Τοξικομανία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Τοξικομανία ή εξάρτηση από ναρκωτικά είναι η έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών που δεν δύναται να αποβληθεί αυτοδυνάμως από τον χρήστη.[1] Σύμφωνα με τον Π.Ο.Υ. η εξάρτηση είναι μία κατάσταση αλληλεπίδρασης μεταξύ ενός ζώντος οργανισμού και ενός ναρκωτικού, η οποία χαρακτηρίζεται από επιδράσεις στη συμπεριφορά ή άλλες που περιλαμβάνουν πάντοτε μία εσωτερική ώθηση για λήψη ναρκωτικού σε περιοδική ή διαρκή βάση, με σκοπό τη βίωση ψυχικών εμπειριών και σε ορισμένες περιπτώσεις την αποφυγή ενοχλήσεων που προκαλούνται από την έλλειψή της (σύνδρομο στέρησης).[2][3][4]

Κοινά ναρκωτικά είναι το αλκοόλ η ηρωίνη, η κάνναβη (νομιμοποίηση), η κοκαΐνη, το MDMA (έκσταση), οι αμφεταμίνες, το LSD (διαιθυλαμίδιο λυσεργικού οξέος), τα παραισθησιογόνα μανιτάρια, η κεταμίνη, το GHB (γ-υδροξυβουτυρικό οξύ). Στην κατηγορία ναρκωτικά περιλαμβάνονται φάρμακα αγχολυτικά, υπνωτικά, αντικαταθλιπτικά, διεγερτικά του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος και οπιοειδή αναλγητικά.[5]

Νομικά απαγορεύεται η κατοχή, χρήση και διακίνηση ναρκωτικών.[6] Οι παραβάτες τιμωρούνται με φυλάκιση 1 έτους έως κάθειρξη 10 ετών.[7]

Η χρήση ναρκωτικών ουσιών σχετίζεται με οξέα και χρόνια προβλήματα υγείας που εξαρτώνται από τις ιδιότητες των ουσιών, την οδό χορήγησης, την ατομική ευαλωτότητα και το κοινωνικό πλαίσιο της χρήσης τους. Στις οξείες βλάβες συμπεριλαμβάνεται η λήψη υπερβολικής δόσης που αποτελεί και το συνηθέστερο αίτιο θανάτου. Γενικά αποτελούν κίνδυνο για τη δημόσια υγεία και συνδέονται με λοιμώδη νοσήματα, νοσηρότητα και θνησιμότητα,[8] επειδή όσοι κάνουν χρήση ναρκωτικών, ιδίως ενέσιμη, κινδυνεύουν να προσβληθούν από λοιμώδη νοσήματα λόγω κοινής χρήσης συνέργων (βελόνες). To AIDS (HIV) και η ιογενής ηπατίτιδα εμφανίζουν υψηλό επιπολασμό στους χρήστες ενέσιμων ναρκωτικών σε ολόκληρη την Ευρώπη.[8]

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]