Ρωσική κατάκτηση της Σιβηρίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ρωσική κατάκτηση της Σιβηρίας
Surikov Pokoreniye Sibiri Yermakom.jpg
Ο Ερμάκ κατακτά τη Σιβηρία, του Βασίλι Σουρικόφ
Χρονολογία 1580 – ύστερο 1700
Τόπος Σιβηρία
Έκβαση Ρωσική νίκη, διάλυση Χανάτου Σιβηρίας
Αντιμαχόμενοι
Ηγετικά πρόσωπα
Κουτσούμ Χαν
Γκουιγκουντάρ

Η ρωσική κατάκτηση της Σιβηρίας (ρωσικά: Покорение Сибири) πραγματοποιήθηκε τον 16ο και 17ο αιώνα, όταν το Χανάτο της Σιβηρίας είχε γίνει μια αδύναμη πολιτική δομή υποτελών που υπονομεύονταν από τις δραστηριότητες Ρώσων εξερευνητών. Αν και λιγότεροι, οι Ρώσοι πίεζαν τις διάφορες οικογενειακές φυλές να αλλάξουν την πίστη τους και δημιουργούσαν απομακρυσμένα οχυρά από τα οποία διενεργούσαν επιδρομές. Για να το αντιμετωπίσει αυτό, ο Κουτσούμ Χαν προσπάθησε να συγκεντρώσει την εξουσία του επιβάλλοντας το Ισλάμ στους υπηκόους του και αναμορφώνοντας το φορολογικό σύστημα.

Κατάκτηση του Χανάτου της Σιβηρίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ρωσική κατάκτηση της Σιβηρίας άρχισε τον Ιούλιο του 1580, όταν περίπου 540 Κοζάκοι υπό τον Ερμάκ Τιμοφέγεβιτς εισέβαλαν στην επικράτεια των Βογκούλων, υπό τον Κουτσούμ, τον χάνο της Σιβηρίας. Συνοδεύονταν από 300 λιθουανούς και γερμανούς εργάτες σκλάβους, τους οποίους οι Στρόγγανοφς είχαν αγοράσει από τον τσάρο. Σε όλη τη διάρκεια του 1581, αυτή η δύναμη διέσχισε το έδαφος που είναι γνωστό ως Γιούργκα και υπέταξε τις πόλεις Βογκούλ και Οστριάκ. Εκέινο το διάστημα, κατέλαβαν επίσης έναν έφορο του Κουτσούμ.

Μετά από μια σειρά επιθέσεων από τους Τατάρους σε αντίποινα εναντίον της ρωσικής προέλασης, οι δυνάμεις του Ερμάκ προετοίμασαν εκστρατεία για την κατάληψη του Κασλίκ, την πρωτεύουσα της Σιβηρίας. Η δύναμη ξεκίνησε τον Μάιο του 1582. Μετά από τριήμερη μάχη στις όχθες του ποταμού Ιρτίς, ο Ερμάκ νίκησε τη συνδυασμένη δύναμη του Κουτσούμ Χαν και έξι συμμάχων πριγκήπων Τατάρων. Στις 29 Ιουνίου, οι δυνάμεις των Κοζάκων δέχτηκαν επίθεση από τους Τατάρους, αλλά τους απώθησαν και πάλι.

Καθ' όλη τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου του 1582, ο χάνος συγκέντρωσε τις δυνάμεις του για την υπεράσπιση του Κασλίκ. Μια ορδή Τατάρων της Σιβηρίας, Βογκούλων και Οστριάκων συγκεντρώθηκαν στο όρος Τσουβάς για να αμυνθούν εναντίων των εισβολέων Κοζάκων. Την 1η Οκτωβρίου, οι Κοζάκοι προσπάθησαν να καταλάβουν το φρούριο των Τατάρων στο όρος Τσουβάς. Στις 23 Οκτωβρίου, οι Κοζάκοι προσπάθησαν να καταλάβουν το φρούριο των Τατάρων στο όρος Τσουβάς για τέταρτη φορά, όταν οι Τατάροι αντεπιτέθηκαν. Περισσότεροι από εκατό Κοζάκοι σκοτώθηκαν, αλλά οι πυροβολισμοί τους ανάγκασαν σε ταταρική υποχώρηση και επέτρεψαν τη σύλληψη δύο ταταρικών κανονιών. Οι δυνάμεις του χάνου υποχώρησαν και ο Ερμάκ εισήλθε στο Κασλίκ στις 26 Οκτωβρίου.

Υποχώρηση του Κουτσούμ Χαν από το Κασλίκ, από το Χρονικό Κουνγκούρ

Ο Κουτσούμ Χαν υποχώρησε στις στέπες και τα επόμενα χρόνια συγκέντρωσε τις δυνάμεις του. Επιτέθηκε αιφνιδιαστικά στον Ερμάκ στις 6 Αυγούστου 1584 τη νύχτα και νίκησε το μεγαλύτερο μέρος του στρατού του. Οι λεπτομέρειες αμφισβητούνται με ρωσικές πηγές να ισχυρίζονται ότι ο Ερμάκ τραυματίστηκε και προσπάθησε να δραπετεύσει κολυμπώντας στον ποταμό Βαγκάι, ο οποίος είναι παραπόταμος του ποταμού Ιρτίς, αλλά πνίγηκε υπό το βάρος της πανοπλίας του. Οι εναπομείνασες δυνάμεις του Ερμάκ υπό τη διοίκηση του Μεστσέριακ έφυγαν από το Κασλίκ, καταστρέφοντας την πόλη κατά την αποχώρησή τους. Το 1586 οι Ρώσοι επέστρεψαν και αφού υπέταξαν τους Χάντους και τους Μάνσους με τη χρήση πυροβολικού, έκτισαν ένα οχυρό στο Τιουμέν κοντά στα ερείπια του Κασλίκ. Οι ταταριένες φυλές που πρόσκεινταν στον Κουτσούμ Χαν υπέφεραν από πολλές επιθέσεις Ρώσων μεταξύ 1584–1595. Ωστόσο, ο Κουτσούμ Χαν παρέμενε ελεύθερος. Τέλος, τον Αύγουστο του 1598 ο Κουτσούμ Χαν νικήθηκε στη μάχη του Ουρμίν κοντά στον ποταμό Ομπ. Κατά τη διάρκεια του αγώνα η βασιλική οικογένεια της Σιβηρίας αιχμαλωτίστηκε από τους Ρώσους. Ωστόσο, ο Κουτσούμ Χαν διέφυγε και πάλι. Οι Ρώσοι πήραν τα μέλη της οικογένειας του Κουτσούμ Χαν στη Μόσχα όπου και παρέμειναν όμηροι. Οι απόγονοι της οικογένειας του χάνου έγιναν γνωστοί ως πρίγκιπες Σιμπίρσκι και η οικογένεια είναι γνωστό ότι επέζησε τουλάχιστον μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα.

Παρά την προσωπική του διαφυγή, η σύλληψη της οικογένειάς του τερμάτισε τις πολιτικές και στρατιωτικές δραστηριότητες του Κουτσούμ Χαν, ο οποίος και υποχώρησε στα εδάφη της Ορδής Νογκάι στη νότια Σιβηρία. Ήρθε σε επαφή με τον τσάρο και ζήτησε να δοθεί υπό την κυριαρχία του μια μικρή περιοχή στις όχθες του ποταμού Ιρτίς. Αυτό απορρίφθηκε από τον τσάρο ο οποίος πρότεινε στον Κουτσούμ Χαν να έρθει στη Μόσχα και να «αναπαυθεί στην υπηρεσία» του τσάρου. Ωστόσο, ο ηλικιωμένος χάνος δεν ήθελε να υποφέρει από τέτοια περιφρόνηση και προτιμούσε να παραμείνει στα δικά του εδάφη παρά να «αναπαύσει τον εαυτό του» στη Μόσχα. Ο Κουτσούμ Χαν πήγε τότε στη Μπουχάρα σε μεγάλη ηλικία, πεθαίνοντας στην εξορία μακριά από συγγενείς γύρω στο 1605.

Κατάκτηση και εξερεύνηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μοσχοβίτης βοεβόδας στο νεόκτιστο οστρόγκ του Τιουμέν, Χρονικό Ρεμεζόφ

Προκειμένου να υποταχθούν οι ιθαγενείς και να συγκεντρωθούν γιασάκ (φόρος γούνας), μια σειρά από φυλάκια (ζιμόβιε) και οχυρά (οστρόγκ) χτίστηκαν στις εκβολές μεγάλων ποταμών και ρευμάτων όπως και σημαντικών οδών. Τα πρώτα από αυτά βρίσκονταν στο Τιουμέν και στο Τομπόλσκ, το πρώτο κτίστηκε το 1586 από τον Βασίλι Σούκιν και τον Ιβάν Μιασνόι, και το τελευταίο τον επόμενο χρόνο από τον Ντανίλο Τσουλκόφ.[1] Το Τομπόλσκ έγινε το νευραλγικό κέντρο της προσπάθειας κατάκτησης.[2] Στα βόρεια κτίστηκαν το Μπεριόζοβο (1593) και η Μανγκαζέγια (1600–01) για την εφαρμογή φόρου υποτέλειας στους Νένετς, ενώ στα ανατολικά ιδρύθηκαν το Σουργκούτ (1594) και η Ταρά (1594) με σκοπό την προστασία του Τομπόλσκ και την υποταγή τον κυβερνήτη των Ναρίμ Οστιάκ. Από αυτές, η Μανγκαζέγια ήταν η πιο εξέχουσα, καθώς αποτέλεσε τη βάση για περαιτέρω εξερεύνηση προς ανατολάς.[3]

Με την προώθηση πέρα από τον Ομπ και τους παραποτάμούς του, χτίστηκαν τα οστρόγκ του Κετσκ (1602) και του Τομσκ (1604). Οι σλιουζίλιε λιούντι («στρατιωτικοί») του Κετσκ έφθασαν στον Γενισέι το 1605, κατεβαίνοντας στον Σιμ. δύο χρόνια αργότερα οι προμισλένκι και οι έμποροι της Μανγκαζέγια κατέβηκαν από το Τουρουχάνσκ στη συμβολή του με τον Γενισέι, όπου έκτισαν το ζιμόβιε Τουρουχάνσκ. Το 1610 άνδρες από το Τουρουχάνσκ έφτασαν στην πηγή του Γενισέι και ανέβηκαν μέχρι τον Σιμ, όπου συνάντησαν αντίπαλους συλλέκτες γούνας από το Κετσκ. Για να εξασφαλισθεί η υποταγή των ιθαγενών, δημιουργήθηκαν τα οστρόγκ του Γενισέισκ (1619) και του Κρασνογιάρσκ (1628).[3]

Μετά τον θάνατο του χάνου και τη διάλυση οποιασδήποτε οργανωμένης σιβηρικής αντίστασης, οι Ρώσοι προχώρησαν πρώτα στη λίμνη Βαϊκάλη και στη συνέχεια στην Οχοτσκική θάλασσα και στον ποταμό Αμούρ. Ωστόσο, όταν έφθασαν για πρώτη φορά στα κινεζικά σύνορα, συνάντησαν μονάδες που ήταν εξοπλισμένες με στοιχεία πυροβολικού οπότε και σταμάτησαν την προέλαση.

Οι Ρώσοι έφθασαν στον Ειρηνικό Ωκεανό το 1639.[4] Μετά την κατάκτηση του Χανάτου της Σιβηρίας (1598) ολόκληρη η βόρεια Ασία - μια περιοχή πολύ μεγαλύτερη από το παλαιό χανάτο - που έγινε γνωστή ως Σιβηρία και μέχρι το 1640 τα ανατολικά σύνορα της Ρωσίας είχαν επεκταθεί πέρα ​​από αρκετά εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα. Κατά μία έννοια, το χανάτο επέζησε στον θυγατρικό τίτλο «Τσάρος της Σιβηρίας», ο οποίος έγινε μέρος του πλήρους αυτοκρατορικού τίτλου των Ρώσων αυτοκράτορων.

Η κατάκτηση της Σιβηρίας είχε επίσης ως αποτέλεσμα την εξάπλωση ασθενειών. Ο ιστορικός Τζον Φ. Ρίτσαρντς έγραψε: «... είναι αμφίβολο αν ο συνολικός πρώιμος σύγχρονος πληθυσμός της Σιβηρίας ξεπέρασε τα 300.000 άτομα. ... Οι νέες ασθένειες εξασθένησαν και απογοήτευσαν τους αυτόχθονες πληθυσμούς της Σιβηρίας. Η χειρότερη από αυτές ήταν η ευλογιά «λόγω της γρήγορης εξάπλωσής της, των υψηλών ποσοστών θνησιμότητας και της μόνιμης παραμόρφωσης των επιζώντων. ... Στη δεκαετία του 1650, μετακινήθηκε ανατολικά του Γενισέι, όπου παρουσιάστηκε στο 80% του πληθυσμού των Τονγκούσων και των Γιακούτων. Κατά τη δεκαετία του 1690, οι επιδημία της ευλογιάς μείωσε τον αριθμό των Γιουκαγκίρ κατά περίπου 44%. Η ασθένεια κινήθηκε ταχέως μεταξύ των πληθυσμών στη Σιβηρία».[5]

Εικόνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Lantzeff, George V., and Richard A. Pierce (1973). Eastward to Empire: Exploration and Conquest on the Russian Open Frontier, to 1750. Montreal eduacadtion: McGill-Queen's U.P.. 
  2. Lincoln, W. Bruce (2007). The Conquest of a Continent: Siberia and the Russians. Ithaca, N.Y.: Cornell University Press. 
  3. 3,0 3,1 Fisher, Raymond Henry (1943). The Russian Fur Trade, 1550-1700. University of California Press. 
  4. 2008-03-31 Reference Nationalencyklopedin http://ne.se/jsp/search/article.jsp?i_art_id=715527
  5. Richards, 2003 p. 538.

Επιπλέον ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]