Τιονβίλ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 49°21′29″N 6°10′6″E / 49.35806°N 6.16833°E / 49.35806; 6.16833

Τιονβίλ
Thionville.JPG
Τιονβίλ
Colours of Roscommon.svg
Σημαία
Blason ville fr Thionville (Moselle).svg
Έμβλημα
Διοίκηση
ΧώραΓαλλία
Διοικητική υπαγωγήΚαντόνιο του Τιονβίλ, Μοζέλ, Bezirk Lothringen, Διαμέρισμα του Τιονβίλ-Εστ και Διαμέρισμα του Τιονβίλ
 • Δήμαρχος του ΤιονβίλΜπερτράν Μερτς
Ταχυδρομικός κώδικας57100[1]
Κωδικός Κοινότητας57672[2]
Πληθυσμός40 701 (1  Ιανουαρίου 2017)[3]
Έκταση49,89 km²[4]
Υψόμετρο150 μέτρο
Ζώνη ώραςUTC+01:00 (επίσημη ώρα)
UTC+02:00 (θερινή ώρα)
Τοποθεσία στο χάρτη
Τοποθεσία στο χάρτη
Τιονβίλ
49°21′29″N 6°10′6″E
Ιστότοποςhttp://www.thionville.fr
Commons page Σχετικά πολυμέσα
Σελίδα στο Linkedin

Η Τιονβίλ (γαλλικά: Thionville) είναι κοινότητα στο νομό Μοζέλ, στη διοικητική περιοχή Γκραντ-Εστ, στα ανατολικά της Γαλλίας.

Είναι υπονομαρχία του νομού και κέντρο ευρύτερης αστικής ζώνης. Πολιτιστικά ανήκει στη Λωρραίνη. Υπήρξε πόλη με βαριά βιομηχανία και παραγωγή σιδήρου και χάλυβα, σήμερα η οικονομία της βασίζεται σημαντικά στη διασυνοριακή εργασία των κατοίκων, επωφελούμενη από την εγγύτητά της με το Λουξεμβούργο.

Ο πληθυσμός της ανέρχεται σε 40.586 κατοίκους (2016) και είναι το κέντρο ευρύτερης αστικής περιοχής με 136.710 κατοίκους (2016).[5]

Οι κάτοικοι αναφέρονται ως Τιονβιλουά (ζ).[6]

Τοπωνυμία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πόλη αναφέρεται για πρώτη φορά ως Dietenhoven το 707 και αργότερα με το εκλατινισμένο όνομα ως Theodonis villa το 753 και πάλι το 842 ως Theotonis villa, δηλαδή η αγροικία του Theodonis. Πρόκειται για γερμανικό μεσαιωνικό τοπωνυμικό σχηματισμό, που βασίζεται στο όνομα Theudo και στο hof (-en) που σήμαινε αρχικά αυλή ενός αγροκτήματος και αργότερα χωριό.

Στα γερμανικά ονομάζεται Diedenhofen και στα λουξεμβουργιανά Diddenuewen.

Γεωγραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πλατεία της Αγοράς στην Τιονβίλ

Η κοινότητα Τιονβίλ βρίσκεται στο βόρειο τμήμα του νομού Μοζέλ. Είναι χτισμένη στην αριστερή όχθη του ποταμού Μοζέλ, παραπόταμου του Ρήνου, σε υψόμετρο 147 έως 423 μέτρων. Βρίσκεται σε πεδιάδα, στα ανατολικά των Λόφων του Μοζέλ. Η έκτασή της είναι περίπου 50 τετραγωνικά χιλιόμετρα.

Ο πληθυσμός της ανέρχεται σε 40.586 κατοίκους (2016) και είναι το κέντρο ευρύτερης αστικής περιοχής με 136.710 κατοίκους (2016).[5] Είναι η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη του νομού, μετά την πρωτεύουσα Μετς.

Βρίσκεται ανάμεσα στο Μετς που βρίσκεται νότια, από το οποίο απέχει οδικώς 29 περίπου χιλιόμετρα [7]και το Λουξεμβούργο στο βορρά, από το οποίο απέχει 32 χιλιόμετρα.[8]

Το ιστορικό κέντρο της πόλης με τα παλιά αρχοντικά που περιβάλλουν το δημαρχείο, ο Πύργος των ψύλλων (μουσείο), το καμπαναριό του, η εκκλησία του Σαιν-Μαξιμίν και μερικά σπίτια του 18ου αιώνα που επιβίωσαν τις πυρκαγιές της πολιορκίας του 1870. Ένα μεγάλο τμήμα αυτής της περιοχής έχει πεζοδρομηθεί.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο καμπαναριό του 16ου και 17ου αιώνα του παλιού δημαρχείου
Το οχυρό του Γκετράνζ στην Τιονβίλ
Ο πύργος των δουκών του Λουξεμβούργου

Η Τιονβίλ ιδρύθηκε ήδη από την εποχή των Μεροβιγγείων. Μετά την πτώση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η περιοχή κατοικήθηκε από τους Αλαμαννούς. Ήταν γνωστή στα λατινικά εκείνης της εποχής ως Theudonevilla ή Totonisvilla. Ο βασιλιάς Πιπίνος ο Βραχύς είχε στην πόλη ένα βασιλικό παλάτι. Η Σύνοδος της Τιονβίλ συνήλθε στην πόλη στις 2 Φεβρουαρίου 835. Επανέφερε τον αυτοκράτορα Λουδοβίκο τον Ευσεβή αντιστρέφοντας την προηγούμενη καταδίκη του για εγκλήματα - κανένα από τα οποία δεν διέπραξε πραγματικά - και απομάκρυνε τον Αρχιεπίσκοπο της Ρενς, Έμπο. Η Σύνοδος απαρτίζονταν από 43 επισκόπους. Στις 28 Φεβρουαρίου 835, στο Μάιντς, ο Έμπο παραδέχθηκε ότι ο Λουδοβίκος δεν είχε διαπράξει τα εγκλήματα για τα οποία κατηγορήθηκε και για τα οποία είχε στερηθεί τον τίτλο του Αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Από τον 10ο αιώνα και μετά, η περιοχή κατελήφθη από την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ήταν στην κατοχή του Οίκου του Λουξεμβούργου μέχρι το 1462 και έπειτα, μέχρι το 1477, του Δούκα της Βουργουνδίας. Από το 1477 έως το 1643, ήταν έδαφος του Οίκου των Αψβούργων.

Ο Εσκίλ, Αρχιεπίσκοπος του Λουντ, φυλακίστηκε στην πόλη κατά την επιστροφή του από το ταξίδι του στη Ρώμη το 1153.

Κατά τη διάρκεια του Τριακονταετούς πολέμου η πόλη πολιορκήθηκε το 1639 και κατακτήθηκε από τους Γάλλους. Το 1659 προσαρτήθηκε στη Γαλλία με τη συνθήκη των Πυρηναίων. Οι οχυρώσεις της πόλης κατασκευάστηκαν υπό την εποπτεία του Σεμπαστιάν ντε Βωμπάν.

Το 1792 η Τιονβίλ πολιορκήθηκε από τον δούκα του Μπράουνσβικ, ο οποίος προσπάθησε ανεπιτυχώς να καταστείλει τη Γαλλική Επανάσταση και να αποκαταστήσει τον Λουδοβίκο ΙΣΤ' στο βασιλικό θρόνο.

Μετά τον Γαλλο-Πρωσικό πόλεμο του 1870, η περιοχή της Αλσατίας-Λωρραίνης προσαρτήθηκε στη νεοδημιουργηθείσα Γερμανική Αυτοκρατορία το 1871 με τη Συνθήκη της Φρανκφούρτης. Η Τιονβίλ έγινε και πάλι Ντίντενχοφεν και έγινε μια ευημερούσα πόλη. Μεγάλα και επιβλητικά κτίρια, τυπικά της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, κατασκευάστηκαν στην πόλη, όπως το Ταχυδρομείο. Ο γερμανικός στρατός κατασκεύασε μια οχυρή γραμμή από τη Μυλούζ έως το Λουξεμβούργο για να προστατεύσει τη νέα Αυτοκρατορία. Το κεντρικό τμήμα αυτής της γραμμής ήταν το μεγάλο Μοζέλστέλουνγκ, ένα φρούριο σύστημα που προστάτευε το Μετς και το Ντίντενχοφεν (Τιονβίλ).[9]

Οι οχυρώσεις γύρω από την πόλη επικεντρώθηκαν σε τρία κύρια οχυρά: το οχυρό του Γκετράνζ στη βορειοδυτική πλευρά, το οχυρό του Κένιγκσμακερ στα βορειοανατολικά και το οχυρό Ιλάνζ στα νότια. Κάθε θέση ήταν περιτριγυρισμένη από διάφορα κανάλια, με καταφύγια και παρατηρητήρια. Μια μεγάλη ζώνη συρματοπλέγματος που προστατεύονταν από πολυβόλα ολοκλήρωνε το αμυντικό σύστημα.

Μετά από την ανακωχή με τη Γερμανία που έληξε τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, ο γαλλικός στρατός εισήλθε στο Ντίντενχοφεν τον Νοέμβριο του 1918 και η πόλη μεταφέρθηκε στη Γαλλία με τη Συνθήκη των Βερσαλλιών το 1919, αφού και πάλι ονομάστηκε Τιονβίλ.

Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, η Λωρραίνη ετέθη υπό γερμανική πολιτική διοίκηση και έτσι αποτέλεσε για άλλη μια φορά επισήμως μέρος του Γερμανικού Ράιχ (αν και δεν αναγνωρίστηκε από τους Δυτικούς Συμμάχους). Το 1944, αμερικανικά στρατεύματα απελευθέρωσαν την πόλη, η οποία έκτοτε ανήκει στη Γαλλία. Το χειμώνα του 1944-45 εγκαταστάθηκε εδώ το στρατόπεδο εκτοπισμένων αριθμός 8. Στα επόμενα χρόνια η πόλη φιλοξένησε χιλιάδες πρώην κρατούμενους και στρατιωτικούς.

Αφού έζησε, μαζί με όλη τη Γαλλία, μια οικονομική ανάκαμψη κατά τη διάρκεια των μεταπολεμικών δεκαετιών (τα «30 ένδοξα χρόνια»), η βαριά βιομηχανία της Τιονβίλ επλήγη από την κρίση που άρχισε τη δεκαετία του 1970. Η πόλη και ολόκληρη η περιοχή αντιμετώπισε δυσκολίες και διαρθρωτική ανεργία από τότε.

Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η περιοχή γύρω από την Τιονβίλ βασίστηκε στη βαριά βιομηχανία, κυρίως από τα τέλη του 19ου αιώνα, λόγω της παρουσίας σιδηρομεταλλεύματος στην περιοχή. Η πρώτη μεγάλη χαλυβουργία στην Τιονβίλ άνοιξε το 1898. Η Τιονβίλ έγινε η «Μητρόπολη του Σιδήρου». Πολλοί εργάτες από την Ιταλία, το Μαγκρέμπ και τις ανατολικές χώρες έφθασαν στην πόλη και εργάζονταν στα χαλυβουργεία. Ήδη όμως από το 1970, τα ορυχεία της Λωρραίνης επλήγησαν από την εισαγωγή ορυκτών πιο πλούσιων σε σίδηρο. Αυτή ήταν η αρχή της κρίσης στα ορυχεία σιδήρου και στη συνέχεια στη χαλυβουργία του νομού γενικότερα. Μετά τη χαλυβουργική κρίση της δεκαετίας του 1970, πολλά χαλυβουργεία έχουν κλείσει και μόνο λίγα έχουν παραμείνει ενεργά.

Σε καλές σχέσεις με τις γειτονικές χώρες, η Τιονβίλ θα συνδεθεί ακόμη πιο πολύ με τη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (CECA).

Η οικονομία των γειτονικών χωρών - Λουξεμβούργο, Βέλγιο, Γερμανία - επιτρέπει στην πόλη να παραμείνει δυναμική. Περισσότεροι από 40.000 διασυνοριακοί εργαζόμενοι διασχίζουν καθημερινά τα σύνορα Γαλλίας-Λουξεμβούργου (η πόλη απέχει 32 χιλιόμετρα από το Λουξεμβούργο), όπου οι μισθοί είναι πολύ πάνω από το γαλλικό ισοδύναμο.

Αξιοθέατα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μέγαρο των Κρεάνζ-Πιτάνζ
Μέγαρο στο κέντρο της πόλης
Το κάστρο Βολκράνζ

Πόλη της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα με εξορυκτική και βιομηχανική κληρονομιά, έχει επίσης μια σημαντική αρχιτεκτονική και ιστορική κληρονομιά που χρονολογείται από τον Μεσαίωνα. Η Τιονβίλ υπήρξε στην ιστορία της λουξεμβουργιανή, γαλλική και γερμανική και διατηρεί τα ίχνη αυτών των διαδοχικών κυριαρχιών.

Μερικά από τα πολυάριθμα μνημεία και ιστορικά της κτίρια είναι:

Οχυρό της Γραμμής Μαζινό
  • Αρχαιολογικοί χώροι από την Παλαιολιθική περίοδο έως την εποχή του σιδήρου.
  • Ίχνη ρωμαϊκού δρόμου.
  • Γαλατο-ρωμαϊκή κεραμική και νομίσματα.
  • Γραφικά σπίτια από τον 15ο έως τον 18ο αιώνα.
  • Το Δικαστικό μέγαρο, παλαιό αρχοντικό.
  • Παλαιό μέγαρο του οίκου των Κρεάνζ-Πιτάνζ, 17ος - 18ος αιώνας: πρόσοψη 1891, σήμερα είναι παράρτημα του δημαρχείου. Από τον 15ο αιώνα, επετράπη σε ευγενείς οικογένειες να χτίσουν σπίτι μέσα στο κάστρο. Το σημερινό μέγαρο, με μια ελαφρώς κοίλη πρόσοψη, ξαναχτίστηκε το πρώτο μισό του 18ου αιώνα με στοιχεία της προηγούμενης κατασκευής του.
  • Το μέγαρο Σαιν-Ρεμύ, χτισμένο στον χώρο της κατοικίας των Κυβερνητών της Τιονβίλ. Το σημερινό κτίριο χρονολογείται από το 1741.
  • Η πλατεία της Αγοράς, περιβάλλεται από στοές.
  • Όμορφο σύνολο σπιτιών του 18ου αιώνα με σχιστόλιθο, στην παλιά πόλη.
  • Μνημείο της μεταλλουργίας.
  • Ο Βωμός της Πατρίδας. Έχει ταξινομηθεί ως ιστορικό μνημείο από τις 15 Σεπτεμβρίου 1995. Είναι ένα σπάνιο μνημείο της Γαλλικής επανάστασης, που κατασκευάστηκε την 1η Βαντεμιαίρ έτος V, σύμφωνα με το Γαλλικό Δημοκρατικό Ημερολόγιο (Σεπτέμβριος 1797).
  • Κάστρο των δουκών του Λουξεμβούργου. Από τον 10ο αιώνα, η πόλη πέρασε υπό την κυριαρχία του Λουξεμβούργου και οι κόμητες και αργότερα δούκες του Λουξεμβούργου έχτισαν το κάστρο.
  • Το μουσείο του Πύργου των ψειρών παρουσιάζει την ιστορία της πόλης και της περιοχής μέσα από τις συλλογές του που κυμαίνονται από την Προϊστορία μέχρι την Αναγέννηση μέσα από οκτώ θεματικά δωμάτια. Είναι το παλιό ακροπύργιο του κάστρου των δουκών του Λουξεμβούργου, το παλαιότερο μνημείο της Τιονβίλ. Η κατασκευή του υπολογίζεται γύρω στον 11ο και τον 12ο αιώνα. Μετά την ανακαίνισή του, ο πύργος στεγάζει τώρα το δημοτικό μουσείο της πόλης.
  • Το Δημαρχείο της Τιονβίλ, πρώην μοναστήρι των φτωχών Κλαρισσών (1629): αναγεννησιακή πρόσοψη με στοές.
  • Κάστρο Χοφ, 18ος αιώνας.
  • Κάστρο του Βολκράνζ. Το πρώτο κτίριο κατασκευάστηκε το 1242 έως 1248 και στη συνέχεια αποκαταστάθηκε από το 1671, μετά τις ζημίες που προκλήθηκαν κατά τον Τριακονταετή Πόλεμο.
  • Το οχυρό Γκετράνζ, τα τείχη της Τιονβίλ. Κατασκευάστηκαν από το γερμανικό στρατό το 1899-1905 και μαρτυρούν τη στρατιωτική ιστορία της πόλης.
  • Η γέφυρα-φράγμα στον ποταμό Μοζέλ. Κατασκευάστηκε για προστασία από τις πλημμύρες από το 1746 έως το 1752.
  • Το κτίριο του Ταχυδρομείου, 1907.
  • Το μεταλλευτικό παρελθόν της περιοχής αποκαλύπτεται στο Μουσείο της Λωρραίνης στο Νεφσέφ, 13 χιλιόμετρα από την Τιονβίλ, όπου παλαιοί ανθρακωρύχοι καθοδηγούν τις επισκέψεις.
  • Επίσης, στα 20 χιλιόμετρα ανατολικά βρίσκεται το οχυρό Χάκενμπεργκ της Γραμμής Μαζινό, ένα πραγματικό υπόγειο εργοστάσιο που προσφέρεται για ξενάγηση με ένα μικρό τρένο.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Base officielle des codes postaux» Groupe La Poste. 1  Οκτωβρίου 2018.
  2. (Γαλλικά) INSEE code.
  3. «Populations légales 2017» INSEE. 30  Δεκεμβρίου 2019.
  4. 4,0 4,1 répertoire géographique des communes. Institut géographique national. Ανακτήθηκε στις 26  Οκτωβρίου 2015.
  5. 5,0 5,1 . «insee.fr». 
  6. . «habitants.fr/thonville/services-publics». 
  7. . «itineraire/Metz/Thionville». 
  8. . «itineraire/thionville/luxembourg». 
  9. Clayton Donnell (2008), The German Fortress of Metz 1870–1944, Osprey Publishing.