Τάβλι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Τάβλι
Backgammon lg.png
ΕίδοςΕπιτραπέζιο παιχνίδι
Παίκτες2
Προετοιμασία10–30 δευτερόλεπτα
Διάρκεια5–60 λεπτά
ΤύχηΜέτρια (κυλιόμενα ζάρια)
ΔεξιότητεςΣτρατηγική, τακτική, προβλεψιμότητα

Το τάβλι είναι επιτραπέζιο παιχνίδι για δύο παίκτες, παραλλαγή του οποίου είναι το δυτικό τάβλι (backgammon). Κάθε παίκτης κατέχει 15 πούλια, που κινούνται σε ειδικό ταμπλώ σύμφωνα με τα αποτελέσματα δυο ζαριών. Σκοπός του κάθε παίκτη είναι να μαζέψει πρώτος όλα τα πούλια από το ταμπλώ. Ο παίκτης που ολοκληρώνει πρώτος το μάζεμα είναι και ο νικητής.

Το τάβλι είναι ιδιαίτερα διαδεδομένο στην Ελλάδα και στην Κύπρο και παίζεται από ανθρώπους κάθε ηλικίας και έχει συνδεθεί με τα καφενεία και τις καφετέριες.

Γενική περιγραφή τού παιχνιδιού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ταμπλώ του ταβλιού χωρίζεται σε τέσσερις περιοχές (τεταρτημόρια) με κάθε περιοχή να περιλαμβάνει έξι (6) θέσεις. Συνολικά, δηλαδή, έχουμε ένα ταμπλώ 24 θέσεων, όπως φαίνεται στην εικόνα δεξιά. Κάθε παίκτης έχει μια περιοχή εκκίνησης και η απέναντί της περιοχή είναι η περιοχή μαζέματος του παίκτη. Τα πούλια τού παίκτη κινούνται κυκλικά (ωρολογιακά ή αντι-ωρολογιακά) από την περιοχή εκκίνησης προς την περιοχή μαζέματος. Όταν ένας παίκτης έχει όλα του τα πούλια στην περιοχή μαζέματός του, επιτρέπεται να ξεκινήσει το μάζεμα.

Τα διάφορα παιχνίδια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τρία βασικά παιχνίδια του ταβλιού υπάρχουν: οι Πόρτες (του οποίου η παραλλαγή με κύβο διπλασιασμού αντιστοιχεί στο δυτικό ή αγωνιστικό τάβλι 'backgammon"), το Πλακωτό και το Φεύγα (ή Μουλτεζίμ). Επίσης υπάρχει μεγάλη ποικιλία άλλων παιχνιδιών και παραλλαγών όπως το Γκιούλ (το οποίο σε κάποιες περιοχές της Ελλάδας θεωρείται επίσης βασικό), το Ασσόδυο, κ.ά.

Σχετικά με την τύχη, το ζάρι αποτελεί έναν παράγοντα που μπορεί να ευνοήσει τον έναν ή τον άλλο παίκτη και γι'αυτό το τάβλι θεωρείται παιχνίδι τεχνικό αλλά και τυχερό. Από τα τρία βασικά παιχνίδια, οι Πόρτες θεωρείται πως έχουν το μικρότερο ποσοστό τύχης, με λίγο πιο τυχερό το Πλακωτό. Το Φεύγα έχει τον μεγαλύτερο παράγοντα τύχης ενώ το Γκιούλ είναι καθαρά τυχερό παιχνίδι και όχι τεχνικό.

Σχετικά με το είδος των τεχνικών απαιτήσεων, οι Πόρτες θεωρούνται πολύ πλούσιες σε στρατηγικές όσο και τακτικές. Είναι δε το μόνο παιχνίδι που έχει πλήρως αναλυθεί με τη βοήθεια των υπολογιστών. Το Πλακωτό είναι εξαιρετικά στρατηγικό παιχνίδι αλλά, όπως και το απλούστερο, Φεύγα δεν έχει αναλυθεί επαρκώς ώστε να γίνει γνωστό το εύρος των στρατηγικών και τακτικών που απαιτούνται.

Τα συνήθη ματς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καθώς ο χρόνος παιχνιδιού δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλος, το τάβλι συνηθίζεται να παίζεται σε ματς με νικητή όποιον φτάσει πρώτος σε προσυμφωνημένο όριο πόντων, συνήθως 5 ή 7, ανάλογα με πόσο χρόνο επιθυμούν οι παίκτες να διαθέσουν. Στα ματς αυτά και τα τρία παιχνίδια παίζονται εναλλάξ με τη σειρά πόρτες-πλακωτό-φεύγα, ενώ ο νικητής κάθε παιχνιδιού έχει το πλεονέκτημα της πρώτης ζαριάς στο επόμενο παιχνίδι, όπως και την επιλογή της πλευράς που θα στηθούν τα πούλια αν το επόμενο παιχνίδι είναι πόρτες ή πλακωτό.

Στο πρώτο παιχνίδι οι παίκτες πρέπει να συμφωνήσουν για το ποιος θα έχει την πρώτη ζαριά. Ένας κοινός τρόπος είναι να ρίχνουν από ένα ζάρι και όποιος φέρει τη μεγαλύτερη ένδειξη να έχει την πρώτη ζαριά. Αν φέρουν το ίδιο αποτέλεσμα, ξαναρίχνουν. Εδώ υπάρχουν δυο περιπτώσεις:

  1. Η ζαριά που καθορίζει τον πρώτο παίκτη μετράει και ως πρώτη ζαριά του παιχνιδιού
  2. Ο παίκτης που έφερε το μεγαλύτερο ζάρι ξαναρίχνει τα ζάρια για να σχηματιστεί η πρώτη ζαριά του παιχνιδιού.

Στους επίσημους αγώνες, καθώς είναι επιθυμητός ο μετριασμός της τύχης, η πρώτη ζαριά δίνεται εναλλάξ σε κάθε παίκτη (ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα του κάθε παιχνιδιού) και συχνά ακολουθείται η προηγούμενη διαδικασία για την πρώτη ζαριά του πρώτου παιχνιδιού με εφαρμογή της δεύτερης περίπτωσης.

Πρέπει να σημειωθεί ότι οι δυο παραπάνω τρόποι δεν είναι ισοδύναμοι, καθώς ο πρώτος τρόπος αποκλείει την πιθανότητα διπλής ως πρώτη ζαριά. Έτσι το πλεονέκτημα του παίκτη που κερδίζει την πρώτη ριξιά μετριάζεται. Σε ορισμένες περιοχές της Ελλάδας, συνηθίζεται τα παιχνίδια να παίζονται με άλλη σειρά, δηλαδή φεύγα-πλακωτό-πόρτες και να εφαρμόζεται υποχρεωτικά η περίπτωση 1 ώστε το πλεονέκτημα αυτού που παίζει πρώτος να μην είναι τόσο μεγάλο.

Ο συνηθέστερος, πάντως, τρόπος έναρξης του πρώτου παιχνιδιού γίνεται με την εφαρμογή της περίπτωσης 2 στην κανονική σειρά των παιχνιδιών, δηλαδή πόρτες-πλακωτό-φεύγα.

Επίσης ένας σημαντικός κανόνας που ισχύει στο ρίξιμο των ζαριών σε κάθε παιχνίδι, είναι ότι σε περίπτωση που παίκτης σταματήσει επίτηδες ("κόψει") με τα χέρια του τη ζαριά του αντιπάλου του πριν σταματήσουν τα ζάρια στο ταμπλώ και η ζαριά διαμορφωθεί , τότε ο αντίπαλος δεν ξαναρίχνει τα ζάρια αλλά επιλέγει ποιο συνδυασμό ζαριών τον συμφέρει να παίξει (π.χ. εξάρες).


Ιστορία του ταβλιού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το τάβλι στην αρχαιότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το τάβλι είναι ίσως το αρχαιότερο παιχνίδι που επιζεί μέχρι και τις ημέρες μας, αφού η πρώτη του εμφάνιση μαρτυρείται στη Μεσοποταμία, την περίοδο περίπου 2900 με 1800 π.Χ. Ο Άγγλος αρχαιολόγος Σερ Λέοναρντ Γούλεϋ ανακάλυψε κατά τη διάρκεια ανασκαφών στην Ουρ της Χαλδαίας ένα στολισμένο ταμπλό παιχνιδιού, το οποίο φαίνεται πως είναι το αρχαιότερο ταμπλό τάβλι.

Ένα παρόμοιο παιχνίδι φαίνεται πως παιζόταν και στην Αρχαία Αίγυπτο, το Senet ή "παιχνίδι των τριάντα τετραγώνων". Και τα δύο παραπάνω παιχνίδια είχαν κάπως διαφορετικό ταμπλό από το σημερινό τάβλι: αποτελούταν από τρεις σειρές των δέκα τετραγώνων, τη μία δίπλα στην άλλη, όμως φαίνεται πως η φιλοσοφία ήταν η ίδια. Οι παίκτες είχαν πέντε πούλια ο καθένας, και ξεκινώντας από αντίθετες πλευρές του ταμπλό, έπρεπε να τα φτάσουν στην άντίθετη άκρη και να τα βγάλουν από το ταμπλό πριν από τον αντίπαλο. Αντί για ζάρια, οι Αιγύπτιοι χρησιμοποιούσαν τέσσερις βέργες με δύο πλευρές, και προχωρούσαν ένα πούλι ανάλογα με το συνδυασμό των πλευρών των βεργών.

Άλλο ένα αρχαίο παιχνίδι σχετικό με το τάβλι που είναι άξιο αναφοράς είναι το Τακτέ Νάρντ. Ήταν περσικό, παιζόταν περίπου το 1600 π.Χ. και έμοιαζε πολύ περισσότερο με το σημερινό τάβλι. Είχε 24 σημεία και 30 πούλια, 15 άσπρα και 15 μαύρα, και ένα ζευγάρι ζάρια. Το όνομά του σήμαινε «Μάχη σε ξύλο» και μεταφέρθηκε στην Ευρώπη από τους Άραβες.

Αργότερα το παιχνίδι εμφανίζεται στην Ελλάδα (με το όνομα Πεσσοί) και στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (με το όνομα Ludus Duodecim Scriptorum - παιχνίδι των δώδεκα γραμμάτων). Τα δύο αυτά παιχνίδια έχουν την ίδια μορφή με το αρχαιότερο, που βρέθηκε στη Μεσοποταμία, δηλαδή τρεις σειρές από 12 τετράγωνες θέσεις (ή 12 σειρές των τριών θέσεων, από όπου η λατινική εκδοχή παίρνει το όνομά της).

Το 50 μ.Χ. περίπου, το παιχνίδι απλοποιήθηκε: αφαιρέθηκε η μεσαία σειρά θέσεων και απέμειναν οι δύο ακριανές, και όπως φαίνεται επιτράπηκε σε μία θέση να είναι περισσότερα από ένα πούλια, οπότε και το τάβλι άρχισε να παίρνει μια μορφή πλησιέστερη στη σημερινή.

Το τάβλι στο Μεσαίωνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Απεικόνιση του 13ου αιώνα από τα Κάρμινα Μπουράνα.

Στο Μεσαίωνα πλέον, το παιχνίδι ήταν αρκετά γνωστό στην Ευρώπη, και είχε αποκτήσει δική του ονομασία και φήμη σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες. Μερικά από τα ονόματά του ήταν «Tables» (Αγγλία), «Tavola Reale» (Ιταλία), «Tablas Reales» (Ισπανία). Ωστόσο είναι σημειωτέο ότι παρά τη δημοτικότητά του, το τάβλι κατά περιόδους απαγορεύτηκε ή κατακρίθηκε από την Εκκλησία σε κάποιες χώρες, καθώς είχε χαρακτήρα τυχερού παιχνιδιού. Ο Λουδοβίκος ο Θ' της Γαλλίας, το 1254 απαγόρευσε στους αυλικούς να παίζουν τάβλι, και στη συνέχεια έκανε το ίδιο σε όλους τους υπηκόους του.

Το γνωστότερο παράδειγμα αντίδρασης κατά του ταβλιού είναι η διαταγή του Καρδινάλιου Γουόλσεϋ, της αυλής του Χένρυ του Η', το 1526, να καούν όλα τα ταμπλό του ταβλιού. Οι Άγγλοι παίκτες του παιχνιδιού σκέφτηκαν να καμουφλάρουν το ταμπλό κατασκευάζοντάς το αναδιπλούμενο, για να μοιάζει χοντρικά με βιβλίο. Σε αυτή την ιδέα οφείλει το σημερινό ταμπλό τη μορφή του.

Τυποποίηση του παιχνιδιού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το εξώφυλλο της Πραγματείας του Έντμουντ Χόιλ

Τον 18ο αιώνα, το τάβλι είχε ανέβει στα μάτια της Εκκλησίας, και πλέον θεωρούταν εποικοδομητικός τρόπος να περνά κανείς το χρόνο του. Έτσι, το 1743 ο Έντμουντ Χόιλ (Edmund Hoyle), γνωστός Άγγλος ειδικός επιτραπέζιων παιχνιδιών, εξέδωσε μια "Πραγματεία πάνω στο παιχνίδι του ταβλιού" (συνεχίζοντας τις πραγματείες του για άλλα δημοφιλή παιχνίδια της εποχής, όπως το whist, το σκάκι και άλλα), τυποποιώντας τους κανόνες του παιχνιδιού και υποδεικνύοντας τακτικές για βέλτιστο παιχνίδι, οι οποίες είναι γενικά παραδεκτές ως χρήσιμες, ακόμα και σήμερα.

Το παιχνίδι έφτασε στην Αμερική ταυτόχρονα με την Ευρώπη. Οι λογαριασμοί εξόδων του Τόμας Τζέφερσον το 1776, περίπου τον καιρό που έγραφε την Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας δείχνουν κέρδη και απώλειες από παιχνίδια ταβλιού.

Σε αυτή την περίοδο το παιχνίδι πήρε και το σημερινό του (διεθνές) όνομα: στα μέσα του 17ου αιώνα, οι Σάξονες το ονόμασαν «bac» (πίσω) - «gamen» (παιχνίδι), επειδή όταν ένα πούλι «πιάσει» ένα άλλο, αυτό επιστρέφει πίσω στην αρχή.

Το τάβλι στο θέατρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Δημήτρης Κεχαΐδης έγραψε το έργο Το Τάβλι, το οποίο παρουσιάστηκε το 1975 στο Δημοτικό Θέατρο Λευκωσίας.[1]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην σύγχρονη Ελλάδα, το τάβλι ως επιτραπέζιο παιχνίδι, σύμφωνα με την με αριθμό 10703/1947 Απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης, έχει συμπεριληφθεί στα "τεχνικά παίγνια". Η χρήση του επιτρέπεται ελεύθερα σε δημόσιους χώρους, (καφενεία, λέσχες κ.λπ.), πλην όμως η διάθεση αυτού επαφίεται στη κρίση του εκάστοτε υπεύθυνου του χώρου επειδή καθίσταται συχνά θορυβώδες.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. εφημερίδα ΑΓΩΝ (9 Απριλίου 1975, δεύτερη σελίδα)

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]