Το 10

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Το 10
M Karagatsis No 10 cover 1st edn 1964.jpg
Το «10», εξώφυλλο α΄ έκδοσης με εικονογράφηση του Μίνωος Αργυράκη, 1964
ΣυγγραφέαςΜ. Καραγάτσης
Ημερομηνία δημιουργίας1960
Ημερομηνία δημοσίευσης1964
ΕίδοςΜυθιστόρημα
ΠροηγούμενοΣέργιος και Βάκχος

Το 10 ή Το «10» είναι μυθιστόρημα του Έλληνα λογοτέχνη Μ. Καραγάτση που γράφτηκε το 1960.

Το μυθιστόρημα πραγματεύεται την ζωή των κατοίκων μιας λαϊκής πολυκατοικίας του Πειραιά. Ο τεράστιος χώρος της πολυκατοικίας (πρώην εργοστάσιο) στεγάζει γύρω στους 70 με 80 ενοίκους, φτωχούς και αμόρφωτους βιοπαλαιστές, καθώς και ανθρώπους του περιθωρίου. Ο συγγραφέας εξιστορεί την ζωή τους μια συγκεκριμένη μέρα, την 24η Ιουνίου, τους παρακολουθεί από την ώρα που θα ξυπνήσουν μέχρι το τέλος της ημέρας τους, ενώ ταυτόχρονα διηγείται την προηγούμενη ζωή τους.[1] Ο συγγραφέας προόριζε το έργο αυτό να αποτελέσει το πρώτο μέρος τετραλογίας που θα αναπαριστούσε όλη την νεοελληνική κοινωνία της δεκαετίας του 1960[2], αλλά έμεινε τελικά ανολοκλήρωτο, λόγω του αιφνίδιου θανάτου του. Κυκλοφόρησε σε βιβλίο το 1964, τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο του συγγραφέα.

Ο Μ. Καραγάτσης μετά την πρώτη σοβαρή καρδιακή προσβολή που υπέστη στις 8 Νοεμβρίου του 1958, και έχοντας ήδη πάρει μέρος στη συγγραφή του Μυθιστορήματος των τεσσάρων, άρχισε από τον χειμώνα του 1959 να γράφει αυτό το νέο μυθιστόρημα. Αφοσιώθηκε στο γράψιμο του έργου του, τόσο, που μάλιστα, περνούσε μεγάλο μέρος του πρωινού χρόνου του, τριγυρίζοντας στον Πειραιά, και κουβεντιάζοντας με τους ανθρώπους του, από τους οποίους αντλούσε και πρωτογενές υλικό. Εξάλλου, ο Πειραιάς δεν ήταν άγνωστος για τον συγγραφέα αφού τα χρόνια από το 1931 έως το 1939 δούλευε σε ασφαλιστικό γραφείο της πόλης. Στις 13 Σεπτεμβρίου του 1960 υπέστη νέα καρδιακή προσβολή και τα ξημερώματα της 14ης Σεπτεμβρίου πέθανε στο σπίτι του από έμφραγμα του μυοκαρδίου ύστερα από πολύωρη κρίση ταχυκαρδίας.[3]

Το 10 μένει ανολοκλήρωτο αν και το μεγαλύτερο μέρος τους (τουλάχιστον τα 3/4) είχαν ήδη γραφεί. Αυτή η παράξενη όσο και σπάνια μοίρα των λογοτεχνικών ηρώων του, έκανε κάποιους μελετητές του έργου του να μιλήσουν για «λογοτεχνικά φαντάσματα»:

«Το μυθιστόρημα παρέμεινε ατελείωτο πριν ακόμα να διορθωθεί. Οι ήρωές του έμειναν ξαφνικά ανολοκλήρωτοι, ασύνδετοι, αποσπασματικοί, εγκαταλελειμμένοι. Πρόκειται για μια παρέλαση από ογδόντα περίπου χαρακτήρες που δεν ολοκληρώθηκαν και παρέμειναν έτσι τα μοναδικά φαντάσματα ίσως, στη νεοελληνική πεζογραφία του δεύτερου ημίσεως του εικοστού αιώνα. Εντούτοις, το τμήμα που πρόλαβε να γράψει πριν από το θάνατό του, μας αφήνει να υποθέσουμε πως το έργο αυτό, αν ολοκληρωνόταν, θα ήταν σίγουρα ένα από τα καλύτερά του […]»[4]

Ο εκδοτικός οίκος του συγγραφέα, «Βιβλιοπωλείον της Εστίας», αποφάσισε να εκδώσει το ημιτελές μυθιστόρημα σε βιβλίο το 1964[5], κίνηση που αποδείχτηκε σωστή τόσο εμπορικά (έχει κάνει 20 εκδόσεις μέχρι τώρα) όσο και καλλιτεχνικά (όλοι οι κριτικοί συμφωνούν ότι ένα μυθιστόρημα μεγάλης αξίας).

Το 10 διασκευάστηκε για την τηλεόραση και προβλήθηκε σε τηλεοπτικό σήριαλ από το κανάλι Alpha το 2007.[6] Επίσης, διασκευάστηκε και για το θέατρο, με την μορφή δραματοποιημένου αναλογίου από τον Γιώργο Νινιό, και παρουσιάστηκε στην θέατρο «Αγγέλων Βήμα» το 2016.[7]

Ο τρόπος συγγραφής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Καραγάτσης, εν αντιθέσει με τα προηγούμενα έργα του, επέλεξε ως αφηγηματικό πυρήνα του μυθιστορήματος όχι την ύπαρξη πλοκής, αλλά την ύπαρξη και ανάπτυξη των χαρακτήρων (των ηρώων), που μέσα από την δράση και αντίδραση των υπολοίπων χαρακτήρων δημιουργούν την πλοκή του έργου. Αυτός ο τρόπος συγγραφής συγγενεύει με αυτό που η δυτική λογοτεχνία ονομάζει roman fleuve ή saga novel, και που στα ελληνικά αποδίδεται με τη φράση «μυθιστόρημα-ποταμός»: διαφορετικές ιστορίες μιας ομάδας προσώπων που εξελίσσονται (θέση - ανάπτυξη - κορύφωση - λύση) ενταγμένες στο ίδιο χρονικό και χωρικό πλαίσιο.[8]

Ο αόρατος και αμέτοχος στην δράση αφηγητής του μυθιστορήματος, που είναι ο ίδιος ο συγγραφέας, παρακολουθεί τη δράση των χαρακτήρων του έργου, από τις πρώτες πρωινές ώρες της 24ης Ιουνίου, αναλύοντας τους και τοποθετώντας τους τόσο στο παρελθόν με αναδρομές που πηγαίνουν πίσω — ανάλογα με τον ήρωα ως και 30 χρόνια — όσο και στο μέλλον με αναφορές για μελλοντικά σχέδια. Ο κάθε χαρακτήρας παρακολουθείται για κάποιες ώρες της ημέρας (τις ώρες που επικεντρώνεται η δράση του), και μετά αφήνεται (είτε προσωρινά είτε οριστικά), προκειμένου να παρουσιαστεί ο επόμενος χαρακτήρας σε διαφορετικό συνήθως κεφάλαιο. Στα συνολικά 35 κεφάλαια του έργου, παρακολουθούνται οι περίπου 70 κεντρικοί χαρακτήρες του έργου, καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας, και μέχρι περίπου την επιστροφή τους στο σπίτι τους. Με αυτό το τρόπο, η ζωή στην πολυκατοικία της οδού Παρασάγγη, αλλά γενικότερα του Πειραιά, φανερώνεται πολλές φορές από διαφορετικές οπτικές, σε διαφορετικά χρονικά σημεία και σε διαφορετικούς χώρους.[9]

— Να ενδιαφερθείς για τον αγώνα ενός κόσμου που υποφέρει.

— Θα ενδιαφερθώ αν εσύ και το Κόμμα σου δεν ενδιαφερθείτε.

— Χωρίς εμάς, η απεργία είναι ακέφαλη και καταδικασμένη…

— Κάνεις λάθος. Υπάρχει η συνδικαλιστική οργάνωση, που οδηγεί τον αγώνα…

— Ποιος; Σάρκασε ο Παυλόπουλος. Ο Πότης Κοντός κι η συμμορία του; Ας γελάσω!

Τα τελευταία λόγια του έργου είναι και οι τελευταίες λέξεις που έγραψε ο λογοτέχνης.

Ο τόπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κεντρικός τόπος του μυθιστορήματος είναι μια λαϊκή πολυκατοικία του Πειραιά στην ακτή Ξαβερίου, και συγκεκριμένα το οικοδόμημα που περικλείεται από τις οδούς Παρασάγγη, Βεύης, Πρεσπών και Βιτωλίων. Πρόκειται για ένα παλιό οινοποείο, που ο ιδιοκτήτης του, Αναστάσιος Καλογεράς, μετέτρεψε μετά την χρεωκοπία του εργοστασίου, σε ενοικιαζόμενα διαμερίσματα, προκειμένου να επωφελείται τουλάχιστον από τα ενοίκια που του απέδιδαν οι κάτοικοι των διαμερισμάτων. Ο Καραγάτσης αποδίδει ιδαίτερη σημασία στο κτίριο, αφού οι εξαντλητικές περιγραφές του το αναπαριστούν με κάθε λεπτομέρεια.

Η πολυκατοικία είχε τρεις ορόφους τους οποίους κατοικούσαν γύρω στα 70 με 80 άτομα και που ανάλογα με τον όροφο αντανακλούσαν και την κοινωνική και οικονομική διαστρωμάτωση των ενοίκων της. Στο ισόγειο και ημιυπόγειο ζουν οι πιο φτωχοί, οι απόκληροι του έργου, ενώ τους άλλους ορόφους του κατοικούσαν φτωχοί εργάτες αλλά με σταθερή, λίγο πολύ δουλειά. Στο «10» υπάρχουν μόνο δυο οικογένειες μικροαστών, μία στον α΄ και μια στον γ΄ όροφο, που οι σχέσεις συγγένειας με τον ιδιοκτήτη (πεθαμένο πλέον) τους καθιστούσε κληρονόμους και επικαρπωτές της οικοδομής, που διαθέτουν το προνόμιο του ιδιωτικού λουτροκαμπινέ — πολυτέλεια ανύπαρκτη για τα άλλα νοικοκυριά που χρησιμοποιούσαν τα κοινά αποχωρητήρια κάθε ορόφου.

Στο ισόγειο της πολυκατοικίας υπάρχουν τα μικρομάγαζα που εξυπηρετούν τις καθημερινές ανάγκες της γειτονιάς (μανάβικο, χασάπικο), ενώ δίπλα στην οικοδομή βρίσκονται χαμόσπιτα και καλύβες.[10]

Οι δευτερεύοντες τόποι του μυθιστορήματος είναι διάφορες περιοχές του Πειραιά, στις οποίες κατοικούν και εργάζονται άλλοι ήρωες του έργου, όπως η περιοχή του Προλιμένα, το Βασιλικό περίπερο (Παλατάκι), το Χατζηκυριάκειο, ο Άγιος Νείλος, η Πειραϊκή, το τελωνείο, το κεντρικό λιμάνι, το Ρολόι του Δημαρχείου, ο Σταθμός του Ηλεκτρικού, τα Λιπάσματα μέχρι και η Δραπετσώνα.

Σύμφωνα με κάποιες (ανεπιβεβαίωτες όμως) πηγές, ο Καραγάτσης είχε στο μυαλό του όταν έγραφε το έργο, το εργοστάσιο οινοποιίας του Καμπά σαν μια ανάλογη περίπτωση για το 10. Συγκεκριμένα, απόγονος του Ανδρέα Καμπά αναφέρει ότι μετά το πόλεμο, το εργοστάσιο του Πειραιά που βρισκόταν στην Ακτή Μιαούλη, αγοράστηκε και μετασκευάστηκε σε λαϊκή πολυκατοικία.[11]

«Οι ένοικοι του 10, εγκιβωτισμένοι κυριολεκτικά, μέσα στα ασφυκτικά κουτιά-δωμάτια της πολυκατοικίας, εξαναγκασμένοι να διαβιούν σε συνθήκες αφόρητης γειτνίασης, αλληλοεπηρεάζονται, σαν τα συγκοινωνούντα δοχεία. Οι άνθρωποι του 10, παρότι έχουν συλληφθεί in vitro, σε συνθήκες εργαστηρίου, εντούτοις ζωντανεύουν χάρη στις ουσιώδεις λεπτομέρειες, τις οποίες η διεισδυτική παρατηρητικότητα του συγγραφέα έχει συλλέξει.»[12] Στην εικόνα, το παλιό εργοστάσιο Λιπασμάτων στη Δραπετσώνα.

Ο χρόνος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αφήγηση ξεκινά τα ξημερώματα, της 24ης Ιουνίου, την ημέρα της γιορτής του Άη Γιάννη του Κλήδονα, χαρακτηριστικό της οποίας ήταν το πήδημα της φωτιάς, και φτάνει μέχρι τα ξημερώματα της 25ης Ιουνίου (Κυριακή). Στο έργο παρακολουθείται με ακρίβεια ο χρόνος, καθώς γίνεται πολύ συχνά μνεία της ώρας της ημέρας, ωστόσο το έτος δεν έχει καταγραφεί με σαφήνεια. Ωστόσο όλα δείχνουν ότι ο συγγραφέας ήθελε το έργο ταυτόχρονο της γραφής του. Απόδειξη αυτής της εκτίμησης είναι ότι ο καύσωνας που κυριαρχεί στη ζωή και στις αισθήσεις των ηρώων, ενέσκηψε στην Αθήνα και στον Πειραιά στις 22 Ιουνίου του 1957, με 39 βαθμούς Κελσίου, ενώ και η κατασκευή του πρώτου σοβιετικού διηπειρωτικού πυραύλου (που αναφέρεται μέσα στο μυθιστόρημα, έγινε το 1957.[13]

Τα πρόσωπα του μυθιστορήματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

To εξώφυλλο του βιβλίου, από την έκδοση του 1978 και μετέπειτα, κοσμείται από τα σχέδια του ίδιου του Καραγάτση, που είχε φτιάξει όταν προετοίμαζε το μυθιστόρημα. Ο συγγραφέας είχε ζωγραφίσει σε μια μεγάλη κόλλα χαρτί, τα πρόσωπα των ηρώων του (προφίλ και ανφάς) με τα ονόματά τους και τα επαγγέλματά τους καθώς και μία κάτοψη της πολυκατοικίας.[14]

Στο έργο κινούνται συνολικά 311 πρόσωπα από τα οποία 70 είναι τα κύρια, και από αυτά, τα 50 μένουν στην πολυκατοικία της οδού Παρασάγγη 10.

Τα πιο σημαντικό ίσως είναι ο ιδιοκτήτης της πολυκατοικίας, πρώην βιομήχανος Αναστάσης Καλογεράς, ο οποίος αν και πεθαμένος τότε, η ζωή του παρουσιάζεται διεξοδικά μέσα από τους άλλους χαρακτήρες, και κυρίως μέσα από τις οικογένειες Νταηγιώργη και Χαριτάκη. Οι δυο αυτές οικογένειες, είναι οι κληρονόμοι και επικαρπωτές της περιουσίας του Καλογερά, της πολυκατοικίας συμπεριλαμβανομένης. Είναι οι πιο εύπορες οικογένειες της πολυκατοικίας που ζουν στα δύο καλύτερα διαμερίσματα, τα οποία μάλιστα, είναι και το μόνα που διαθέτουν δικό τους λουτροκαμπινέ, εν αντιθέσει με τα άλλα που μοιράζονται κοινά αποχωρητήρια. Η περιουσία ωστόσο του Καλογερά, περιήρθε στους Νταηγιώργη και Χαριτάκη, χάρη στις συζύγους τους, Δέσποινα και Ειρήνη αντίστοιχα, που διατηρούσαν ερωτικές σχέσεις με τον Καλογερά. Το σκάνδαλο αυτό, που συντάραξε την ζωή της πολυκατοικίας όταν έγινε γνωστό μέσω της διαθήκης του Καλογερά, δεν κλόνισε τις συζυγικές σχέσεις παρά μόνο προσωρινά. Ύστερα από διαμάχες και εκβιασμούς, οι δυο σύζυγοι κατέληξαν σε οικονομικό συμβιβασμό και στο μοίρασμα της περιουσίας.

Άλλα πρόσωπα που διαμένουν στο «10» είναι : η Ελενάρα, κάτοικος της άθλιας παράγκας του ισογείου, πρώην πόρνη και νυν καθαρίστρια σε κτίριο γραφείων, οι Παντοφλάδες, επίσης πάμπτωχη 10μελής οικογένεια που κατασκευάζει παντόφλες, οι μαγαζάτορες αδερφοί Νίκος και Μιχάλης Βάλβης, που διατηρούν το μπακάλικο και το μανάβικο της γειτονιάς αντίστοιχα, και αλλά και την ταβέρνα της γειτονιάς και διαμένουν μαζί με τις ανύπαντρες ακόμα αδερφές τους στον πρώτο όροφο της πολυκατοικίας, η Φωφώ, πόρνη, ο Γιώργος Λέφας, κομπιναδόρος και άνθρωπος του υποκόσμου, ο Παύλος Βαρδάκας, άεργος λόγω τεμπελιάς, ο Γιάννης ο Κουλός, περιπτεράς, ο καπετάνιος Στεφανής Δούκας, ο Πολύκαρπος Κουρμπάνης, ο χασάπης της γειτονιάς, η γραμματέας του Φουντούκου Μάρθα Μετζελή, η Μαρίνα Μώρου πλύστρα που ζει στην πολυκατοικία μαζί με τις δυο μοδίστρες κόρες της, η Μαρίνα Μακρή και η Ξανθή, πόρνες, ο παιδόφιλος μανάβης Ανδρέας Φούφας, κ.ά.

Ενώ εκτός της πολυκατοικίας παρουσιάζονται οι: ο Μιχάλης Φουντούκος, βιοτέχνης και έμπορος καλλυντικών που εξελίσσεται σε βιομήχανο, ο εφοπλιστής Μαλανδρής σε πλοίου του οποίου ήταν καπετάνιος ο Δούκας, και στο μέγαρο της εταιρείας καθαρίστρια η Ελενάρα, ο Αγγελής, θυρωρός στο μέγαρο Μαλανδρή,ο γιατρός του ΙΚΑ Θανάσης Κούγιας, ο δάσκαλος και διευθυντής δημοτικού σχολείου, Βλάσης Κορνούτος, ο Μένης Παυλόπουλος, που θα πει την τελευταία λέξη του έργου, κομμουνιστής, μέλος του ΚΚΕ και δηλωσίας, η μανικιουρίστα Σοφία Ατζαγιόλι, κ.ά.[15]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Σπανάκου 2007, σελ. 2.
  2. Σπανάκου 2007, σελ. 3.
  3. Κασιμάτη 2020.
  4. Νικολακοπούλου 2008.
  5. Μπερλής 1992.
  6. Μαρωνίτη 2007.
  7. Δαλαμάγκα-Καλογήρου 2016.
  8. Κόκορης 2018.
  9. Σπανάκου 2007, σελ. 2-3.
  10. Σπανάκου 2007, σελ. 2-4.
  11. Η Ρωξάνη Μάτσα, απόγονος του Ανδρέα Καμπά αναφέρει σε συνέντευξή της: «Και μάλιστα επειδή τα κονιάκ τα εξήγαγαν, το πρώτο εργοστάσιο Καμπά ήταν στον Πειραιά, στην ακτή Μιαούλη. Το '41 το εργοστάσιο αυτό βομβαρδίστηκε και όλοι μεταφέρθηκαν στην Κάντζα. Το αγόρασε όμως, ένας από αυτούς που διακινούσαν το κρασί και το κονιάκ και το έκανε λαϊκή πολυκατοικία, αυτή από την οποία εμπνεύστηκε ο Καραγάτσης και έγραψε το 10.» (Ψυχογιού 2018, σελ. 24)
  12. Κωσταβάρα 2014.
  13. Σπανάκου 2007, σελ. 5-7.
  14. Ψυχογιού 2018, σελ. 21.
  15. Σουβατζής 2019.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]