Σάιρα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Σάιρα
Sanma01.jpg
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Ακτινοπτερύγιοι (Actinopterygii)
Τάξη: Βελονόμορφα (Beloniformes)
Οικογένεια: Scomberesocidae
Γένος: Cololabis
Είδος: C. saira

Η σάιρα (Cololabis saira) είναι θαλάσσιο ψάρι του ανοικτού πελάγους, που ανήκει στην τάξη βελονόμορφα και στην οικογένεια Scomberesocidae. Τρώγεται από τον άνθρωπο, ιδίως από τους κατοίκους της Ανατολικής Ασίας, καθώς το βρίσκουμε στον βόρειο Ειρηνικό Ωκεανό.

Ονομασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ονομασία σάιρα (さいら / サイラ /佐伊羅) προέρχεται από την ιαπωνική γλώσσα, στην οποία είναι γνωστή και ως sanma (さんま / サンマ / 秋刀魚). Το «σάιρα» υιοθετήθηκε και από τη ρωσική γλώσσα (сайра), όπως και στη διεθνή (λαιτινική) επιστημονική ονομασία του είδους. Στην κορεατική γλώσσα το ψάρι αυτό ονομάζεται kkongchi (꽁치), ενώ στην κινεζική τσιου τάο γιου (秋刀鱼). Η αγγλική ονομασία της σάιρας, Pacific saury, ετυμολογείται από την ελληνική λέξη «σαύρα», αλλά η ιαπωνική όχι. Σάιρες εισάγονται συχνά μπαγιάτικες στη Μεγάλη Βρετανία, όπου χρησιμεύουν ως δόλωμα στο ψάρεμα. Συνήθως τότε αποκαλούνται blueys, ίσως εξαιτίας συγχύσεως με το «μπλε» σκουμπρί (Scomber australasicus, ιαπωνικό σκουμπρί ή σκουμπρί του Ειρηνικού). Ο τριψήφιος κωδικός αλιεύματος FAO για το είδος είναι SAP.

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκτός από το βελονοειδές σχήμα της, η σάιρα ξεχωρίζει από το μικρό στόμα της, από μία σειρά μικρών πτερυγίων ανάμεσα στο ραχιαίο και στα πρωκτικά πτερύγια, καθώς και από τη μικρή διχαλωτή ουρά της (ουραίο πτερύγιο). Το χρώμα της σάιρας είναι σκούρο γκριζοπράσινο προς κυανό στη ράχη και ασημένιο στο υπόλοιπο σώμα, με μικρές, γαλαζωπές κηλίδες κατανεμημένες άτακτα στα πλευρά. Το συνολικό μέσο μήκος μιας ώριμης σάιρας είναι 25 έως 28 εκατοστόμετρα, ενώ η μέγιστη καταγεγραμμένη ηλικία είναι τέσσερα έτη.[1]

Βιολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι σάιρες είναι ψάρια του ανοικτού πελάγους, που κολυμπούν σε κοπάδια. Ζουν στον βόρειο Ειρηνικό Ωκεανό, από τα νερά της Κορεατικής Χερσονήσου και της Ιαπωνίας μέχρι τον Κόλπο της Αλάσκας και νότια μέχρι το υποτροπικό Μεξικό. Σε γεωγραφικές συντεταγμένες, συναντάται από τον 67ο μέχρι τον 18ο Βόρειο παράλληλο και από τον 137ο Ανατολικό μέχρι τον 108ο Δυτικό μεσημβρινό. Προτιμά νερά με θερμοκρασίες από 15 έως 18 °C περίπου. Συνήθως βρίσκονται κοντά στην επιφάνεια της θάλασσας, αν και πιθανώς κατεβαίνουν μέχρι τα 230 μέτρα βάθος, ενώ είναι γνωστό ότι γλιστρούν πάνω από την επιφάνεια του νερού όταν απομακρύνονται από θηρευτές τους, μία συμπεριφορά που τις συνδέει με το χελιδονόψαρο, που ανήκει στην ίδια τάξη.

Η σάιρα είναι ιδιαιτέρως μεταναστευτικό είδος. Τα ενήλικα άτομα βρίσκονται γενικώς σε κοπάδια στα ανοικτά, κοντά στην επιφάνεια, ενώ τα νεαρά άτομα συνδέονται με επιπλέοντα φύκια. Τα αυγά της είναι προσκολλημένα το ένα στο άλλο και όλα μαζί σε επιπλέοντα αντικείμενα, όπως τα κομμένα φύκια, με νήματα που διαθέτουν στην επιφάνεια του κελύφους τους.

Οι σάιρες τρέφονται με ζωοπλαγκτόν, όπως κωπήποδα, κριλ και αμφίποδα, αλλά και με τα αυγά και νεογέννητα συνηθισμένων ειδών ψαριών, όπως του γαύρου. Γενικώς το διαιτολόγιό τους είναι περιορισμένο, καθώς δεν έχουν ουσιαστικά στομάχι και το έντερό τους είναι ευθύγραμμο και επομένως μικρού μήκους. Σε αυτό διαφέρουν πολύ από το άλλο είδος του γένους τους, το Cololabis adocetus, μάλλον εξαιτίας του μεγαλύτερου μεγέθους του δεύτερου.

Μερικοί από τους φυσικούς θηρευτές της σάιρας είναι τα θαλάσσια θηλαστικά, οι τόνοι και τα καλαμάρια.

Αλιεία και εμπόριο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σάιρα, που διατίθεται στο εμπόριο συχνά με την ονομασία "mackerel pike", ψαρεύεται από τους Κινέζους, τους Ρώσους, τους Κορεάτες και τους Ιάπωνες επαγγελματίες αλιείς, για τους οποίους έχει μεγάλη οικονομική σημασία.

Η αλιεία της σάιρας δυσχεραίνεται από τη μικρή της διάμετρο, εξαιτίας της οποίας απαιτεί δίχτυα με πολύ μικρό «μάτι», αλλά διευκολύνεται από το ότι προσελκύεται πολύ από το φως. Για τον λόγο αυτόν, μια συνηθισμένη μέθοδος ψαρέματος είναι το πυροφάνι, με ισχυρούς προβολείς (500 W) ψυχρού λευκού φωτός στη μία πλευρά του αλιευτικού σκάφους και μερικές μικρές λάμπες κόκκινου φωτός στην άλλη. Αφού τα ψάρια συγκεντρωθούν κάτω από το ισχυρό φως, ο φωτισμός μεταφέρεται στην άλλη πλευρά, οπότε τα ψάρια κινούνται ομαδικά κάτω από το σκάφος και συλλέγονται σε διχτάκια εκεί — συχνά ολόκληρο το κοπάδι.

Ως φαγητό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σάιρα ή «σάνμα» είναι ένα από τα εξέχοντα «πιάτα εποχής», που αντιπροσωπεύει το φθινόπωρο στην ιαπωνική κουζίνα. Συνήθως σερβίρεται αλατισμένη και ψημένη στη σχάρα ολόκληρη, γαρνιρισμένη με ρεπανάκια (daikon) και δίπλα μία κούπα σούπας μίσο και μία κούπα ρύζι. Μπορεί επίσης να δεχθεί λεμόνι, μοσχολέμονο ή σάλτσα σόγιας. Τα εντόσθια είναι πικρά, αλλά πολλοί δεν τα αφαιρούν, καθώς ισχυρίζονται ότι η πικράδα τους, εξισορροπημένη από τα συνοδευτικά, είναι μέρος της απόλαυσης. Ψημένη στη σχάρα τρώγεται και στην Κορέα (kkongchi gui, 꽁치구이).

Ως σασίμι, η σάνμα δεν είναι πλέον σπάνια, αλλά ούτε και συνηθισμένη. Σπανίως σερβίρεται ως σούσι, ωστόσο αυτή είναι μία από τις τοπικές «σπεσιαλιτέ» σε μέρη της Χερσονήσου Κίι της Ιαπωνίας. Επίσης το ψάρι μπορεί να τηγανιστεί ή να γίνει καμπαγιάκι.

Στην Κορέα η σάιρα τρώγεται και διατηρημένη, όπως και η ρέγγα, ως Gwamegi, κυρίως τον χειμώνα, αλλά και βραστή (꽁치조림, kkongchi-jorim).

Η σάιρα είναι επίσης δημοφιλής στην ανατολική Ρωσία, όπου πωλείται και σε κονσέρβες με αλάτι και μπαχαρικά, με σπορέλαιο ή και τοματόζουμο. Τρώγεται επίσης καπνιστή.


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Froese, Rainer; Reyes, Rodolfo B. «Cololabis saira (Brevoort, 1856)». Fishbase.org. Ανακτήθηκε στις 21 Ιουλίου 2015. 

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Pacific saury της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).