Αργυροτσικνιάς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Αργυροτσικνιάς
Ενήλικος αργυροτσικνιάς
Ενήλικος αργυροτσικνιάς
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 LC el.svg
Ελαχίστης Ανησυχίας (IUCN 3.1)
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Πελεκανόμορφα (?) (Pelecaniformes) (?) [i]
Οικογένεια: Ερωδιίδες (Ardeidae)
Υποοικογένεια: Ερωδιίνες (Ardeinae) [1]
Γένος: Ερωδιός (Ardea) (Linnaeus, 1758) F
Είδος: A. alba
Διώνυμο
Ardea alba (Ερωδιός ο λευκός)
Linnaeus, 1758
Υποείδη

Ardea alba alba
Ardea alba egretta
Ardea alba melanorhynchos
Ardea alba modesta

Ο Αργυροτσικνιάς είναι κοσμοπολιτικό παρυδάτιο πτηνό της οικογενείας των Ερωδιιδών, που απαντάται και στον ελλαδικό χώρο. Η επιστημονική ονομασία του είδους είναι Ardea alba και περιλαμβάνει 4 υποείδη.[2]

Στην Ελλάδα απαντάται το υποείδος Ardea alba alba (Linnaeus, 1758).[2].

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επιστημονική ονομασία του γένους Ardea είναι λατινική,[3] έχει αποδοθεί στην ελληνική γλώσσα ως ερωδιός και, πιθανότατα, προέρχεται από μετατροπή του α σε ε από την λέξη αρωδιός, δηλαδή [ardea > αρωδιός > ερωδιός]. Η κατάληξη -ιός, συναντάται ως επίθημα και σε άλλες ονομασίες πτηνών π.χ. αιγωλιός, χαραδριός, κ.α. Η γραφή ερῳδιός, με υπογεγραμμένη στον Ηρωδιανό πρέπει να είναι υστερογενής και να οφείλεται σε αναλογία με τα επίθετα σε -ίδιος.[4]

Η επιστημονική ονομασία του είδους alba «λευκός», παραπέμπει στο λευκό πτέρωμα του πτηνού.

Συστηματική ταξινομική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος περιγράφηκε για πρώτη φορά, το 1758, από τον Λινναίο με την τωρινή του επιστημονική ονομασία.[5]

Παλαιότερα, ο αργυροτσικνιάς είχε καταχωρηθεί στο γένος Egretta. Επίσης υπήρχαν διαφωνίες μεταξύ των ερευνητών για το εάν έπρεπε να καταχωρηθεί στο μονοτυπικό γένος Casmerodius, κάτι που παραμένει ως πρόταση ακόμη και σήμερα. Ωστόσο, η ITIS και η κατά Howard & Moore ταξινομική, με δεδομένα DNA που φέρουν το πτηνό πλησιέστερα στο Ardea, το καταχωρούν στο γένος Ardea, θεωρώντας τα Egretta και Casmerodius ως συνώνυμα.[2][6]

  • Ο αργυροτσικνιάς, όπως και οι άλλοι ερωδιοί (οικογένεια Ερωδιίδες, Ardeidae), ανήκει σε ένα από τα πλέον «προβληματικά» taxa, για τους σύγχρονους ερευνητές, την τάξη Πελεκανόμορφα (Pelecaniformes). Οι διαφωνίες μεταξύ των επιστημόνων είναι έντονες και δεν φαίνεται λύση στο άμεσο μέλλον. Κάποιοι από αυτούς δέχονται την ύπαρξή της και έχουν «μεταφέρει» την οικογένεια των ερωδιών (Ερωδιίδες) σε αυτήν (από την παλαιότερη θέση της στην αυτόνομη τάξη Πελαργόμορφα). Οι υπόλοιποι είναι κατηγορηματικά αντίθετοι με αυτή την θέση και, όχι μόνον δεν δέχονται αυτή την μετακίνηση αλλά, ήδη, άρχισαν την διάσπαση της τάξης των Πελεκανομόρφων σε επί μέρους τάξεις. Μάλιστα, υποστηρίζουν ότι ο πυρήνας των Πελεκανομόρφων πρέπει να ενσωματώσει όλους τους ερωδιούς υπό την παρούσα κατάσταση (τάξη Πελαργόμορφα, Ciconiiformes). Το θέμα έχει περιπλακεί με την εισαγωγή δεδομένων DNA, που αλλού δίνει «απαντήσεις» και αλλού, όχι. Σε Διεθνές Ορνιθολογικό Συνέδριο (IOC) πάρθηκε η απόφαση να γίνει αποδεκτή η τάξη Πελεκανόμορφα και να μεταφερθούν εκεί οι (Ερωδιίδες), ωστόσο η κατάσταση παραμένει εξαιρετικά «μετέωρη».

Γεωγραφική κατανομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης εξάπλωσης του είδους Ardea alba (Πράσινο = Όλο το έτος (επιδημητικό), Κίτρινο = Καλοκαιρινός αναπαραγόμενος επισκέπτης, Μπλε = Περιοχές διαχείμασης) (σημ. ο χάρτης είναι ελλιπής, διότι τόσο η ΝΑ. Ασία, όσο και η Αυστραλία και η Νέα Ζηλανδία, συμπεριλαμβάνονται στις επικράτειες του είδους)

Ο αργυροτσικνιάς είναι κοσμοπολιτικό ηπειρωτικό είδος, δηλαδή ζει, αναπαράγεται και μετακινείται σε όλες τις ηπείρους, εκτός από τις ακραίες περιοχές των δύο ημισφαιρίων.

Στην Ευρώπη, ωστόσο, δεν είναι τόσο κοινό είδος όσο στις άλλες ηπείρους, ερχόμενος μόνο τα καλοκαίρι για να αναπαραχθεί σε πολύ περιορισμένους θύλακες, ή τον χειμώνα στην περιοχή της ΝΑ. Μεσογείου για να διαχειμάσει. Είναι χαρακτηριστικό ότι απουσιάζει από την Ιβηρική Χερσόνησο και από όλες τις περιοχές βόρεια του κεντρικού τμήματος της ηπείρου.

Στην Ασία η εξάπλωσή του περιλαμβάνει όλες τις περιοχές νότια των αχανών εκτάσεων της Ρωσίας και της Σιβηρίας, αλλά αποφεύγει τη Μέση Ανατολή, εκτός από κάποια τμήματα του Περσικού Κόλπου. Η Κίνα, η Ν. Ιαπωνία, η Ινδοκίνα, η Ινδία και η Ινδονησία, συμπεριλαμβάνονται στις ασιατικές αναπαραγωγικές του επικράτειες.

Η Αφρική είναι, επίσης, επικράτεια όπου ζει και αναπαράγεται καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, με εξαίρεση τη Σαχάρα και τις γύρω χώρες, καθώς και την περιοχή της Ναμίμπια και της ΒΔ. Νότιας Αφρικής.

Με εξαίρεση το μεγαλύτερο τμήμα του Καναδά, των δυτικοκεντρικών ΗΠΑ και τις περιοχές των Άνδεων και της Παταγονίας, όλη η αμερικανική ήπειρος είναι αναπαραγωγική επικράτεια του είδους. Τέλος, τόσο η Αυστραλία, εκτός από κάποια τμήματα στα κεντρικά και νότια, όσο και ολόκληρη η Νέα Ζηλανδία, είναι περιοχές όπου το είδος ζει και αναπαράγεται μόνιμα. [7]

Αρ. Υποείδος Περιοχές αναπαραγωγής (επιδημητικό ή/και καλοκαιρινός επισκέπτης) Περιοχές μετακίνησης ή/και διαχείμασης Σημειώσεις
1 Ardea alba alba Κ και ΝA Ευρώπη (θύλακες αναπαραγωγής σε Ουγγαρία, Ρουμανία, Σλοβακία, Βαλκάνια, Ουκρανία, ΝΑ Ρωσία), Β Ασία ανατολικά προς Β Ιαπωνία και ΒΑ Κίνα, νότια μέχρι το Ιράν Κ και Ν Ευρώπη (Γαλλία, Ιταλία, Ελλάδα, Βουλγαρία, Μικρά Ασία), Β και Κ Αφρική, Περσικός Κόλπος Ν και Α ΑσίαΚίνα, Ν Κορέα Είναι το υποείδος που επισκέπτεται την Ευρώπη
2 Ardea alba egretta Ν Καναδάς, Β ΗΠΑ, νότια μέχρι Νότιο Αμερική Β. ΗΠΑ αλλά μετακινείται κυρίως εντός των περιοχών όπου είναι καθιστικό Είναι το αμερικανικό υποείδος
3 Ardea alba melanorhynchos Υποσαχάρια Αφρική (Σενεγάλη ανατολικά προς Αιθιοπία]] και νότια προς Μαδαγασκάρη και Νότιο Αφρική Επιδημητικό σε μεγάλο ποσοστό Είναι το κυριότερο αφρικανικό υποείδος
4 Ardea alba modesta Ινδία ανατολικά προς Ν Ιαπωνία, Κορέα και νοτιοανατολικά προς Ινδονησία, Αυστραλία και Νέα Ζηλανδία Επιδημητικό σε μεγάλο ποσοστό Κάποιοι ερευνητές το θεωρούν ξεχωριστό είδος (Ardea modesta)

Πηγές:[2][5][8] (σημ. με έντονα γράμματα το υποείδος που απαντάται στον ελλαδικό χώρο)

Μεταναστευτική συμπεριφορά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Eνήλικος αργυροτσικνιάς του υποείδους A. A.modesta (μη-αναπαραγωγικό πτέρωμα)

Όπως φαίνεται στον πίνακα κατανομής υποειδών, ο αργυροτσικνιάς είναι κοσμοπολιτικό είδος, αλλά στην ευρωπαϊκή ήπειρο έρχεται μόνο το καλοκαίρι για να αναπαραχθεί σε πολύ περιορισμένους θύλακες, ή τον χειμώνα οπότε παρατηρείται μόνον τοπικά (locally common). Όλοι ανεξαιρέτως οι πληθυσμοί του υπόκεινται σε μετα-αναπαραγωγικές μετακινήσεις διασποράς, τοπικές ή ευρύτερες (μεταναστεύσεις).[9] Οι πληθυσμοί που αναπαράγονται σε τροπικές περιοχές είναι καθιστικοί [9] ή μερικώς αποδημητικοί (εξαρτώμενοι από τις βροχοπτώσεις),[10] ενώ οι πληθυσμοί της Ευρασίας και των Νεοαρκτικών περιοχών είναι μεταναστευτικοί.[9][11] Η περίοδος αναπαραγωγής ποικίλλει γεωγραφικά, αν και οι εύκρατοι πληθυσμοί τείνουν να φωλιάζουν την άνοιξη και το καλοκαίρι (Απρίλιο με Ιούλιο), ενώ οι τροπικοί φωλιάζουν κατά την περίοδο του κύκλου βροχής που, η διαθέσιμη τροφή είναι στο μέγιστο (αυτό μπορεί να συμβαίνει είτε κατά τη διάρκεια των βροχών είτε στην εποχή της ξηρασίας).[12]

Η φθινοπωρινή αποδημία αρχίζει τον Σεπτέμβριο και διαρκεί μέχρι τον Νοέμβριο, ενώ η εαρινή μπορεί, ανάλογα με την περιοχή, να αρχίζει από τα τέλη Φεβρουαρίου και διαρκεί μέχρι τον Απρίλιο. Τυχαίοι, περιπλανώμενοι επισκέπτες έχουν αναφερθεί μεταξύ άλλων από το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ιρλανδία, το Λουξεμβούργο, τη Μάλτα, και τη Φινλανδία, το Τζιμπουτί, τις Σεϋχέλλες και τη Νέα Καληδονία.[13] Στην Ελλάδα, ο αργυροτσικνιάς δυνατόν να φωλιάζει σε εξαιρετικά περιορισμένους αριθμούς στη βόρεια χώρα (βλ. Κατάσταση στην Ελλάδα) ενώ απαντάται σε μεγαλύτερους αριθμούς κατά τη διάρκεια του χειμώνα, στη βόρεια και δυτική χώρα.[7][14][15] Αναφέρεται και από την Κρήτη και την Κύπρο ως σπάνιο διαβατικό,[16][17]

Βιότοπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναπαραγωγική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος ζει σε όλες τις κατηγορίες εσωτερικών και παράκτιων υγροτόπων,[9] αν και προτιμάει να βρίσκεται κυρίως κατά μήκος των ακτών, είτε κατά τη διάρκεια του χειμώνα (π.χ. στην περιοχή της Ευρασίας),[18] είτε κατά τη διάρκεια της ξηρασίας (π.χ. στην Αυστραλία).[19] Στα ηπειρωτικά συχνάζει στα όρια ποταμών, λιμνών, ελών, πλημμυρισμένων εκτάσεων [9] και μαιάνδρων ποταμών, καθώς και σε ρέματα,[18] υγρά λιβάδια,[12] ορυζώνες, τάφρους αποστράγγισης,[9] λίμνες υδατοκαλλιέργειας, δεξαμενές [12][19] και κανάλια αποχέτευσης.[19][20]

Στις παράκτιες τοποθεσίες, συχνάζει σε ξερές αλατολίμνες,[19] αλυκές, ελώδεις περιοχές, παράκτια έλη, μανγκρόβια δάση,[9] αλμυρόβαλτους, πλατώματα με φύκια, υπεράκτιους κοραλλιογενείς υφάλους, λιμνοθάλασσες [12] και εκβολές ποταμών.[9]

Στην Ελλάδα ο αργυροτσικνιάς ανευρίσκεται σε τενάγη, βάλτους, έλη, λίμνες, ποταμούς και λιμνοθάλασσες [15], ενώ, εάν φωλιάζει προτιμάει καλαμιώνες και υγροτόπους με γλυκό νερό.[14]

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το χαρακτηριστικό κεφάλι ενός αργυροτσικνιά

Ο αργυροτσικνιάς είναι είδος που ξεχωρίζει εύκολα από τους άλλους ερωδιούς λόγω του μεγάλου μεγέθους -μόνον ο σταχτοτσικνιάς είναι λίγο μεγαλύτερος από αυτόν- και του χιονόλευκου χρώματός του. Εκτός από το μέγεθος, ξεχωρίζει από το πρασινωπό δέρμα των χαλινών του προσώπου (lores), το κίτρινο ράμφος και τους μαυροπράσινους ταρσούς και τα πόδια, αν και το ράμφος γίνεται σκούρο στην άκρη του και τα πόδια πιο κιτρινόχρωμα κατά την περίοδο αναπαραγωγής. Υπάρχει μια αχνή μαυριδερή γραμμή στο πίσω μέρος των οφθαλμών. Τέλος, στο αναπαραγωγικό πτέρωμα, εμφανίζονται τα χαρακτηριστικά, λεπτά και μακριά φτερά που κοσμούν κυρίως το πίσω μέρος του σώματος και όχι την κορυφή του κεφαλιού, οι περίφημες αιγκρέτες ή εγκρέτες (aigrettes).

Τα φύλα είναι παρόμοια σε εμφάνιση, ενώ τα τα νεαρά άτομα μοιάζουν με τους ενήλικες στο μη-αναπαραγωγικό πτέρωμα. Έχουν μαυριδερό ράμφος χωρίς διακοσμητικά φτερά.

Βιομετρικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μήκος σώματος: (85-) 89 έως 102 (-104) εκατοστά
  • Άνοιγμα πτερύγων: 131 έως 170 εκατοστά
  • Βάρος: (0,7-) 0,95 έως 1,5 (-1,6) κιλά

(Πηγές:[21][22][23][24][25][26][27][28][29][30])

Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα παρυδάτια ενδιαιτήματα, η τροφή του αργυροτσικνιά αποτελείται από ψάρια, αμφίβια, φίδια, υδρόβια έντομα και καρκινοειδή, ενώ στα ξηρότερα ενδιαιτήματα από επίγεια έντομα, σαύρες, μικρά πουλιά ακόμη και μικρά θηλαστικά.[9]

Ο τρόπος σύλληψης του θηράματος είναι εκείνος των ερωδιών, δηλαδή το πουλί περιμένει εντελώς ακίνητο (frozen still) πάνω από ένα πιθανό πέρασμα στο νερό και, την κατάλληλη στιγμή, καμακώνει (sic) το θύμα με το οξύτατο ράμφος του.

  • Αρκετές φορές, ο αργυροτσικνιάς έχει παρατηρηθεί να κολυμπάει για να συλλάβει το θήραμα ή να αιωρείται -ομολογουμένως με πολύ κόπο- πάνω από το νερό και «βουτάει» άτσαλα για να ψαρέψει.[31]

Πτήση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Aργυροτσικνιάς εν πτήσει (υποείδος A. a. egretta)

Ο αργυροτσικνιάς πετάει με χαρακτηριστικά, αργά φτεροκοπήματα, πιο αργά από εκείνα του συγγενικού λευκοτσικνιά, ενώ τα πόδια εξέχουν πολύ από το πίσω μέρος του σώματος. Επίσης, κρατάει τον μακρύ του λαιμό κυρτωμένο ανάμεσα στους ώμους σε χαρακτηριστικό S, περισσότερο ανοικτό απ’ ό, τι ο λευκοτσικνιάς. Αυτό το στοιχείο είναι χαρακτηριστικό των ερωδιών και τους διακρίνει από τους πελαργούς, τους γερανούς, και άλλα συγγενικά γένη, κατά την πτήση.

Φωνή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο αργυροτσικνιάς, ενώ στην Ευρώπη δεν είναι κοινό είδος, στις περιοχές που αναπαράγεται, μπορεί να φωλιάζει σε αποικίες δεκάδων, εκατοντάδων ή ακόμα και χιλιάδων ζευγαριών,[9][12] μερικές φορές μαζί με άλλα είδη (π.χ. 450 ζεύγη σε μια μικτή αποικία με πάνω από 3.000 φωλιές στην Αυστραλία).[9] Ορισμένοι πληθυσμοί φαίνεται να εμφανίζουν τάση να αναπαράγονται μοναχικά ή σε μικρές ομάδες.[9] Ωριμάζει σεξουαλικά κατά το 2ο έτος και είναι μονογαμικό πτηνό. Οι φωλιές είναι μεγάλες -μέχρι 1 μέτρο σε διάμετρο- και κατασκευάζονται συνήθως σε δυσπρόσιτους καλαμιώνες, με νερό βάθους 1-1,5 μ., σπάνια σε δένδρα ή θάμνους.[32]

Η ωοτοκία πραγματοποιείται άπαξ, τον Απρίλιο με Μάιο και αποτελείται από 3-4 αβγά (μερικές φορές 5, σπανίως, 6), διαστάσεων 61,5 Χ 42,4 χιλιοστών, που εναποτίθενται ανά διαστήματα δύο ημερών. Η επώαση πραγματοποιείται και από τα δύο φύλα και διαρκεί 25-26 ημέρες.[32]

Οι νεοσσοί είναι ημι-φωλεόφιλοι, χρήζουν δηλαδή μερικής προστασίας από τους γονείς. Λόγω του ανταγωνισμού για την τροφή, γίνονται πολύ επιθετικοί ο ένας προς τον άλλον στη φωλιά και, τα ισχυρότερα άτομα, σκοτώνουν συχνά τα ασθενέστερα αδέλφια τους, έτσι ώστε δεν επιβιώνει ολόκληρη η αρχική γέννα.[33] Μένουν στη φωλιά για 42 ημέρες, περίπου, και αποκτούν το πρώτο τους πτέρωμα μεταξύ 1-5 εβδομάδων, ενώ είναι σε σε θέση να πετάξουν σε 40-50 ημέρες, οπότε η αποικία εγκαταλείπεται στις περισσότερες περιπτώσεις.[34]

Απειλές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Eνήλικος αργυροτσικνιάς με τους νεοσσούς του (υποείδος A. a. egretta)

Το είδος απειλείται από την υποβάθμιση των υγροτόπων και την απώλεια των ενδιαιτημάτων του,[19] για παράδειγμα μέσω της αποχέτευσης, βόσκησης, εκχέρσωσης, καμένης γης, αυξημένης αλατότητας, άντλησης των υπογείων υδάτων και εισβολής από ξενικά φυτά.[19] Οι αναπαραγωγικές αποικίες στη Μαδαγασκάρη μπορεί να μειώνονται λόγω συλλογής των αβγών από τους τοπικούς πληθυσμούς.[12][35] Η σημαντικότερη απειλή στο παρελθόν που, πιθανότατα σήμερα δεν είναι πλέον, ήταν το εντατικό κυνήγι για τα περίφημα διακοσμητικά του φτερά, τις αιγκρέτες, που διακοσμούσαν τα καπέλα των «ευυπόληπτων κυριών», κατά τους δύο προηγούμενους αιώνες.[9]

Κατάσταση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο αργυροτσικνιάς είναι, γενικά, πολύ επιτυχημένο είδος με μεγάλη και διευρυνόμενη επικράτεια. Στη Β. Αμερική, πολλά πουλιά είχαν εξολοθρευτεί, για τα φτερά τους (βλ. ανωτέρω), αλλά οι αριθμοί έχουν ανακτηθεί ως αποτέλεσμα των μέτρων διατήρησης. Η επικράτειά τους έχει επεκταθεί προς βορράν ως τον Ν. Καναδά, αν και σε ορισμένα μέρη των Ν. ΗΠΑ, οι αριθμοί του έχουν μειωθεί λόγω απώλειας των ενδιαιτημάτων του. Παρ 'όλα αυτά, προσαρμόζεται καλά στην ανθρώπινη κατοίκηση και μπορεί να απαντηθεί εύκολα κοντά σε υγρότοπους και λεκάνες νερού σε αστικές και περιαστικές περιοχές.[36][37]

To είδος δεν διατρέχει κάποιο σοβαρό κίνδυνο, εκτός από τις προαναφερθείσες απειλές και αξιολογείται, σε παγκόσμιο επίπεδο, ως Ελαχίστης Ανησυχίας (LC).[7]

Η κατάσταση, όμως, στην Ευρώπη είναι διαφορετική. Ο αργυροτσικνιάς αναπαράγεται σε λίγους θύλακες, στα νοτιοκεντρικά ηπειρωτικά κυρίως, ενώ απαντάται κυρίως ως διαχειμάζον είδος, σε μεγαλύτερους αριθμούς. Τους μεγαλύτερους καταγεγραμμένους αναπαραγωγικούς πληθυσμούς στην Ευρώπη, διαθέτουν η Ρωσία, η Ουκρανία και η Ουγγαρία.[38]

Κατάσταση στην Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρά την έλλειψη επαρκών στοιχείων, φαίνεται ότι ο αργυροτσικνιάς είχε ανέκαθεν μικρούς αναπαραγωγικούς πληθυσμούς στη χώρα. Ίσως φώλιαζε στη λίμνη Κάρλα στα τέλη του 19ου αιώνα. Μέχρι πριν από δύο δεκαετίες φώλιαζε στη Μικρή Πρέσπα, στο Δέλτα των Αξιού/Λουδία/Γαλλικού και στις λίμνες Μητρικού και Κερκίνη και πιθανόν στο Δέλτα του Έβρου, του Λούρου και στο Πόρτο Λάγος.

Σήμερα, το πιο πιθανό είναι να φωλιάζει μόνο στη Μικρή Πρέσπα, με λιγότερα από 10 ζευγάρια. Κατά τη διάρκεια του χειμώνα, βέβαια, οι αριθμοί των διαχειμαζόντων πτηνών είναι σημαντικά αυξημένοι, ιδιαίτερα στην Κερκίνη και στο Πόρτο Λάγος, με αρκετές εκατοντάδες πουλιά. Μάλιστα η Ελλάδα καταγράφει από τους μεγαλύτερους διαχειμάζοντες πληθυσμούς στην Ευρώπη,[38] αλλά για τις μετακινήσεις τους, την άνοιξη και το φθινόπωρο, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία.

Ειδικά για την Ελλάδα, το είδος κατατάσσεται στην κατηγορία Κινδυνεύοντα (Endangered, E2) (Πηγές:

  • Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας, Αθήνα 1992,
  • Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά της Ελλάδας, ΕΟΕ 1994)

Μέτρα διαχείρισης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Eνήλικος αργυροτσικνιάς στον βιότοπό του

Η διατήρηση των περιοχών αναπαραγωγής θα πρέπει να περιλαμβάνει την προστασία των αποικιών, τον έλεγχο των οχλήσεων και της βλάστησης. Η διατήρηση των περιοχών σίτισης θα πρέπει να περιλαμβάνει τη διαχείριση της υδρολογίας, τον έλεγχο εισόδου αλατιού στο νερό, τις προσμείξεις και την περιβαλλοντική όχληση.[12] Tεχνητή νησίδα που δημιουργήθηκε στην Καμάργκ της Ν. Γαλλίας, κατόρθωσε να προσελκύσει κάποια ζευγάρια να φωλιάσουν στην περιοχή.[39]

Καθεστώς προστασίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ι. Συμπεριλαμβάνεται στον κατάλογο του Κόκκινου Βιβλίου για τα απειλούμενα σπονδυλόζωα της Ελλάδος, στην κατηγορία Κινδυνεύοντα (Ε2)

ΙΙ. Συμπεριλαμβάνεται στα είδη του Παραρτήματος Ι της Κοινοτικής Οδηγίας 79/409 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη διατήρηση των άγριων πουλιών.

ΙΙΙ. Συμπεριλαμβάνεται στα είδη του Παραρτήματος ΙΙ της Σύμβασης της Βέρνης για τη διατήρηση της ευρωπαϊκής άγριας ζωής και των φυσικών βιοτόπων.[40] του.

Άλλες ονομασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λόγιες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άλλες λόγιες ονομασίες του είδους είναι: Ερωδιός ο άσπρος, Ερωδιός ο μέγας και Κυκνίας.[41]

Λαϊκές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αργυροτσικνιάς απαντάται στον ελλαδικό χώρο και με τις ονομασίες: Τσικνιάς, Ψαροφάγος [41] και Μεγαλολευκοερωδιός,[15]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

i. ^  Υπάρχει έντονη διαφωνία μεταξύ των ερευνητών για το, εάν η οικογένεια Αρδεΐδες ανήκει στα Πελαργόμορφα ή στα Πελεκανόμορφα, ενώ αμφισβητείται ακόμη και η ύπαρξη της τάξης Πελεκανόμορφα! [42]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Howard and Moore, p. 85
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 Howard and Moore, p. 87
  3. http://books.google.gr/books?id=m2QSAAAAIAAJ&pg=PA268&redir_esc=y#v=onepage&q&f=false
  4. ΠΛΜ 24, 469
  5. 5,0 5,1 http://ibc.lynxeds.com/species/great-white-egret-egretta-alba
  6. http://www.itis.gov/servlet/SingleRpt/SingleRpt?search_topic=TSN&search_value=554135
  7. 7,0 7,1 7,2 http://maps.iucnredlist.org/map.html?id=22697043
  8. http://avibase.bsc-eoc.org/species.jsp?lang=EN&avibaseid=267D8CCE889A4D6F
  9. 9,00 9,01 9,02 9,03 9,04 9,05 9,06 9,07 9,08 9,09 9,10 9,11 9,12 del Hoyo et al
  10. Brown et al
  11. Flint et al
  12. 12,0 12,1 12,2 12,3 12,4 12,5 12,6 Kushlan & Hancock
  13. http://www.iucnredlist.org/details/22697043/0
  14. 14,0 14,1 Κόκκινο Βιβλίο, σ. 192
  15. 15,0 15,1 15,2 Όντρια (Ι), σ. 46
  16. Σφήκας, σ. 38
  17. Σφήκας, σ. 32
  18. 18,0 18,1 Snow & Perrins
  19. 19,0 19,1 19,2 19,3 19,4 19,5 Marchant & Higgins
  20. Hockey et al
  21. Flegg, p. 56
  22. Heinzel et al, p. 46
  23. Perrins, p. 72
  24. Bruun, p. 36
  25. Όντρια, σ. 46
  26. Singer, p. 86
  27. Mullarney et al, p. 32
  28. Grimmett et al, p. 144
  29. http://www.ibercajalav.net
  30. Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα
  31. http://www.allaboutbirds.org/guide/Great_Egret/lifehistory
  32. 32,0 32,1 Harrison, p. 61
  33. http://animals.nationalgeographic.com/animals/birds/great-egret/
  34. Harrison, p. 62
  35. Langrand
  36. "Timeline of Accomplishments". National Audubon Society. Retrieved March 6, 2011
  37. "Historical Highlights: Signature Species". National Audubon Society. Archived from the original on March 30, 2009. Retrieved March 6, 2011
  38. 38,0 38,1 http://www.birdlife.org/datazone/userfiles/file/Species/BirdsInEuropeII/BiE2004Sp3728.pdf
  39. Hafner
  40. http://www.poulia.info/2011/04/blog-post_6364.html
  41. 41,0 41,1 Απαλοδήμος, σ. 40
  42. http://en.wikipedia.org/wiki/Pelecaniformes#cite_ref-9

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Howard and Moore, Checklist of the Birds of the World, 2003.
  • Bertel Bruun, Birds of Britain and Europe, Hamlyn 1980.
  • Bob Scott and Don Forrest, The Birdwatcher’s Key, Frederick Warne & Co, 1979
  • Christopher Perrins, Birds of Britain and Europe, Collins 1987.
  • Colin Harrison & Alan Greensmith, Birds of the World, Eyewitness Handbooks, London 1993
  • Colin Harrison, Nests, Eggs and Nestlings Of British and European Birds, Collins, 1988.
  • Dennis Avon and Tony Tilford, Birds of Britain and Europe, a Guide in Photographs, Blandford 1989
  • Detlef Singer, Field Guide to Birds of Britain and Northern Europe, The Crowood Press, Swindon 1988
  • Hermann Heinzel, RSR Fitter & John Parslow, Birds of Britain and Europe with North Africa and Middle East, Collins, 1995
  • Jim Flegg, Field Guide to the Birds of Britain and Europe, New Holland, London 1990
  • Mary Taylor Gray, The Guide to Colorado Birds, Westcliffe Publishers, 1998
  • Peter Colston and Philip Burton, Waders of Britain and Europe, Hodder & Stoughton, 1988
  • Killian Mullarney, Lars Svensson, Dan Zetterström, Peter J. Grant, Τα Πουλιά της Ελλάδας Της Κύπρου και της Ευρώπης, ΕΟΕ, 2007
  • R. Grimmett, C. Inskipp, T. Inskipp, Birds of Nepal, Helm 2000
  • Γιώργος Σφήκας, Πουλιά και Θηλαστικά της Κρήτης, Ευσταθιάδης, 1989
  • Γιώργος Σφήκας, Πουλιά και Θηλαστικά της Κύπρου, Ευσταθιάδης, 1991
  • Πάπυρος Λαρούς, εκδ. 1963 (ΠΛ)
  • Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, εκδ. 1996 (ΠΛΜ)
  • Ιωάννη Όντρια (I), Πανίδα της Ελλάδας, τόμος Πτηνά.
  • Ιωάννη Όντρια (II), Συστηματική Ζωολογία, τεύχος 3.
  • Ντίνου Απαλοδήμου, Λεξικό των ονομάτων των πουλιών της Ελλάδας, 1988.
  • Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά της Ελλάδας (ΣΠΕΕ), ΕΟΕ 1994
  • «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας», Αθήνα 1992
  • Ιωάννου Χατζημηνά, Επίτομος Φυσιολογία, εκδ. Γρ. Παρισιάνου, Αθήνα 1979
  • Βασίλη Κλεισούρα, Εργοφυσιολογία, εκδ. Συμμετρία, Αθήνα 1990
  • Γεωργίου Δ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 2002
  • Linnaeus, Carolus (1758). Systema naturae per regna tria naturae, secundum classes, ordines, genera, species, cum characteribus, differentiis, synonymis, locis. Tomus I. Editio decima, reformata (in Latin). Holmiae (Laurentii Salvii).

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Bauer, Hans-Günther Einhard Bezzel und Wolfgang Fiedler (Hrsg): Das Kompendium der Vögel Mitteleuropas: Alles über Biologie, Gefährdung und Schutz. Band 1: Nonpasseriformes – Nichtsperlingsvögel, Aula-Verlag Wiebelsheim, Wiesbaden 2005, ISBN 3-89104-647-2
  • Brown, L. H.; Urban, E. K.; Newman, K. 1982. The birds of Africa vol I. Academic Press, London.
  • del Hoyo, J.; Elliot, A.; Sargatal, J. 1992. Handbook of the Birds of the World, vol. 1: Ostrich to Ducks. Lynx Edicions, Barcelona, Spain.
  • Flint, V. E.; Boehme, R. L.; Kostin, Y. V.; Kuznetsov, A. A. 1984. A field guide to birds of the USSR. Princeton University Press, Princeton, New Jersey.
  • Hafner, H. 2000. Heron nest site conservation. In: Kushlan, J. A.; Hafner, H. (ed.), Heron conservation, pp. 201–217. Academic Press, San Diego.
  • Hancock, J.; Kushlan, J. 1984. The herons handbook. Croom Helm, London.
  • Higgins, P. J (Hrsg): Handbook of Australian, New Zealand & Antarctic Birds, Band 1, Ratites to Ducks, Oxford University Press, Oxford 1990, ISBN 0-19-553068-3
  • Hockey, P. A. R.; Dean, W. R. J.; Ryan, P. G. 2005. Roberts birds of southern Africa. Trustees of the John Voelcker Bird Book Fund, Cape Town, South Africa.
  • IUCN. 2012. IUCN Red List of Threatened Species (ver. 2012.1). Available at: http://www.iucnredlist.org. (Accessed: 19 June 2012).
  • Kushlan, J. A.; Hancock, J. A. 2005. The herons. Oxford University Press, Oxford, U.K.
  • Langrand, O. 1990. Guide to the birds of Madagascar. Yale University Press, New Haven, USA.
  • Marchant, S.; Higgins, P. J. 1990. Handbook of Australian, New Zealand and Antarctic birds, 1: ratites to ducks. Oxford University Press, Melbourne.
  • Snow, D. W.; Perrins, C. M. 1998. The Birds of the Western Palearctic vol. 1: Non-Passerines. Oxford University Press, Oxford.
  • Hans-Günther Bauer, Einhard Bezzel und Wolfgang Fiedler (Hrsg): Das Kompendium der Vögel Mitteleuropas: Alles über Biologie, Gefährdung und Schutz. Band 1: Nonpasseriformes – Nichtsperlingsvögel, Aula-Verlag Wiebelsheim, Wiesbaden 2005, ISBN 3-89104-647-2
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Great egret της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).