Τούπακ Ίνκα Γιουπάνκι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Τούπακ Ίνκα Γιουπάνκι σε αναπαράσταση στο χρονικό του Φελίπε Γκουαμάν Πόμα ντε Αγιάλα, του 1615.

Ο Τούπακ Ίνκα Γιουπάνκι (Κέτσουα: Tupaq Inka Yupanki, ισπ. Túpac Inca Yupanqui), ήταν ο δέκατος αυτοκράτορας των Ίνκας. Το όνομα του σημαίνει "Ευγενής Ίνκα λογιστής". Ήταν γιος του Πατσακούτι Ίνκα Γιουπάνκι και της Μάμα Αναουάρκε (ισπ. Mama Anahuarque). Ήταν ο πέμπτος βασιλέας της δυναστεία Άναν, που ίδρυσε ο Ίνκα Ρόκα, ενώ για η επίσημη γυναίκα του ήταν η Μάμα Τσουκι Όκλιο ή (Όκγιο). Βασίλεψε από το 1471 έως το 1493 και θεωρείται ουσιαστικά ως ο τελευταίος που κατάφερε να διοικήσει την αυτοκρατορία με σύνεση και να την επεκτείνει και άλλο.

Οι πρώτες εκστρατείες του νεαρού Γιουπάνκι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στρατηγικό ταλέντο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Τούπακ Ίνκα Γιουπάνκι ήταν ένας στρατιωτικός αυτοκράτορας, δηλαδή διοικούσε κυρίως με την στρατιωτική επιβολή παρά με πολιτικές ενέργειες, καθώς και ως νεαρός είχε επιδείξει εξαιρετικές στρατηγικές και διοικητικές ικανότητες.

Η πρώτη στρατιωτική αποστολή που ανέλαβε δεν μας είναι γνωστή αλλά, μέσα από τα χρονικά των Ίνκας, γνωρίζουμε τη σημαντικότερη εκστρατεία που έφερε εις πέρας με επιτυχία όταν ήταν στην υπηρεσία του πατέρα του Πατσακούτι. Όταν ο θείος του, στρατηγός Κάπακ Γιουπάνκι (Κέτσουα: Qhapaq Yupanki, ισπ. Túpac Inca Yupanqui), αγνόησε τις εντολές του αυτοκράτορα Πατσακούτι και ξεκίνησε πόλεμο με τη φυλή των Τσιμού (ισπ. Chimú), το βασίλειο των Ίνκας βρέθηκε σε δεινή θέση, καθώς είχαν ανοιχτό άλλο ένα μέτωπο πολέμου με τη φυλή των Τσάνκας (ισπ. Chankas ή Chancas). Ο αυτοκράτορας Πατσακούτι ετοίμασε δυο στρατιές μαχητών και στη μία τοποθέτησε επικεφαλής τον δευτερότοκο γιο του Τούπακ Ίνκα Γιουπάνκι και τον επιφόρτισε με την αποστολή να κατανικήσει τους Τσάνκας στα δυτικά του Κούσκο.

Η σταδιακή χρονική επέκταση της αυτοκρατορίας των Ίνκας

Έτσι ο στρατηγός Τούπακ Ίνκα Γιουπάνκι υπάκουσε στις εντολές του πατέρα του και εισέβαλε στη χώρα των Τσάνκας και συνέτριψε τον στρατό τους αναγκάζοντας τους να υποταχθούν οριστικά και δέχθηκαν την εξουσία του Ίνκα αυτοκράτορα. Στη συνέχεια, ο στρατηγός Τούπακ Ίνκα Γιουπάνκι, κατευθύνθηκε προς το βορρά και συγκεκριμένα προς την πόλη Καχαμάρκα, στην οποία οι Τσιμού πολιορκούσαν την φρουρά των Ίνκας, για να λύσει την πολιορκία και να υποτάξει και τους Τσιμού ή έστω να τους αναχαιτίσει πίσω στο βασίλειο τους. Στην πορεία προς την Καχαμάρκα (Cajamarca) υπέταξε άλλες δυο μικρότερες φορές και ενδυναμώθηκε με ντόπιους πολεμιστές και έτσι με το ηθικό του στρατού ακμαιότατο κατάφερε να αιφνιδιάσει τους πολιορκητές Τσιμού και να λύσει την πολιορκία της πόλης. Στη συνέχεια ο νεαρός στρατηγός είχε δυο επιλογές. Η πρώτη ήταν να βαδίσει δυτικά, κατευθείαν εναντίον της πρωτεύουσας των Τσιμού, εναντίον της Τσαν Τσαν (ισπ. Chan Chan) και ύστερα να κατακτήσει τις βόρειες επαρχίες της αυτοκρατορίας των εχθρών του. Η δεύτερη επιλογή ήταν ακριβώς η αντίστροφη κατεύθυνση, δηλαδή να πλήξει πρώτα τις βόρειες επαρχίες και να καλύψει έτσι τα νώτα του και ύστερα να επιτεθεί στην πρωτεύουσα του βασιλείου των Τσιμόρ (ισπ. Chimor), έτσι λεγόταν το βασίλειο των Τσιμού.

Ο κεραυνοβόλος πόλεμος του Γιουπάνκι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ριψοκίνδυνος στρατηγός αποφάσισε να επιτεθεί πρώτα στο βορρά και ύστερα στην πρωτεύουσα αλλά για να ασφαλίσει πρώτα τη θέση του ενίσχυσε τις οχυρώσεις της Καχαμάρκα, εφοδίασε τις αποθήκες της πόλης και αύξησε τη φρουρά που είχε τοποθετήσει ο θείος του. Εδώ αποτυπώνεται άλλη μια πτυχή του στρατηγικού νου του Γιουπάνκι, καθώς σωστά προέβλεψε να μείνει ανοιχτός ο δρόμος επικοινωνίας και εφοδιασμού με το Κούσκο για να τροφοδοτείται ο στρατός του.

Έτσι ασφαλισμένος ο Τούπακ Ίνκα Γιουπάνκι οδήγησε το στρατό του βόρεια και υπέταξε όσες φυλές βρήκε στο δρόμο του μέχρι την πόλη Κίτο. Εκεί έκανε στροφή προς τη βορειοδυτική ακτή, υποτάσσοντας την πόλη Μάντα, ενώ ακολούθησε κάθοδο της ακτογραμμής, από το κόλπο του Γκουαγιακίλ, προς την πόλη Τσαν Τσαν. Ταυτόχρονα η φρουρά της Καχαμάρκα άφησε την πόλη για να κινηθεί και αυτή εναντίον της πρωτεύουσας των Τσιμού. Η στρατιά, που είχε μαζέψει το βασίλειο Τσιμούρ, δέχτηκε διμέτωπη επίθεση και αναγκάστηκε να αποσυρθεί στην πόλη. Η πρωτεύουσα ήταν προφυλαγμένη με γερές οχυρώσεις και με αρκετό στρατό. Ο Τούπακ Ίνκα Γιουπάνκι αποφάσισε να εκτρέψει τον ποταμό Μότσε (Κέτσουα: Moche) που έδινε νερό στην πόλη, ενώ ύστερα την πολιόρκησε. Χωρίς νερό οι πολιορκημένοι Τσιμού παραδόθηκαν ύστερα από λίγες μέρες και ο στρατηγός Γιουπάνκι λεηλάτησε το πλούσιο θησαυροφυλάκιο της πόλης. Με την υποταγή του βασιλείου Τσιμόρ ο δρόμος ήταν ανοιχτός προς τα νότια, όπου και κατευθύνθηκε ο Γιουπάνκι, ενώ υπέταξε και όλες τις πόλεις σε όλα τα νότια παράλια έως την πόλη Πατσακάμακ. Τελειώνοντας με την εκστρατεία του, ο στρατηγός Τούπακ Ίνκα Γιουπάνκι, επέστρεψε στο Κούσκο όπου δέχτηκε τα συγχαρητήρια του πατέρα του και ύστερα από λίγο καιρό δέχτηκε και την πρόταση να γίνει ο διάδοχος του στο θρόνο.

Αυτοκράτορας-στρατηγός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1471 ο Πατσακούτι παραιτήθηκε από το θρόνο για να αναλάβει τη διοίκηση της αυτοκρατορίας ο γιος του, ο Τούπακ Ίνκα Γιουπάνκι. Πρώτη του στρατιωτική επιχείρηση ήταν η εισβολή στην περιοχή του ποταμού Τόνο, η οποία ήταν πλούσια σε τροπική βλάστηση. Ο αυτοκράτορας των Ίνκας κατανόησε πως η υποταγή μιας τέτοιας περιοχής ήταν δύσκολη, κυρίως λόγω των γεωγραφικών ιδιαιτεροτήτων της, οπότε αρκέστηκε απλά στο να αναγκάζει τους τοπικούς λαούς να υπογράψουν εμπορικές συνθήκες ανταλλαγής με τους εμπόρους της αυτοκρατορίας αλλά και να στέλνουν στον αυτοκράτορα ένα σώμα τοξοτών να τον υπηρετεί.

Όσο έλειπε στη ζούγκλα, ο αυτοκράτορας, οι φυλές Λουπάκα και Κόγια (ισπ. Colla) επαναστάτησαν αλλά ο Τούπακ Ίνκα Γιουπάνκι κινήθηκε ταχύτατα από το τροπικό δάσος στα νώτα των περιοχών που κατοικούσαν οι δύο φυλές. Αφού έπνιξε την επανάσταση τους στο αίμα προσπάθησε να αναζητήσει ποιός ξεσήκωσε τις δυο φυλές. Οι έρευνες του αποκάλυψαν ότι η φυλή των Πακάσα ήταν οι αποσταθεροποιητές της εξουσίας των Ίνκας στην περιοχή. Αμέσως έλαβε δράση εναντίον τους και τους εξεδίωξε από το νοτιοδυτικό άκρο της λίμνης Τιτικάκα.

Διψασμένος για νέες κατακτήσεις ο Τούπακ Ίνκα Γιουπάνκι αποφάσισε να ξεκινήσει μια νέα εκστρατεία προς το νότο. Έτσι εισέβαλε πρώτα στα εδάφη, της σημερινής, βορειοδυτική Βολιβία και ύστερα κινήθηκε προς τη σημερινή βορειοδυτική Αργεντινή για να περάσει στα εδάφη της σημερινής βόρειας και κεντρικής Χιλής επεκτείνοντας τα νότια εδάφη της αυτοκρατορίας μέχρι τον ποταμό Μάουλε. Για να ολοκληρώσει την εκστρατεία του εισέβαλε στην κοιλάδα Κανιέτε (ισπ. Valle de Cañete), στο νοτιοδυτικό μέρος του σημερινού Περού, όπου υπέταξε τις εκεί φυλές.

Ο Τούπακ Ίνκα Γιουπάνκι εφάρμοσε μια τακτική κεραυνοβόλου πόλεμου οδηγώντας στη νίκη τα στρατεύματα των Ίνκας ο ίδιος. Κατάφερε να αυξήσει το μέγεθος της αυτοκρατορίας σε 900.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα και να υποτάξει πολλές φυλές ενσωματώνοντας τους μαχητές τους σε ξεχωριστά σώματα στρατού των Ίνκας, αναγνωρίζοντας έτσι την πολεμική τους αξία, αλλά και καλύπτοντας την ανάγκη για εξεύρεση νέων μαχητών για τις επόμενες στρατιωτικές επιχειρήσεις του.

Η αυτοκρατορία το 1438 περίπου
Η αυτοκρατορία το 1463 περίπου
Η αυτοκρατορία το 1493 περίπου

Οι εξερευνήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γενική θεώρηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μαζί με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και τις εκστρατείες του, ο Τούπακ Ίνκα Γιουπάνκι, ακολουθώντας την πολιτική του πατέρα του είχε μαζί του αρκετούς κρατικούς υπαλλήλους για να χαρτογραφούν και να καταγράφουν τις νέες περιοχές. Η λατρεία για το μυστήριο και το καινούργιο τον οδήγησαν στο να κάνει εισβολές σε μέρη που οι προκάτοχοι του δεν είχανε ούτε αναφερθεί. Η εισβολή έως το Κίτο στο βορρά, η εισβολή στον Αμαζόνιο και η επέκταση των συνόρων προς τις περιοχές νότια του υψιπέδου της Τιτικάκας οδήγησαν στην κατάκτηση νέων περιοχών. Αλλά ο ανήσυχος χαρακτήρας του Τούπακ Ίνκα δεν θα τον εμπόδιζε να πραγματοποιήσει και ναυτικά ταξίδια.

Ο πατέρας του είχε στείλει τον θείο του, στρατηγό Κάπακ Γιουπάνκι (Κέτσουα: Qhapaq Yupanki, ισπ. Cápac Yupanqui), στα νότια παράλια για να εγκαθιδρύσει εκεί βάση επιχειρήσεων, ανάμεσα στα έτη 1441 και 1450. Αυτή η βάση αποτέλεσε το ναυτικό ορμητήριο του νέου αυτοκράτορα. Οι Ίνκας δεν είχαν γνώσεις από θαλάσσια ταξίδια και πόσο μάλλον σε ανοιχτό και άγριο ωκεανό όπως τον Ειρηνικό, όμως μέσα από τα χρόνια και τις πρώτες αποτυχίες, που τους έδωσαν την απαραίτητη πείρα, είναι βέβαιο πλέον ότι ο πρώτος αυτοκράτορας Ίνκα που ταξίδεψε στη θάλασσα ήταν ο Τούπακ Ίνκα Γιουπάνκι. Τα νησιά στα οποία πιθανότατα πήγε ήταν τα νησιά Γκαλαπάγκος, το νησί του Πάσχα και το νησί Μανγκαρέβα.

Πηγές για τα ταξίδια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο γραπτές πηγές για αυτά τα ταξίδια ήταν τα "Χρονικά των Ίνκας", η ιστορία των Ίνκας γραμμένη από τους ίδιους. Όμως η επέλαση των Ισπανών και η καταστροφή των χρονικών αυτών δεν μας δίνει την δυνατότητα να τα μελετήσουμε ακριβώς όπως καταγράφηκαν. Ευτυχώς μεγάλο μέρος αυτών των χρονικών καταγράφηκε από τον Ισπανό ιστορικό Πέδρο Σαρμιέντο ντε Γκαμπόα (Ισπανικά: Pedro Sarmiento de Gamboa) μαζί με έναν κατάλογο από τα αντικείμενα που έφερε η εξερευνητική αποστολή πίσω στην πατρίδα των Ίνκας. Τα αντικείμενα αυτά χάθηκαν και αυτά, μαζί με τα κείμενα, μέσα στη λαίλαπα των καταστροφών και λεηλασιών που είχαν επιδοθεί οι κονκισταδόρες. Όλα όσα έχει καταγράψει ο Ισπανός επιβεβαιώνονται από τον Ολλανδό Γιάκομπ Ρογγέβεν (Ολλανδικά: Jacob Roggeveen) ο οποίος κατέγραψε τις ιστορίες και τους μύθους των νησιωτικών συμπλεγμάτων που βρίσκονται στα ανοιχτά του Περού. Ο Νορβηγός Θορ Χέγιερνταλ (Νορβηγικά: Thor Heyerdahl), επίσης κατάφερε να κατασκευάσει ένα πλοιάριο με τα μέσα της εποχής εκείνης και να ταξιδέψει, με επιτυχία, με αυτό ως τα νησιά αυτά για να αποδείξει ότι μια τέτοια αποστολή είναι πιθανό να είχε γίνει.

Συγκεκριμένα οι μύθοι μιλούσανε για ανθρώπους από μια άγνωστη γη στα ανατολικά που ήρθανε με μεγάλα ξύλινα σκαριά και φορούσαν φτερά στο κεφάλι τους. Οι ντόπιοι μιλούσανε για τις τέχνες που τους μάθανε αλλά και για τη δύσκολη γλώσσα τους. Ακόμα στα νησιά Γκαλαπάγκος και στο νησί του Πάσχα βρέθηκαν μικροοργανισμοί που μόνο στο Περού και το Εκουαδόρ μπορούνε να εντοπιστούν. Οι επιστήμονες στις μέρες μας είναι σχεδόν βέβαιοι ότι οι Ίνκας πήγανε στα νησιά αυτά με ναυτικά ταξίδια. Τα επιστημονικά ευρήματα ενισχύουν τις ελλιπείς ιστορικές πηγές που διαθέτουμε. Το πότε πήγανε εκεί οι Ίνκας δεν γίνεται να εντοπιστεί χρονικά ακριβώς αλλά πάλι οι ιστορικοί εξετάζοντας την ιστορία των Ίνκας αποφάνθηκαν με τα ιστορικά ντοκουμέντα. Πριν τον Πατσακούτι Ίνκα οι Ίνκας ήταν απασχολημένοι με πολεμικές διενέξεις γειτονικών λαών ενώ μετά από τον Τούπακ Ίνκα Γιουπάνκι είχανε να αντιμετωπίσουν τους Ίσπανούς κατακτητές οπότε ο μοναδικός λογικός χρόνος που οι Ίνκας δεν αντιμετώπιζαν προβλήματα και μπορούσανε να ασχοληθούν με ναυτικές εξερευνήσεις ήταν τα έτη βασιλείας 1445 με 1491. Εξάλλου η πρώτη μαρτυρία για ναυτική βάση των Ίνκας προέρχεται από το 1440.

Το νησιωτικό σύμπλεγμα των Γκαλαπάγκος.

Το χρονικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και όπως αναφέρθηκε οι ιστορικές πηγές είναι αμφισβητήσιμες (σχετικά με τους χρόνους που έγινε το ταξίδι, τη διάρκεια του, τους αριθμούς πλοίων και ανδρών καθώς και το πλήθος των ευρημάτων) παραμένει η μοναδική γραπτή μαρτυρία σχετικά με αυτήν την εξερεύνηση. Συγκεκριμένα από τον Πέδρο Σαρμιέντο ντε Γκαμπόα γνωρίζουμε ότι:

  • Το ταξίδι έγινε με την παρουσία του αυτοκράτορα.
  • Τα πλοία που έκαναν αυτό το ταξίδι ήταν τόσα που μπορούσαν να επιβιβάσουν συνολικά 20.000 άνδρες.
  • Τα πλοία ήταν φτιαγμένα από τη ντόπια ξυλεία του Εκουαδόρ, τη μπάλσα.
  • Ότι δυο νησιά ονομάστηκαν «Νησί της Φωτιάς» και «Μακρινό Νησί» (Κέτσουα: Nina chumpi και Avachumpi αντίστοιχα).
  • Ότι στα νησιά βρήκαν κατοίκους που διδάχθηκαν από τους Ίνκας.
  • Ότι η αποστολή επέστρεψε με χρυσό, μαύρους ανθρώπους, δέρματα ζώων και ένα σαγόνι αλόγου.
  • Ότι η αποστολή αυτή διήρκεσε 10 με 12 μήνες.

Πολλά από τα παραπάνω αμφισβητούνται καθώς δεν διασταυρώνονται πουθενά αλλά με τα επιστημονικά ευρήματα το ταξίδι φαίνεται ότι ήταν πραγματικότητα ανεξάρτητα εάν γύρισαν πίσω οι Ίνκας εξερευνητές και ανεξάρτητα από το εάν πήγε μαζί ο αυτοκράτορας και τι έφερε πίσω μαζί του.

Το τέλος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Τούπακ Ίνκα Γιουπάνκι ήταν ένας αυθόρμητος χαρακτήρας με ροπή προς την περιπέτεια. Δεν φρόντισε από νωρίς για την διαδοχή του και το μέλλον του θρόνου. Η γυναίκα του Μάμα Όκλιο ή Μάμα Όκγιο (Κέτσουα: Mama Ocllo) προσπάθησε να τον πείσει να χρίσει διάδοχο του, τον γιο της, Κάπακ Ουάρι (Κέτσουα: Cápac Huari). Ο ηγεμόνας είχε διαφορετική άποψη και διάλεξε για διάδοχο του τον Τίτο Κούσι Γιουπάνκι (Κέτσουα: Titu Cusi Yupanqui). Η Μάμα Όκλιο τότε τον δηλητηρίασε και ξέσπασε δυναστικός πόλεμος μέσα στην αυτοκρατορία.

Οι επίδοξοι διάδοχοι ήταν τα ετεροθαλή αδέρφια Τίτο Κούσι Γιουπάνκι και Κάπακ Ουάρι (ισπ. Cápac Huari) και ο θείος τους, ο αρχιερέας Άπο Ουαλπάγια (Κέτσουα: Apo Huallpaya). Τελικά επικράτησε ο Τίτο Κούσι Γιουπάνκι, που μετονομάστηκε σε Ουάινα Κάπακ (Κέτσουα: Huayna Cápac), χάρις τη βοήθεια του πιστού στρατηγού Ουάμαν Ατσάτσι (Κέτσουα: Huaman Achachi).

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΙΝΚΑΣ, Δεληγίαννης Π., τεύχος 147, εκδόσεις ΠΕΡΙΣΚΟΠΙΟ, Νοέμβριος 2008
  • Εγκυκλοπαίδεια ΠΑΠΥΡΟΥΣ ΛΑΡΟΥΣ ΜΠΡΙΤΑΝΝΙΚΑ, Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα, 1996
  • History of the Incas, Sarmiento de Gamboa P., S. Bauer B., Smith V., Decoster J., University of Texas Press, March 2007



Προηγούμενος
Πατσακούτι Ίνκα Γιουπάνκι
Σάπα Ίνκα
Βασίλεψε το διάστημα 1471-1493
Επόμενος
Ουάινα Κάπακ


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Túpac Inca Yupanqui της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).