Pons Sublicious

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Pons Sublicius
Pons Sublicius - Project Gutenberg eText 19694.jpg
πιθανή μορφή της γέφυρας
ΕίδοςΡωμαϊκή γέφυρα
Γεωγραφικές συντεταγμένες41°53′0″N 12°28′31″E
Διοικητική υπαγωγήRoma Capitale
ΧώραΙταλία
Έναρξη κατασκευής6ος αιώνας π.Χ.
Υλικάξύλο
Προστασίαιταλικό πολιτισμικό αγαθό[1]
Commons page Πολυμέσα

Η Pons Siblicius (Pons Sublicius) (στα ελληνικά θα μπορούσε να αποδοθεί και ως Πασσαλόπηκτη γέφυρα), είναι η παλαιότερη γνωστή γέφυρα του ποταμού Τίβερη στη Ρώμη και ένα από τα πρώτα δημόσια έργα της πόλης. [2]

Βρίσκεται κοντά στην Αγορά των Βοοειδών απέναντι από τη νήσο Τιβερίνα, στους πρόποδες του Αβεντίνου λόφου. Σύμφωνα με την παράδοση η κατασκευή της παραγγέλθηκε από τον θρυλικό βασιλιά της αρχαίας Ρώμης, Άνκο Μάρκιο γύρω στο 642 π.Χ., κατά προσέγγιση. Ο Μάρκιος ήθελε να συνδέσει τον πρόσφατα οχυρωμένο Ιανίκουλο λόφο της ετρουσκικής πλευράς με την υπόλοιπη Ρώμη, μεγαλώνοντας το προϋπάρχον πέρασμα που υπήρχε εκεί.

Η κατασκευή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σχέδιο του 1896 από τον Φρήντριχ Πόλακ. Η Pons Sublicious αναπαρίσταται, λανθασμένα, σαν προβλήτα. Ωστόσο το σχέδιο παραμένει ακριβές ως προς τις κύριες λεπτομέρειες. Ο παρατηρητής στέκεται στη Βία Οστιένσις στους πρόποδες του Aβεντίνου, που βρίσκεται στην πλάτη του. Το ποτάμι ρέει προς το μέρος του. Το πέτρινο γεφύρι είναι η Πόντε Εμίλιο. Τα Σέρβια Τείχη πηγαίνουν κατά μήκος της όχθης του ποταμού, ενώ φαίνεται και η Πόρτα Τριγκεμίνα (με τα τρεις πύλες της). Πίσω από την πύλη είναι η Αγορά των Βοοειδών. Στο προσκήνιο βρίσκονται οι αποβάθρες. Το άνοιγμα της Μεγάλης Αποχέτευσης βρίσκεται ανάμεσα στις αποβάθρες και την λίθινη γέφυρα. Στη σκηνή δεσπόζει ο Καπιτωλίνος λόφος, με τον ναό του Δία.


Ο θρύλος λέει ότι η γέφυρα ήταν κατασκευασμένη εξ ολοκλήρου από ξύλο. Το όνομα προέρχεται από το λατινικό pons, pontis, «γέφυρα» και το επίθετο sublicius, «στηριζόμενη σε πασσάλους», από την αρχική λέξη sublicae, «πάσσαλοι». Καθώς το sublica σήμαινε οξύ εργαλείο, το sublicae σημαίνει μυτεροί στύλοι, δηλαδή η γέφυρα στηριζόταν σε πασσάλους, που είχαν τοποθετηθεί στην κοίτη του ποταμού.

Η γέφυρα ξανακτίστηκε επανειλημμένα. Η ημερομηνία της οριστικής εξαφάνισής της δεν είναι γνωστή, αλλά δεν είναι στην κλασική εποχή. Η Βία Λατίνα περνούσε από τη γέφυρα και συνδεόταν με τη Βία Κάσσια, μία οδό κτισμένη επάνω από έναν παλαιό ετρουσκικό δρόμο, που οδηγούσε στη πόλη των Βήιων. Η γέφυρα ήταν αγαπημένη καταφυγή για επαίτες, που κάθονταν επάνω της και ζητούσαν ελεημοσύνη, εξ ου και η λατινική έκφραση κάποιος της γέφυρας (aliquis de ponte) για έναν επαίτη.

Η γέφυρα ήταν απέναντι από τη Πόντε Εμίλιο, μία καλή, λίθινη γέφυρα, με την οποία μερικές φορές συγχέεται. Μεταξύ των δύο, η Μέγιστη Αποχέτευση (Cloaca Maxima), διοχετευόταν στον Τίβερη.

Ο Οράτιος Κόκλης στη γέφυρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο θρύλος του Πόπλιου Οράτιου Κόκλη στη γέφυρα εμφανίζεται σε πολλούς κλασικούς συγγραφείς, κυρίως στον Λίβιο.

Μετά την ανατροπή της ρωμαϊκής μοναρχίας το 509 π.Χ., την εξορία της βασιλικής οικογένειας και του βασιλιά Λεύκιου Ταρκύκιου του Υπερήφανου και την ίδρυση της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας, ο Tαρκήνιος ζήτησε στρατιωτική βοήθεια, για να ανακτήσει τον θρόνο από τον Ετρούσκο βασιλιά του Κλούζιου (Clusium), τον Λαρς Πορσένα (Lars Porsena). Ο Πορσένα οδήγησε τον στρατό του εναντίον της Ρώμης το 508 π.Χ. Η μάχη πήγε άσχημα για τους Ρωμαίους και ο στρατός των Ετρούσκων ανέβηκε προς τη γέφυρα. Οι Ρωμαίοι αρχικά υποχώρησαν. Ωστόσο ο Οράτιος, με τη βοήθεια του Σπούριου Λάρκιου και του Τίτου Ερμίνιου Ακιλίνου, προσπάθησε να κερδίσει χρόνο και να σταματήσει την επίθεση, υπερασπιζόμενος το αντίθετο άκρο της γέφυρας, ενώ οι Ρωμαίοι στρατιώτες έσπαζαν τη γέφυρα. [3]

Στη σύγχρονη αγγλική λογοτεχνία, η ιστορία του Οράτιου στη γέφυρα διηγήθηκε ξανά από τον Tόμας Μπάμπινγκτον Μακώλεϋ στο ποίημά του Οράτιος, που δημοσιεύτηκε ως μέρος των Επίπεδα της Αρχαίας Ρώμης (1842).

Ο Γάιος Γράκχος στη γέφυρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Γέφυρα είναι επίσης αυτή, επάνω από την οποία ο Γάιος Γράκχος κατεύθυνε τη διαφυγή του, όταν τον πρόλαβαν οι αντίπαλοί του (Πλούταρχος, Ζωή του Γάιου Γράκχου). Δύο φίλοι του προσπάθησαν να τους σταματήσουν στη γέφυρα, αλλά οι ίδιοι σκοτώθηκαν. Ο Γράκχος απεβίωσε βίαια λίγο μετά, σε ένα άλσος κοντά. Οι Ρωμαίοι πολίτες επευφημούσαν κατά τη φυγή του Γράκχου, αλλά δεν τον βοηθούσαν. Η επιλογή του Γράκχου μίας οδού διαφυγής πιθανότατα έλαβε υπόψη τις μαγικές δυνάμεις, που αποδίδοντο στη γέφυρα, αλλά απέτυχε.

Τελετουργικό των Άργεϊ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις Ιδές του Μαΐου, η πομπή των Άργεϊ (Argei) πήγαινε από τον ναό της Δύναμης της Τύχης (Fors Fortuna), που είχε κτίσει ο Σέρβιος Τύλλιος, ως την Πασσαλόπηκτη Γέφυρα. (Δεν υπάρχει αναφορά για αυτήν την εκδοχή των γεγονότων· αυτό το τελετουργικό είναι κάπως ασαφές και μπορεί να είναι το ίδιο με τα Ρωμαϊκά Λιμπεράλια.) Εναλλακτικά ο Σάμουελ Μπαλλ Πλάτνερ εξηγεί, ότι το τελετουργικό περιλάμβανε ιερείς, που ταξίδευαν σε όλα τα (27 ή 30) ιερά ( sacella), που ονομάζοντο Άργεϊ στις αρχικές 4 περιοχές της Ρώμης, πριν φτάσουν στην Πασσαλόπηκτη Γέφυρα. Οι ποντίφικες και οι αξιωματούχοι κουβαλούσαν από άχυρα ομοιώματα δεμένων ανδρών, που ονομάζονταν επίσης Άργεϊ, τα οποία οι Εστιάδες πετούσαν στον Τίβερη. Η Ιέρεια του Δία (Flaminica Dialis) ήταν ενδεδυμένη πένθιμα.

Η τελετή έχει μερικές φορές ερμηνευθεί ως μία ετρουσκική μαγική στρατιωτική τακτική, συγκρίσιμη με μία άλλη, στην οποία ένας άνδρας και μία γυναίκα, Γαλάτες, θάπτοντο ζωντανοί στην Αγορά των Βοοειδών. Οι Έλληνες και οι Γαλάτες θάπτοντο ή πνίγοντο τελετουργικά, κάτι που οι δεισιδαίμονες Ρωμαίοι πίστευαν, ότι είχαν πραγματική επίδραση σε όλους τους Έλληνες ή Γαλάτες εχθρούς τους. Αυτού του είδους τις τελετές έκαναν και μετά από μεγάλες ήττες.

Νέες εξελίξεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η έκδοση Έγγραφα της Βρετανικής Σχολής της Ρώμης, τόμος 72, του 2004, περιέχει ένα άρθρο του Πιέρ-Λουίτζι Τούτσι, "Οκτω θραύσματα από τη Μαρμάρινη Κάτοψη της Ρώμης ρίχνουν νέο φως στο Τρανστίβερι", όπου ισχυρίζεται ότι τα τεμάχια 138 a–f και 574 a–b του Χάρτη της Πόλης, της σε μάρμαρο κάτοψης της Ρώμης της εποχής του Σεπτίμιου Σεβήρου, δείχνει τη δεξιά όχθη του Τίβερη, απέναντι από τον Αβεντίνο λόφο. Εμφανίζεται εκεί μία οδός, που παλαιότερα πίστευαν ότι διασχίζει τη Γέφυρα του Αιμίλιου, αλλά φαίνεται στον Χάρτη να διασχίζει μία άλλη γέφυρα, τα τελευταία υπολείμματα της οποίας αφαιρέθηκαν στα τέλη του 19ου αιώνα. Αυτή η γέφυρα πιστεύεται ότι ήταν η Πασσαλόπηκτη Γέφυρα. Για ενημέρωση, βλέπε Pier Luigi Tucci, «The Pons Sublicius: a reinvestigation», Memoirs of the American Academy in Rome, τόμος 56-57 (2011–2012), σελ. 177–212

Βιβλιογραφικές αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Wiki Loves Monuments Italia.
  2. Griffith, A.B., 2009,"The Pons Sublicius in Context: Revisiting Rome's First Public Work," Phoenix 63, 296–322
  3. Livy, Ab urbe condita, 2.9-15

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συντεταγμένες: 41°53′04″N 12°28′36″E / 41.88444°N 12.47667°E / 41.88444; 12.47667