Τέτανος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ο τέτανος (Αγγλικά tetanus) είναι λοιμώδης ασθένεια η οποία προκαλείται από το βακτήριο Kλωστρίδιο του τετάνου (Clostridium Τetani). Το κλωστρίδιο, αφου εισέλθει στον οργανισμό μεσω ενός ρυπαρου τραύματος, πολλαπλασιάζεται και παράγει τοξίνες, μια εκ των οποίων (η τετανοσπασμίνη) επηρρεάζει το νευρικό σύστημα, με αποτέλεσμα να εκδηλώνονται τοπικοί ή γενικευμένοι σπασμοί. Η θεραπεία του τετάνου συνίσταται στον καθαρισμό του τραύματος, αντιβιοτική αγωγή και χρήση βενζοδιαζεπινών για αντιμετώπιση σπασμών. Επίσης, πρέπει να αντιμετωπιστούν τα συνοδά καρδιαγγειακά προβλήματα. Ο τέτανος μπορεί να προληφθεί με εμβολιασμό.

Επιδημιολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

O τέτανος αποτελεί εξαιρετικά σπάνια ασθένεια στον αναπτυγμένο κόσμο, αν και κρούσματα παρουσιάζονται ακόμη. Στον αναπτυσσόμενο κόσμο, είναι αρκετά δυσκολο να υπολογιστεί καθώς υπαρχουν αρκετά περιστατικα που δεν καταγράφονται. Την δεκαετία του 1980 υπολογιζόταν πως είχαν πεθάνει πάνω απο 1 εκατομύριο ασθενείς. Την προηγουμενη δεκαετία υπήρχαν περίπου 180 χιλιαδες νεκροί ανα χρόνο. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει βάλει ως στόχο την εξαφάνηση του τετάνου.[1]

Παθογένεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κλωστρίδιο του τετάνου αφού εισέρθει στο σώμα μεσω ενός ρυπαρού τραύματος, ξεκινά τον πολλαπλασιασμό του καθώς και την παραγωγή δύο εξωτοξινών: της τετανολυσίνης και της τετανοσπασμίνης. Η τετανοσπασίνη είναι σημαντική για την παθολογία του τετάνου, αφού εισέρχεται στα νευρικά κύτταρα κοντά στο τραύμα και μεταφέρεται μέσω του νευρικου κυτταρου στον Νωτιαίο Μυελό και τέλος στα κινητικά κέντρα του Εγκεφάλου. Η τετανοσπασμίνη εκεί καταργεί τους μηχανισμούς ελέγχου των κινητικών νευρών, και ως εκ τουτου εμφανίζονται ανεξέλεκτες μυικές συστολές. Το αυτόνομο νευρικο συστημα επίσης επιρρεαζεται, εκκρίνοντας μεγάλες ποσότητες κατεχολαμίνων.[2]

Συμπτώματα και διάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οπισθότονος σε ασθενή με Τέτανο. Ζωγραφια απο τον Sir Charles Bell το 1809

Τα συμπτώματα απο τον τέτανο ξεκινούν να εμφανίζονται όταν οι νευροτοξίνες πλησιασουν τα νευρικά κύτταρα τα οποία αναστέλλουν την σύσπαση των μυών στον νωτιαίο μυελό. Συνήθως απαιτουνται 7-10 μέρες μετά τον τραυματισμό για να εμφανιστει η συμπτωματολογία. Αναλογα με τα νευρικα κυτταρα που επηρρεάζονται μπορει να εμφανιστούν μια πλειάδα από συμπτώματα, τα οποία μπορεί να είναι τοπικά ή γενικευμένα. Τα τοπικα συμπτώματα αν αφεθουν χωρις θεραπεία, οδηγουν σε γενικευμένη συμπτωματολογία. Οι γενικευμένοι σπασμοί ειναι επώδυνοι, ενώ σπασμός λαρυγγικών ή αναπνευστικων μυών οδηγουν σε αναπνευστικη ανεπάρκεια. Η δράση κατεχολαμινών μπορεί να οδηγήσει σε επεισόδια ταχυκαρδίας ή αλλες καρδιακές αρρυθμίες.[3]

Το πρώτο, και πιο συχνό τοπικό συμπτωμα ειναι ο τριγμός των δοντιών του στόματος, λόγω σπασμού των μυών της κάτω γνάθου. Αργότερα ακολουθεί η αυχενική δυσκαμψία, που οφείλεται στο οτι η νευροτοξίνη επηρρέασε περισσότερα κρανιακά νεύρα. Αργότερα, ο οπισθότονος εμφανίζεται, ενα χαρακτηριστικο σύμπτωμα όπου η σπονδυλική στήλη παίρνει την μορφή τόξου. Στην πορεία της νόσου ακολουθουν οι γενικευμένοι σπασμοί ποδιών και χεριών, με ταυτόχρονη τοξοειδή πάλι κάμψη της σπονδυλικής στήλης, ενώ η άκρα χείρα σχηματίζει γροθιά.Συνήθως συνοδεύεται από άπνοια.[4]

Η δηλητριαση με στρυχνίνη είναι η νόσος η οποία παράγει την ίδια περίπου συμπτοματολογία με τον γενικευμένο τέτανο. Παρόμοια συμπτωματολογία μπορεί να υπάρξει ως παρενέργεια αντιντοπαμινεργικών φαρμάκων. Ο κεφαλικός τετανος πρέπει να διαφοροδιαγνωστεί από αλλες τοπικές παθύσεις, όπως τοπικές λοιμώξεις, εγκεφαλίτιδα κ.α.[5] H διάγνωση βασίζεται στην κλινική εικόνα και η θετικές καλλιέργιες απο το τραύμα χρησιμεύουν μονο ως επιβεβαίωση της διαγνωσης.

Θεραπεία τετάνου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το τραύμα πρέπει να καθαριστεί, οι ιστοί να καθαρίσουν απο ρυπαρό υλικό ή νεκρους ιστους, ωστε να απομακρυνουν οσο περισσοτερα κλωστρίδια είναι δυνατόν. Ακολουθως, πρέπει να χορηγηθεί αντιβίωση. Η Μετρονιδαζόλή (400mg διορθικά ή 500mg ενδοφλέβια ανα 6ωρο, για 7 ημέρες) είναι το αντιβιωτικό εκλογής. Εναλλακτικα μπορει να χρησιμοποιηθει πενικιλλίνη.[6]

Η αντιτοξίνη, φάρμακο κατά της εξωτοξίνης του κλωστριδίου, πρέπει να δωθεί για να εμποδιστεί περαιτέρω μόλυνση του νευρικου συστήματος απο την τετανοσπασμίνη. Η ανθρώπινη αντιτετανική ανοσοσφαιρινη (Human Anti-Tetanus Immunoglobulin) 3000-6000 IU δίνονται μια φορα, ενδομυικά. Οι σπασμοί αντιμετοπίζονται με την χρήση βενζοδιαζεπινών. Σε περιπτώσεις σοβαρών επεισοδίων τετάνου, η προφυλακτική τραχειστομία μπορεί να προστατεύσει τον αεραγωγό από σπασμους των λαρυγιγκών μυων.[6]

Η σταθερότητα του καρδιαγγειακου συστηματος ειναι βασικής σημασιας αν και εξαιρετικα δυσκολο να αντιμετωπιστουν. Η διακυμάνσεις στον καρδιακο ρυθμο ειναι συχνες και προτιμουνται φάρμακα με μικρό χρόνο ημίσιας ζωής (δλδ καθαρίζονται γρήγορα απο τον οργανισμό).[6]

Πρόληψη - εμβολιασμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρόληψη του τετάνου γίνεται με εμβολιασμό.

Συμφωνα με τις οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, σε βρεφική ηλικία χορηγουνται 3 δόσεις εμβολίου, οι οποίες ακολουθουνται από άλλες δυο κατα την παιδική και εφηβική ηλικία, ενώ στην ενήλικη ζωή πρέπει να δίνται ακόμη μια δόση (γνωστό ως booster). Ο οργανισμός για την δημόσια υγεία των ΗΠΑ, εισηγειται την επιπλέον χορήγηση ενός εμβολίου σε βρεφική ηλικία, ενώ στους ενήλικες να χορηγείται booster δόση κάθε 10 χρόνια.[7]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Thwaites & Yen 2012, σελ. 1197.
  2. Thwaites & Yen 2012, σελ. 1197-98.
  3. Thwaites & Yen 2012, σελ. 1198.
  4. Jong 2011, σελ. 8.
  5. Hinfey 2019.
  6. 6,0 6,1 6,2 Thwaites & Yen 2012, σελ. 1199.
  7. Thwaites & Yen 2012, σελ. 1199-10.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]