Καθεδρικός ναός της Φλωρεντίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Σάντα Μαρία ντελ Φιόρε)
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 43°46′24.46″N 11°15′23.51″E / 43.7734611°N 11.2565306°E / 43.7734611; 11.2565306

Καθεδρικός Ναός της Φλωρεντίας
Florence Duomo from Michelangelo hill.jpg
Είδοςελάσσονα βασιλική, καθολική εκκλησία, αξιοθέατο, ακίνητη περιουσία και μουσείο[1]
Αρχιτεκτονικήαναγεννησιακή αρχιτεκτονική, Ιταλική Γοτθική αρχιτεκτονική και νεογοτθική αρχιτεκτονική
Γεωγραφικές συντεταγμένες43°46′24″N 11°15′24″E
ΘρήσκευμαΚαθολική Εκκλησία
Θρησκευτική υπαγωγήΑρχιεπισκοπή της Φλωρεντίας
Διοικητική υπαγωγήΦλωρεντία[2] και Φλωρεντία[3][1]
ΧώραΙταλία[2][3][4]
Έναρξη κατασκευής1296 και 1[1]
Ύψος114,5 μέτρο
Υλικάμάρμαρο και τούβλο
ΑρχιτέκτοναςΑρνόλφο ντι Κάμπιο, Φιλίππο Μπρουνελλέσκι και Εμίλιο Ντε Φάμπρις
ΠροστασίαΜνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς και ιταλικό πολιτισμικό αγαθό[3]
Ιστότοπος
Επίσημος ιστότοπος
Commons page Πολυμέσα

Ο Καθεδρικός ναός της Φλωρεντίας ή Σάντα Μαρία ντελ Φιόρε (ιταλικά: Cattedrale di Santa Maria del Fiore) είναι ο καθεδρικός ναός (Ντουόμο) της Φλωρεντίας. Η κατασκευή του άρχισε το 1296 σε γοτθικό ρυθμό σε σχέδια του Αρνόλφο ντι Κάμπιο και ολοκληρώθηκε δομικά το 1436, με τον τρούλο σχεδιασμένο από τον Φιλίππο Μπρουνελλέσκι.[5] Το εξωτερικό του ναού είναι καλυμμένο με πολύχρωμες μαρμάρινες πλάκες σε διάφορες αποχρώσεις του γκρι και του ροζ, χωρισμένες με λευκό, και διαθέτει περίτεχνη πρόσοψη του 19ου αιώνα σε ρυθμό γοτθικής αναγέννησης και σε σχέδιο Εμίλιο ντε Φαμπρίς.

Το συγκρότημα του καθεδρικό βρίσκεται στην Πιάτσα ντελ Ντουόμο και περιλαμβάνει επίσης το Βαπτιστήριο και το καμπαναριό του Τζιόττο. Τα τρία κτίρια είναι τμήμα του Μνημείου Παγκόσμιας Κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ που περιλαμβάνει το ιστορικό κέντρο της Φλωρεντίας και αποτελεί μείζον τουριστικό αξιοθέατο της Τοσκάνης. Ο ναός είναι ένας από τους μεγαλύτερους στην Ιταλία και ο τρούλος ήταν μέχρι την ανάπτυξη νεότερων δομικών υλικών στη σύγχρονη εποχή ο μεγαλύτερος στον κόσμο. Παραμένει ο μεγαλύτερος τρούλος που έχει κατασκευαστεί από τούβλα.

Ο καθεδρικός είναι η έδρα της ρωμαιοκαθολικής αρχιεπισκοπής της Φλωρεντίας.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Σάντα Μαρία ντελ Φιόρε χτίστηκε στη θέση του δεύτερου καθεδρικού ναού της Φλωρεντίας αφιερωμένου στην αγία Ρεπαράτα.[6] Η πρώτη ήταν η Βασιλική του Σαν Λορέντζο ντι Φιρέντσε, την οποία καθαγίασε το 393 ο Άγιος Αμβρόσιος Μεδιολάνων.[7] Η αρχαία κατασκευή, η οποία κτίστηκε στις αρχές του 5ου αιώνα και είχε υποστεί πολλές επισκευές, κατέστη ετοιμόρροπη με τον καιρό, σύμφωνα με τα Νέα Χρονικά (Nuova Cronica) του 14ου αιώνα, του Τζοβάνι Βιλάνι, και δεν ήταν πλέον αρκετά μεγάλη για να εξυπηρετήσει τον αυξανόμενο πληθυσμό της πόλης.[8] Άλλες μεγάλες πόλεις της Τοσκάνης είχαν αρχίσει φιλόδοξες ανακατασκευές των καθεδρικών ναών τους κατά την ύστερη Μεσαιωνική περίοδο, όπως η Πίζα και ιδιαίτερα η Σιένα, όπου οι τεράστιες προτεινόμενες επεκτάσεις δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ.

Η νέα εκκλησία σχεδιάστηκε από τον Αρνόλφο ντι Κάμπιο και εγκρίθηκε από το δημοτικό συμβούλιο το 1294.[9] Ο ντι Κάμπιο ήταν επίσης αρχιτέκτονας της εκκλησίας Σάντα Κρότσε και του Παλάτσο Βέκιο.[10][11] Σχεδίασε τρία ευρεία κλίτη που τελείωναν κάτω από τον οκταγωνικό θόλο, με το μεσαίο να καλύπτει την περιοχή της Σάντα Ρεπαράτα. Ο θεμέλιος λίθος τοποθετήθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου 1296 από τον Καρδινάλιο Βαλεριάννα, τον πρώτο παπικό ακόλουθο που έστειλε ποτέ στη Φλωρεντία. Η οικοδόμηση αυτού του τεράστιου έργου ήταν να διαρκέσει 140 χρόνια. Το σχέδιο του Αρνόλφο για το ανατολικό άκρο, αν και διατηρήθηκε ως ιδέα, επεκτάθηκε σε μεγάλο βαθμό.

Το καμπαναριό του Τζιότο

Μετά το θάνατο του Αρνόλφο το 1302, οι εργασίες για τον καθεδρικό ναό επιβραδύνθηκαν για σχεδόν 50 χρόνια. Όταν τα λείψανα ανακαλύφθηκαν του Αγίου Ζηνόβιου ανακαλύφθηκαν το 1330 στην Σάντα Ρεπαράτα, το έργο απέκτησε νέα ώθηση. Το 1331, η Άρτε ντέλα Λάνα, η συντεχνία των εμπόρων μαλλιού, έβαλε υπό την αιγίδα της την κατασκευή του καθεδρικού ναού και το 1334 διόρισε τον Τζιότο να επιβλέπει το έργο. Με τη βοήθεια του Αντρέα Πιζάνο, ο Τζίοτο συνέχισε τη σχεδίαση του Κάμπιο. Μεγάλο επίτευγμα του ήταν η κατασκευή του κωδωνοστασίου. Όταν ο Τζιότο πέθανε στις 8 Ιανουαρίου 1337, ο Αντρέα Πιζάνο συνέχισε το κτίριο μέχρι να σταματήσει η εργασία λόγω του Μαύρου Θανάτου το 1348.

Το 1349 συνεχίστηκαν οι εργασίες στον καθεδρικό ναό κάτω από μια σειρά αρχιτεκτόνων, ξεκινώντας από τον Φραντσέσκο Ταλέντι, ο οποίος ολοκλήρωσε το κωδωνοστάσιο και διεύρυνε το συνολικό έργο για να συμπεριλάβει την κόγχη του ιερού και τα παρεκκλήσια. Το 1359, τον Ταλέντι διαδέχτηκε ο Τζοβάνι ντι Λάπο Γκίνι (1360-1369) ο οποίος χώριζε το κεντρικό ναό σε τέσσερα τετράγωνα. Άλλοι αρχιτέκτονες ήταν οι Αλμπέρτο Αρνόλντι, Τζοβάνι ντ'Αμπρότζιο, Νέρι ντι Φιοραβάντε και Αντρέα Ορκάνια. Το 1375, η παλιά εκκλησία της Σάντα Ρεπαράτα κατεδαφίστηκε. Ο ναός ολοκληρώθηκε το 1380 και το 1418 μόνο ο θόλος παρέμεινε ατελής.

Στις 18 Αυγούστου 1418, η Άρτε ντέλλα Λάνα ανακοίνωσε έναν διαγωνισμό αρχιτεκτονικού σχεδιασμού για την ανέγερση του τρούλου του Νέρι. Οι δύο κύριοι ανταγωνιστές ήταν δύο κύριοι χρυσοχόοι, ο Λορέντσο Γκιμπέρτι και ο Φιλίππο Μπρουνελλέσκι, τον οποίο υποστήριξε ο Κόζιμο των Μεδίκων. Ο Γκιμπέρτι ήταν ο νικητής ενός διαγωνισμού για ένα ζευγάρι χάλκινων θυρών για το Βαπτιστήριο το 1401 και ο δια βίου ανταγωνισμός μεταξύ των δύο παρέμεινε έντονος. Ο Μπρουνελέσκι κέρδισε και έλαβε την προμήθεια.[12]

Ο ναός όπως ζωγραφίστηκε το 1365, πριν ολοκληρωθεί, από τον Αντρέα ντε Μποναϊούτο.
Πομπή γύρω από τον ναό τον 18ο αιώνα.

Ο Γκιμπέρτι, διορισμένος συνεργολάβος, είχε μισθό ίσο με τον Μπρουνελέσκι και, αν και κανείς δεν κέρδισε το ανακοινωθέν έπαθλο των 200 φλορίνιων, και του υποσχέθηκαν ισάξια αναγνώριση, αν και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του σε άλλα έργα. Όταν ο Μπρουνελέσκι αρρώστησε ή παρίστανε τον άρρωστο, το έργο ήταν σύντομα στα χέρια του Γκιμπέρτι. Αλλά ο Γκιμπέρτι σύντομα έπρεπε να παραδεχτεί ότι ολόκληρο το έργο ήταν πέρα από τις δυνατότητές του. Το 1423, ο Μπρουνελέσκι επέστρεψε και ανέλαβε αποκλειστικά την ευθύνη της κατασκευής.[13]

Οι εργασίες άρχισαν στον τρούλο το 1420 και ολοκληρώθηκαν το 1436. Ο καθεδρικός ναός καθαγιάστηκε στον Πάπα Ευγένιο Δ΄ στις 25 Μαρτίου 1436 (την πρώτη ημέρα του έτους σύμφωνα με το ημερολόγιο της Φλωρεντίας). Ήταν ο πρώτος οκταγωνικός θόλος στην ιστορία που χτίστηκε χωρίς προσωρινό ξύλινο πλαίσιο στήριξης και ένα από τα πιο εντυπωσιακά έργα της Αναγέννησης. Κατά τη διάρκεια της καθαγίασης το 1436, παίχθηκε το μοτέτο Nuper rosarum flores του Γκιγιώμ Ντυφαί.

Η διακόσμηση του εξωτερικού του καθεδρικού ναού, που ξεκίνησε τον 14ο αιώνα, ολοκληρώθηκε μόλις το 1887, όταν ολοκληρώθηκε η πολυχρωματική μαρμάρινη πρόσοψη με το σχέδιο του Εμίλιο Ντε Φάμπρις. Το πάτωμα της εκκλησίας επενδύθηκε με μαρμάρινες πλάκες τον 16ο αιώνα.

Οι εξωτερικοί τοίχοι είναι επενδυμένοι με εναλλασσόμενες κάθετες και οριζόντιες ταινίες πολυχρωματικού μαρμάρου Καρράρα (λευκό), Πράτο (πράσινο), Σιένα (κόκκινο), Λαβέντσα και από άλλες θέσεις. Αυτές οι μαρμάρινες ζώνες έπρεπε να επαναλάβουν τις ήδη υπάρχουσες ζώνες στους τοίχους του παρακείμενου Βαπτιστηρίου και του κωδωνοστασίου του Τζιότο. Υπάρχουν δύο πλευρικές πόρτες: τη θύρα Κανονίτσι (νότια πλευρά) και τη θύρα Μαντόρλα (βόρεια πλευρά) με γλυπτά των Νάνι ντι Μπάνκο, Ντονατέλο και Γιάκοπο ντελλα Κουέρτσια. Τα έξι πλευρικά παράθυρα, αξιοσημείωτα για την λεπτεπίλεπτη μαρκίζα και τη διακόσμησή τους, χωρίζονται από πιλώνες. Μόνο τα τέσσερα παράθυρα που βρίσκονται πιο κοντά στο εγκάρσιο κλίτος επιτρέπουν να διέλθει το φως· τα άλλα δύο είναι διακοσμητικά. Τα κουφώματα είναι στρογγυλά, ένα κοινό χαρακτηριστικό στην ιταλική γοτθική αρχιτεκτονικά.

Κατά τη διάρκεια της μακράς του ιστορίας, ο καθεδρικός ναός ήταν η έδρα του Συμβουλίου της Φλωρεντίας (1439), άκουσε τα λόγια του Τζιρόλαμο Σαβοναρόλα και έγινε μάρτυρας της δολοφονίας του Τζουλιάνο των Μεδίκων την Κυριακή 26 Απριλίου 1478 (με τον Λορέντζο τον Μεγαλοπρεπή να επιζεί με τα βίας), στη συνωμοσία των Πάτσι.

Εξωτερικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σχέδιο και δομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κάτοψη του ναού

Ο καθεδρικός ναός της Φλωρεντίας είναι χτισμένος ως βασιλική, με ευρύ κεντρικό κλίτος και διαδρόμους εκατέρωθεν. Το ιερό και τα πλευρικά κλίτη έχουν ταυτόσημο πολυγωνικό σχέδιο, χωρισμένο από δύο μικρότερα πολυγωνικά παρεκκλήσια. Το όλο σχέδιο σχηματίζει λατινικό σταυρό. Το κεντρικό κλίτος χωρίζεται από πλάγια με γοτθικές οξυκόρυφες αψίδες.

Οι διαστάσεις του κτιρίου είναι τεράστιες: εμβαδόν 8.300 τετραγωνικών μέτρων, μήκος 153 μέτρα, πλάτος 38 μέτρα, πλάτος στα πλευρικά κλίτη 90 μέτρα. Το ύψος των αψίδων στους διαδρόμους είναι 23 μέτρα. Το ύψος του θόλου είναι 114,5 μέτρα.[14]

Σχεδιασμένος εξωτερικός γλυπτός διάκοσμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Αρχιτέκτονες του Γραφείου των Έργων της Φλωρεντίας, αποτελούμενοι κυρίως από μέλη της ισχυρής συντεχνίας των μάλλινων υφασμάτων, Άρτε ντελλα Λάνα, σχεδίαζαν να παραγγείλουν μια σειρά από δώδεκα μεγάλα γλυπτά της Παλαιάς Διαθήκης για τις αντηρίδες του καθεδρικού ναού.[15] Ο Ντονατέλο, τότε στην αρχή της τρίτης δεκαετίας της ζωής του, ανέλαβε να σκαλίσει ένα άγαλμα του Δαβίδ το 1408, για την κορυφή μιας από τις αντηρίδες του καθεδρικού ναού της Φλωρεντίας, αν και δεν τοποθετήθηκε ποτέ εκεί. Ο Νάνι ντι Μπάνκο ανέλαβε να φτιάξει ένα μαρμάρινο άγαλμα του Ησαΐα, στην ίδια κλίμακα, το ίδιο έτος. Ένα από τα αγάλματα τοποθετήθηκε στη θέση του το 1409, αλλά βρέθηκε ότι ήταν πολύ μικρό για να είναι εύκολα ορατό από το έδαφος και απομακρύνθηκε από εκεί. Και τα δύο αγάλματα στη συνέχεια παρέμειναν στο εργαστήριο της όπερας για αρκετά χρόνια.[16][17][18] Το 1410 ο Ντονατέλο ολοκλήρωσε ένα άγαλμα από τερακότα που απεικόνιζε τον Ιησού του Ναυή. Το 1409-1411 ολοκλήρωσε ένα άγαλμα του Αγίου Ιωάννη του Ευαγγελιστή, που μέχρι το 1588 ήταν σε μια κόγχη της παλιάς πρόσοψης του καθεδρικού ναού. Μια φιγούρα του Ηρακλή, επίσης σε τερακότα, ανατέθηκε στον γλύπτη Αγκοστίνο ντι Ντούτσιο το 1463 και έγινε ίσως υπό τη διεύθυνση του Ντονατέλο.[19] Ένα άγαλμα του Δαβίδ από τον Μιχαήλ Άγγελο ολοκληρώθηκε το 1501-1504 αν και δεν μπορούσε να τοποθετηθεί στην αντηρίδα λόγω του βάρους των έξι τόνων. Το 2010, ένα αντίγραφο του Δαβίδ από υαλοβάμβακα τοποθετήθηκε για μια μέρα στον καθεδρικό ναό της Φλωρεντίας.

Τρούλος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις αρχές του 15ου αιώνα, μετά από εκατό χρόνια κατασκευής, εξακολουθούσε να λείπει ο τρούλος του ναού. Τα βασικά χαρακτηριστικά του τρούλου σχεδιάστηκαν από τον Αρνόλφο ντι Κάμπιο το 1296. Μια μακέτα από τούβλα, ύψους 4,6 μέτρων, μήκους 9,2 μέτρων (30,2 πόδια), βρισκόταν στον πλαϊνό διάδρομο του ημιτελούς κτιρίου και είχε καθαγιαστεί.[20] Απαιτούσε έναν οκταγωνικό θόλο ψηλότερο και ευρύτερο από οποιοδήποτε άλλο είχε κατασκευαστεί ποτέ, χωρίς εξωτερικές αντηρίδες για να τον συγκρατήσει από το να απλώσει και να πέσει κάτω από το βάρος του.

Ο τρούλος όπως φαίνεται από το καμπαναριό του Τζιότο

Η δέσμευση για την απόρριψη των παραδοσιακών γοτθικών αντηρίδων είχε γίνει όταν το μοντέλο του Νέρι ντι Φιοραβάντι επιλέχτηκε έναντι του σχεδίου του Τζοβάνι ντι Λάπο Γκίνι.[21] Αυτή η αρχιτεκτονική επιλογή, το 1367, ήταν ένα από τα πρώτα γεγονότα της Ιταλικής Αναγέννησης, σηματοδοτώντας τη ρήξη με το μεσαιωνικό γοτθικό στιλ και την επιστροφή στον κλασικό μεσογειακό θόλο. Οι Ιταλοί αρχιτέκτονες θεωρούσαν τα γοτθικά αντερείσματα άσχημο κατασκεύασμα. Επιπλέον, η χρήση αντηρίδων απαγορευόταν στη Φλωρεντία, καθώς το στυλ ευνοούσαν οι παραδοσιακοί εχθροί της κεντρικής Ιταλίας στα βόρεια.[22] Το μοντέλο του Νέρι απεικόνιζε έναν τεράστιο εσωτερικό θόλο, ανοιχτό στην κορυφή για να δέχεται φως, όπως το Πάνθεον της Ρώμης, αλλά περικλείεται σε ένα λεπτότερο εξωτερικό κέλυφος, που στηρίζεται εν μέρει στον εσωτερικό θόλο, για να κρατήσει έξω τον καιρό. Θα έπρεπε να σταθεί σε ένα οκταγωνικό τύμπανο χωρίς αντηρίδες. Ο θόλος του Νέρι θα χρειαζόταν μια εσωτερική ενίσχυση, αλλά κανένα δεν είχε σχεδιαστεί.

Η οικοδόμηση ενός τέτοιου πλίνθινου τρούλου δημιούργησε πολλά τεχνικά προβλήματα. Ο Μπρουνελέσκι εξέτασε τον μεγάλο θόλο του Πάνθεου στη Ρώμη για λύσεις. Ο τρούλος στο Πάνθεον είναι ένα ενιαίο κέλυφος από σκυρόδεμα, η σύσταση του οποίου είχε ξεχαστεί από καιρό. Στο Πάνθεον είχαν χρησιμοποιήσει προσωρινά στηρίγματα μέχρι ο θόλος να είναι έτοιμος.[23] Αυτό δεν θα μπορούσε να είναι η λύση στην περίπτωση ενός θόλου αυτού του μεγέθους και θα έθετε εκτός λειτουργίας τη εκκλησία. Για το ύψος και το πλάτος του θόλου που σχεδιάστηκε από το Νέρι, ξεκινώντας στα 52 μέτρα πάνω από το πάτωμα και με διάμετρο 44 μέτρων, δεν υπήρχε αρκετή ξυλεία στην Τοσκάνη για την κατασκευή των σκαλωσιών.[24] Ο Μπρουνελέσκι επέλεξε να ακολουθήσει αυτόν τον σχεδιασμό και χρησιμοποίησε ένα διπλό κέλυφος, κατασκευασμένο από ψαμμίτη και μάρμαρο. Ο Μπρουνελέσκι θα έπρεπε να κατασκευάσει τον θόλο από το τούβλο, λόγω του ελαφρού βάρους του σε σύγκριση με την πέτρα και του ευκολότερου σχηματισμού και με τίποτα κάτω από αυτό κατά τη διάρκεια της κατασκευής. Για να απεικονίσει το προτεινόμενο σχέδιο διαμόρφωσης του, δημιούργησε ένα ξύλινο και τούβλινο μοντέλο με τη βοήθεια των Ντονατέλο και Νάνι ντι Μπάνκο, ένα μοντέλο που εξακολουθεί να εκτίθεται στο Μουσείο Έργων του Ντουόμο. Το μοντέλο χρησίμευσε ως οδηγός για τους τεχνίτες, αλλά ήταν σκόπιμα ελλιπές, προκειμένου να εξασφαλιστεί ο έλεγχος του Μπρουνελέσκι στην κατασκευή.

Το εσωτερικό του τρούλου

Η λύση του Μπρουνελέσκι ήταν ιδιοφυής. Το πρόβλημα της εξάπλωσης επιλύθηκε από ένα σύνολο τεσσάρων εσωτερικών οριζόντιων πέτρινων και σιδερένιων αλυσίδων, που χρησιμεύουν ως στεφάνι βαρελιού, ενσωματωμένες στον εσωτερικό θόλο: ένα στην κορυφή, ένα στο κάτω μέρος, με τα υπόλοιπα δύο να κατανέμονται ομοιόμορφα μεταξύ τους. Μια πέμπτη αλυσίδα, κατασκευασμένη από ξύλο, τοποθετήθηκε μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης αλυσίδας πέτρας. Δεδομένου ότι ο θόλος ήταν οκταγωνικός παρά στρογγυλός, μια απλή αλυσίδα, πιέζοντας τον τρούλο σαν ένα στεφάνι βαρελιού, θα ασκήσει όλη την πίεση στις οκτώ γωνίες του θόλου. Οι αλυσίδες έπρεπε να είναι άκαμπτα οκτάγωνα, αρκετά σκληρά για να κρατήσουν το σχήμα τους, έτσι ώστε να μην παραμορφώσουν τον θόλο καθώς τον συγκρατούσαν.[25]

Όλες οι πέτρινες αλυσίδες του Μπρουνελέσκι φτιάχτηκαν σαν οκταγωνική σιδηροδρομική ράγα με παράλληλες ράγες και διασταυρούμενους δεσμούς, όλες κατασκευασμένες από δοκούς ψαμμίτη διαμέτρου 43 εκατοστών και μήκους όχι μεγαλύτερου από 2,3 μέτρα. Οι ράγες συνδέονταν από άκρο σε άκρο με σίδηρο καλυμμένο με μόλυβδο. Οι σταυροειδείς δεσμοί και οι ράγες ήταν καρφωμένοι μαζί και στη συνέχεια καλύφθηκαν με τα τούβλα και το κονίαμα του εσωτερικού θόλου. Οι εγκάρσιοι δεσμοί της κατώτερης αλυσίδας φαίνονται να προεξέχουν από το τύμπανο στη βάση του θόλου. Οι άλλοι είναι κρυμμένοι. Κάθε πέτρινη αλυσίδα έπρεπε να ενισχυθεί με μια τυποποιημένη αλυσίδα σιδήρου, η οποία κατασκευάστηκε από συνδέσμους αλληλοσύνδεσης, αλλά μια μαγνητική έρευνα που πραγματοποιήθηκε στη δεκαετία του '70 δεν κατάφερε να ανιχνεύσει ενδείξεις αλυσίδων σιδήρου, οι οποίες, εάν υπάρχουν, είναι βαθιά ενσωματωμένες στην πυκνή τοιχοποιία. Ο Μπρουνελέσκι κατασκεύασε επίσης κάθετες «πλευρές» στις γωνίες του οκταγώνου, οι οποίες καμπύλωναν προς το κεντρικό σημείο. Οι νευρώσεις, βάθους 4 μέτρων, υποστηρίζονται από 16 κρυμμένες πλευρές ακτινωτά από το κέντρο.[26] Οι νευρώσεις είχαν σχισμές για να περάσουν δοκοί που υποστήριζαν πλατφόρμες, επιτρέποντας έτσι στην εργασία να προχωρήσει προς τα επάνω χωρίς την ανάγκη για ικρίωμα.[27]

Ένας κυκλικός θόλος μπορεί να κατασκευαστεί χωρίς υποστηρίγματα, επειδή κάθε σειρά τούβλων είναι μια οριζόντια καμάρα που αντιστέκεται στη συμπίεση. Στη Φλωρεντία, ο οκταγωνικός εσωτερικός θόλος ήταν αρκετά παχύς για να υπάρχει ένας κύκλος σε κάθε επίπεδο, ένα χαρακτηριστικό που θα συγκρατούσε τελικά τον θόλο, αλλά δεν μπορούσε να κρατήσει τα τούβλα στη θέση του όσο το κονίαμα ήταν ακόμα υγρό. Ο Μπρουνελέσκι χρησιμοποίησε μοτίβο ψαροκόκαλου ώστε να μεταφέρει το βάρος των φρεσκοτοποθετημένων τούβλων στις πλησιέστερες κάθετες πλευρές του μη κυκλικού θόλου.[28][29][30][31]

Ο εξωτερικός θόλος, ο οποίος είχε μόνο 60 εκατοστά πάχος στη βάση και 30 εκατοστά πάχος στην κορυφή, δεν ήταν αρκετά παχύς ώστε να περιέχει ενσωματωμένους οριζόντιους κύκλους. Για να δημιουργήσει τέτοιους κύκλους, ο Μπρουνελέσκι πάχυνε τον εξωτερικό θόλο στο εσωτερικό των γωνιών του σε εννέα διαφορετικά ύψη, δημιουργώντας εννέα δακτυλίους τοιχοποιίας, οι οποίοι μπορούν να παρατηρηθούν σήμερα από το διάστημα ανάμεσα στους δύο θόλους. Για να αντισταθμιστεί η οριζόντια τάση, ο εξωτερικός θόλος εξαρτάται εξ ολοκλήρου από την προσκόλλησή του στον εσωτερικό θόλο και δεν έχει ενσωματωμένες αλυσίδες.[32]

Ο τρούλος, με τον τρουλίσκο και τη μεταλλική σφαίρα στην κορυφή του.

Η σύγχρονη αντίληψη των φυσικών νόμων και τα μαθηματικά εργαλεία για τον υπολογισμό των πιέσεων ήταν αιώνες στο μέλλον. Ο Μπρουνελέσκι, όπως όλοι οι οικοδόμοι του καθεδρικού ναού, έπρεπε να στηριχθεί στη διαίσθηση και ό,τι μπορούσε να μάθει από τα μοντέλα μεγάλης κλίμακας που έκτισε. Για να ανυψώσει 37.000 τόνους υλικού, συμπεριλαμβανομένων πάνω από 4 εκατομμυρίων τούβλων, εφηύρε μηχανές ανύψωσης και εξαρτήματα για την ανύψωση μεγάλων πετρών. Αυτές οι ειδικά σχεδιασμένες μηχανές και οι δομικές καινοτομίες του ήταν η κύρια συμβολή της Μπρουνελέσκι στην αρχιτεκτονική. Παρόλο που εκτελούσε ένα αισθητικό σχέδιο που έγινε πάνω από μισό αιώνα νωρίτερα, είναι το όνομά του, και όχι του Νέρι, που συνδέεται συνήθως με τον τρούλο.

Η ικανότητα του Μπρουνελέσκι να στεφανώσει τον θόλο με τρουλίσκο αμφισβητήθηκε και έπρεπε να υποβληθεί σε άλλο διαγωνισμό, παρόλο που υπήρχαν αποδείξεις ότι ο Μπρουνελέσκι εργάζονταν σε ένα σχέδιο με τρουλίσκο στο πάνω μέρος του θόλου. Τα στοιχεία φαίνονται στην καμπυλότητα, η οποία ήταν πιο απότομη από το αρχικό μοντέλο.[33] Ανακηρύχθηκε νικητής έναντι των ανταγωνιστών του, Λορέντζο Γκιμπέρτι και Αντόνιο Κιατσέρι. Ο σχεδιασμός του (που τώρα εμφανίζεται στο μουσείο έργων του Ντουόμο) ήταν για ένα οκταγωνικό τρουλίσκο με οκτώ ακτινωτές αντηρίδες και οκτώ ψηλά τοξωτά παράθυρα. Η κατασκευή του τρουλίσκου ξεκίνησε μερικούς μήνες πριν από το θάνατό του το 1446. Στη συνέχεια, για 15 χρόνια, πραγματοποιήθηκε μικρή πρόοδος, λόγω των αλλαγών από διάφορους αρχιτέκτονες. Ο τρουλίσκος τελικά ολοκληρώθηκε από τον φίλο του Μπρουνελέσκι Μικελότσο το 1461. Η κωνική οροφή στέφθηκε με μια επίχρυση σφαίρα χαλκού και σταυρό, που περιείχε ιερά λείψανα, από τον Αντρέα ντελ Βερρόκκιο το 1469. Έτσι το συνολικό ύψος του τρούλο έφτασε τα 114,5 μέτρα. Αυτή η χάλκινη μπάλα χτυπήθηκε από κεραυνός στις 17 Ιουλίου 1600 και έπεσε. Αντικαταστάθηκε από μία ακόμα μεγαλύτερη μετά από δύο χρόνια.

Για την τοποθέτηση της μπάλας, ο Βερόκιο χρησιμοποίησε τα μηχανήματα του Μπρουνελέσκι. Ο Λεονάρντο ντα Βίντσι ήταν νεαρός μαθητευόμενος στο εργαστήριο για ένα χρονικό διάστημα και σχεδίασε αυτά τα μηχανήματα, και ως αποτέλεσμα η εφεύρεσή τους συχνά αποδίδεται σε αυτόν.[34] Είναι πιθανόν να είχε συμμετάσχει στον σχεδιασμό της χάλκινης μπάλας.[35]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Sistema Cultura. Ανακτήθηκε στις 31  Ιανουαρίου 2020.
  2. 2,0 2,1 archINFORM. 939. Ανακτήθηκε στις 31  Ιουλίου 2018.
  3. 3,0 3,1 3,2 dati.beniculturali.it.
  4. Sistema Cultura. 8  Ιουλίου 2014. Ανακτήθηκε στις 31  Ιανουαρίου 2020.
  5. Ermengem, Kristiaan Van. «Duomo di Firenze, Florence». A View On Cities (στα Αγγλικά). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 20 Μαρτίου 2018. Ανακτήθηκε στις 5 Φεβρουαρίου 2016. 
  6. Bartlett, pp. 36–37
  7. Tarihi, Güncelleme (23 Μαΐου 2018). «Michelangelo Rönesans döneminde Floransanın önde gelen Medici Ailesinin özel bir isteği üzerine hangisini yapmıştır». Haber46 (στα Τουρκικά). Ανακτήθηκε στις 5 Ιουλίου 2018. 
  8. Barlett, 36.
  9. Haines, Margaret (1989). «Brunelleschi and Bureaucracy: The Tradition of Public Patronage at the Florentine Cathedral». I Tatti Studies in the Italian Renaissance 3: 89–115. doi:10.2307/4603662. https://books.google.com/books?id=2S0rnQEACAAJ. 
  10. Krén, Emil; Marx, Daniel. «View of the nave and choir by ARNOLFO DI CAMBIO». Web Gallery of Art. Ανακτήθηκε στις 5 Ιουλίου 2018. 
  11. Sannio, Simone (12 Ιανουαρίου 2017). «Inside the House of Medici (Part II): Palazzo Vecchio». L'Italo-Americano. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2020-01-03. https://web.archive.org/web/20200103171318/https://italoamericano.org/story/2017-1-11/medici-palazzo-vecchio. Ανακτήθηκε στις 5 Ιουλίου 2017. 
  12. Zucconi, Guido (1995). Florence: An Architectural Guide. San Giovanni Lupatoto, Vr, Italy: Arsenale Editrice srl. ISBN 978-88-7743-147-9. 
  13. King, pp. 76–79.
  14. «Santa Maria Del Fiore Church (Dome) Firenze Italy». En.firenze-online.com. Ανακτήθηκε στις 26 Μαρτίου 2013. 
  15. Charles Seymour, Jr. "Homo Magnus et Albus: the Quattrocento Background for Michelangelo's David of 1501–04," Stil und Überlieferung in der Kunst des Abendlandes, Berlin, 1967, II, 96–105.
  16. Janson, pp. 3–7
  17. Pope-Hennessey, John (1958) Italian Renaissance Sculpture, London, pp. 6–7
  18. Poeschke, p. 27.
  19. Seymour, 100–101.
  20. King, p. 10
  21. King, p. 9.
  22. King, p. 7.
  23. Lancaster, Lynne (2005) Concrete Vaulted Construction in Imperial Rome: Innovations in Context, Cambridge University Press, p. 44
  24. PBS' The Medici: Godfathers of the Renaissance, Birth of a Dynasty (βλέπε https://www.youtube.com/watch?v=9FFDJK8jmms στο χρονικό σημείο 20:15)
  25. «Brunelleschi's Dome». Smarthistory at Khan Academy. Ανακτήθηκε στις 19 Δεκεμβρίου 2012. 
  26. Stevenson, Niel (2007) Architecture Explained. (ISBN 0756628687). pp. 36–37.
  27. King, pp. 70–73.
  28. King, p. 97.
  29. Mueller, Tom (10 Φεβρουαρίου 2014). «Mystery of Florence's Cathedral Dome May Be Solved». National Geographic Society. Ανακτήθηκε στις 31 Δεκεμβρίου 2014. 
  30. NationalGeographic.com 2014-02 Il Duomo Tom Mueller
  31. NationalGeographic.com 2014-02 Il Doumo Design Video
  32. King, pp. 105–107.
  33. Gartner, Peter, Filippo Brunelleschi 1377–1446, p 95.
  34. King, p. 69.
  35. Paolo Galluzzi, "Leonard de Vinci, engineer and architect", p. 50

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]