Άνταμ Μιτσκιέβιτς
Ο Άνταμ Μπέρναρντ Μιτσκιέβιτς, (πολωνικά: Adam Bernard Mickiewicz) (24 Δεκεμβρίου 1798 Ζαόσιε, Νόβγκοροντ Λευκορωσία — 26 Νοεμβρίου 1855, Κωνσταντινούπολη) ήταν Πολωνός πατριώτης και εθνικός ποιητής της Πολωνίας.
Πίνακας περιεχομένων |
[Επεξεργασία] Βιογραφία
[Επεξεργασία] Τα πρώτα χρόνια
Γιος του αριστοκράτη Μικολάι Μιτσκιέβιτς, δικηγόρου από το Νόβγκοροντ, μιας μικρής πόλης στη σημερινή Λευκορωσία κατοικημένης κυρίως από Πολωνούς, κατεχομένης τότε από τη Ρωσική Αυτοκρατορία. Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στο Σχολείο των Δομινικανών και μετά φοίτησε στο Πανεπιστήμιο του Βίλνιους. Το 1817 συμμετείχε στη δημιουργία της πατριωτικής οργάνωσης των Φιλαρέτων, όπου έγραψε και το ποίημα «Ωδή στη νεότητα» το 1820. Μετά το πέρας των σπουδών του εργάστηκε ως δάσκαλος στο Πανεπιστήμιο του Κάουνας (1819 – 1823). Το 1822 γράφει το έργο "Οι Πρόγονοι" (Dziady), ένα είδος ρομαντικού δράματος, όπου συνδυάζει τη λαϊκή παράδοση και μια έμμονη προσήλωση στην υπόθεση της πολωνικής εθνικής απελευθέρωσης.
Το 1823 διώχτηκε για τη συμμετοχή του στους «Φιλαρέτους» και αναγκάστηκε σε εξορία από την Πολωνία στη Ρωσία και συγκεκριμένα στην Αγία Πετρούπολη. Το 1829 στην Πετρούπολη ήρθε σε επαφή με εκπροσώπους του κινήματος των Δεκεμβριστών και συγκεκριμένα με τους Κονσταντίν Ρίλεβ και Αλεξάντερ Μπεστούζεβ. Στην Αγία Πετρούπολη γνωρίστηκε και με το μεγάλο Ρώσο ποιητή Αλεξάντερ Σεργκιέβιτς Πούσκιν. Το 1829 έφυγε από τη Ρωσία.
[Επεξεργασία] Από την εξορία μέχρι το θάνατό του
Μετά από μια περιπλάνηση σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, ο Μιτσκιέβιτς εγκαταστάθηκε το 1832 στη Γαλλία, όπου ήρθε σε επαφή με Πολωνούς πατριώτες που ζούσαν εξόριστοι στο Παρίσι, καταδιωκόμενοι από το τσαρικό καθεστώς για τη συμμετοχή τους στην Εξέγερση του 1831. Από το 1839 και για ένα χρόνο δίδαξε λατινικά στη Λοζάνη, ενώ την ίδια περίοδο ασχολήθηκε με τη συγγραφή πολιτικών κειμένων. Το 1840 διορίζεται καθηγητής Σλαβικής Φιλολογίας στο Γαλλικό Κολέγιο του Παρισιού. Την ίδια περίοδο ήρθε σε επαφή με τον Αντζέι Τοβιάνσκι (Andrezej Towianski), Πολωνό φιλόσοφο, μυστικιστή και ψευδοπροφήτη.Οι σχέσεις με τον Τοβιάνσκι έγιναν η αιτία απόλυσής του από το Κολέγιο το 1845.
Το 1855 ο Μιτσκιέβιτς αφήνει το Παρίσι. Πηγαίνει στην Κωνσταντινούπολη με σκοπό τη δημιουργία Λεγεώνων για να βοηθήσει τους Γάλλους και τους Άγγλους που μάχονταν εναντίον της Ρωσίας στον Κριμαϊκό Πόλεμο. Κατά την παραμονή του στην οθωμανική πρωτεύουσα ασθένησε από χολέρα. Τα τελευταία του λόγια που μας μεταφέρει ο φίλος του Σλουζάλσκι ήταν: «Είθε να αγαπούν αλλήλους για πάντα». Η σωρός του Μιτσκιέβιτς μεταφέρθηκε αρχικά από την Κωνσταντινούπολη στο Παρίσι και το 1890 στην Κρακοβία, όπου φυλάσσεται σε ειδική κρύπτη στον Καθεδρικό Ναό των Αγίων Στανισλάου και Βεγκεσλάου στο κάστρο Βάβελ, όπου αναπαύονται και οι βασιλείς της πατρίδας του της περιόδου της Πολωνο-Λιθουανικής Συμπολιτείας.
[Επεξεργασία] Εργογραφία
- 1818 Ποίηση
- 1822 Μπαλάντες και Ρομάντζα. Το έργο αυτό είναι ένα λογοτεχνικό μανιφέστο της ρομαντικής έκφρασης της πολωνικής λογοτεχνίας.
- 1823 Ποίηση ΙΙ τόμος.
- 1826 Κριμαϊκά σονέτα
- 1828 Κόνραντ Βάλλενροντ
- 1832 Η Βίβλος του πολωνικού λαού και τoυ πολωνικού προσκυνήματος
- 1834 Ο Κύριος Ταντέους. Έπος, το μεγαλύτερο έργο το Άνταμ Μιτσκιέβιτς.
| Στοιχεία προσώπου | |
|---|---|
| ΟΝΟΜΑ | Μιτσκιέβιτς, Άνταμ Μπέρναρντ |
| ΑΛΛΑ ΟΝΟΜΑΤΑ | Adam Bernard Mickiewicz |
| ΜΙΚΡΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ | |
| ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΓΕΝΝΗΣΗΣ | 24 Δεκεμβρίου |
| ΕΤΟΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ | 1798 |
| ΤΟΠΟΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ | Λευκορωσία |
| ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΘΑΝΑΤΟΥ | 26 Νοεμβρίου |
| ΕΤΟΣ ΘΑΝΑΤΟΥ | 1855 |
| ΤΟΠΟΣ ΘΑΝΑΤΟΥ | Κωνσταντινούπολη |