίους Τόπους, προσθέτοντας έναν εξωτερικό τείχος τρία μέτρα παχύ με επτά πύργους με οκτώ έως δέκα μέτρα πάχος, δημιουργώντας ένα ομόκεντρο κάστρο.

Ο μέγας μάγιστρος των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννη έζησε σε έναν από τους πύργους και στο φρούριο μπορούσαν να βρίσκονται μέχρι 50-60 Ιππότες μαζί με 2.000 απλούς στρατιώτες. Κατά το 12ο αιώνα, γύρω από το κάστρο υπήρχε μια τάφρος και μια γέφυρα για την είσοδο σε αυτό.

Μεταξύ των εσωτερικών και εξωτερικών τειχών ήταν ένα προαύλιο, που οδηγεί στα εσωτερικά κτίρια, τα οποία επανοικοδομήθηκαν από τους Ιππότες του Αγίου Ιωάννη με γοτθικό στυλ. Αυτά τα κτίρια περιέλαβαν μια αίθουσα συνεδρίασης, ένα παρεκκλήσι, μια αποθήκη μήκους 120 μέτρων και δύο θολωτοί πέτρινοι στάβλοι που θα μπορούσαν να έχουν φιλοξενήσουν μέχρι και χίλια άλογα. Άλλες εγκαταστάσεις αποθήκευσης σκάφτηκαν στον απότομο βράχο κάτω από το φρούριο και υπολογίζεται ότι το τάγμα των Ιπποτών του Αγ. Ιωάννη θα μπορούσε να είχε αντισταθεί σε πολιορκία για πέντε έτη.

Το 1163, το φρούριο πολιορκήθηκε ανεπιτυχώς από τον Νουρ αντ-Ντιν. Μετά την πολιορκία αυτή, οι Ιππότες του Αγίου Ιωάννη έγιναν μια ουσιαστικά ανεξάρτητη δύναμη στα σύνορα της Τρίπολης. Το 1170 οι τροποποιήσεις των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννη είχαν ολοκληρωθεί. Προς το τέλος του 12ου και τις αρχές του 13ου αιώνας πολυάριθμοι σεισμοί προκάλεσαν ζημιές και απαιτήθηκαν περαιτέρω επισκευές.

Μια άλλη αποτυχημένη πολιορκία έγινε από τον Σαλαντίν το 1188, κατά τη διάρκεια της οποίας ο διοικητής φρουρίου συνελήφθη έξω από το κάστρο από ανθρώπους του Σαλαντίν. Αυτοί τον οδήγησαν στις πύλες του κάστρου και τον υποχρέωσαν να διατάξει να τις ανοίξουν. Σύμφωνα με τις οδηγίες του, ζήτησε από τους φρουρούς στα Αραβικά να παραδώσουν το κάστρο, αλλά έπειτα στα γαλλικά τους είπε να κρατήσουν το κάστρο μέχρι και να πέσει ο τελευταίος στρατιώτης.

Το 1217, κατά τη διάρκεια της Ε΄ σταυροφορίας, ο Ούγγρος βασιλιάς Ανδρέας Β΄ ενίσχυσε τα εξωτερικά τείχη και χρηματοδότησε στρατεύματα για τη φρούρηση του Κάστρου. Το 1271, το φρούριο καταλήφθηκε εκ νέου από τον Μπαϊμπάρ στις 8 Απριλίου του 1271, όταν ο τελευταίος εξαπάτησε τους Οσπιταλιέρους να πιστέψουν ότι ο κόμης της Τρίπολης τους είχε διατάξει να το παραδώσουν. Ο Μπαϊμπάρ ενίσχυσε με τη σειρά του το κάστρο και το χρησιμοποίησε ως βάση ενάντια στην Τρίπολη. Μετέτρεψε επίσης το παρεκκλήσι των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννη σε μουσουλμανικό τέμενος. Οι Μαμελούκοι το χρησιμοποίησαν αργότερα για να επιτεθούν στην Άκρα το 1291.

Σήμερα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σήμερα κάτω από το κάστρο υπάρχει μια μικρή πόλη.

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Knights Templar: Lost Worlds, (Ιππότες του Ναού: Χαμένοι κόσμοι) 10 Ιουλίου 2006 τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ στο The History Channel.
  2. Krak des Chevaliers - Crusader Castle in Syria

Φωτογραφίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Krak des Chevaliers της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).