Γιούγκρα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Πριγκηπάτα της Γιούγκρα κατά τον 15ο αιώνα

Γιούγκρα ή Ούγκρα (παλαιά ρωσικά: Югра, λατινικά: Ongariae[1]) ήταν μια συλλογική ονομασία για εδάφη και λαούς μεταξύ του ποταμού Πετσόρα και των Ουραλίων (σύγχρονη βορειοδυτική Ρωσία), στα ρωσικά χρονικά του 12ου-17ου αιώνα. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου η περιοχή κατοικήθηκε από τους λαούς Χάντι (γνωστοί και Οστιάκ) και Μάνσι (Βόγουλοι). Η Γιούγκρα ήταν επίσης η πηγή για το όνομα της οικογένειας των ουγγρικών γλωσσών (συμπεριλαμβανομένων των γλωσσών χάντι και μάνσι, καθώς και των ουγγρικών).

Ο σύγχρονος αυτόνομος θύλακας Χαντιμανσίας είναι επίσης μερικές φορές γνωστός ως Γιούγκρα και ο όρος αποτελεί κομμάτι της επίσημης ρωσικής ονομασίας.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γιουγρά (Iuhra), ο τόπος καταγωγής των Ούγγρων (inde ungaroru origo) στον χάρτη της Μοσχοβίας το 1549 του Σίγκισμουντ φον Ερμπενστάιν. Ο Ερμπενστάιν την τοποθέτησε ανατολικά του ποταμού Ομπ, ενώ ένα άγαλμα μιας Aurea anus (Χρυσή Γερόντισσα) φαίνεται δυτικά του Ομπ.

Ο ιεραπόστολος και ταξιδιώτης του 12ου αιώνα Αμπού Χαμίντ αλ Γκαρνάτι δίνει μια από τις πρώτες περιγραφές της περιοχής, την οποία αποκαλεί Γιούρα στα αραβικά:

Αλλά πέρα από το Βίσου δίπλα στη Θάλασσα του Σκότους βρίσκεται μια χώρα γνωστή με το όνομα Γιούρα. Τα καλοκαίρια οι μέρες είναι πολύ μεγάλες εκεί, έτσι ώστε ο Ήλιος δε δύει για σαράντα ημέρες, όπως λένε οι έμποροι. Αλλά το χειμώνα οι νύχτες είναι εξίσου μεγάλες. Οι έμποροι αναφέρουν ότι το Σκότος δεν είναι μακριά (από αυτούς) και ότι οι άνθρωποι της Γιούρα πηγαίνουν εκεί και μπαίνουν σε αυτό με φακούς και βρίσκουν ένα τεράστιο δέντρο εκεί, που είναι σαν ένα μεγάλο χωριό. Αλλά πάνω από το δέντρο βρίσκεται ένα μεγάλο πλάσμα, λένε ότι είναι ένα πουλί. Και φέρνουν τα εμπορεύματα μαζί και κάθε έμπορος ορίζει τα αγαθά του εκτός από αυτά των άλλων. Και τους αφήνει ένα σημάδι και φεύγει, αλλά όταν επιστρέφει, βρίσκει εκεί εμπορεύματα, απαραίτητα για τη χώρα του... (Αλ Γκαρνάτι: 32)

Η Χρυσή Κυρά ήταν προφανώς ένα είδωλο των κατοίκων της περιοχής. Οι πρώτες αναφορές της Χρυσής Κυράς βρίσκονται στο Χρονικό του Νόβγκοροντ του 14ου αιώνα, με αναφορά στον Άγιο Στέφανο του Περμ. Στη συνέχεια, το χρυσό είδωλο αναφέρεται τον 16ο αιώνα από τους υποτελείς του Μεγάλου Δούκα της Μόσχας, που ανέθεσε να περιγράψει τις εμπορικές και στρατιωτικές διαδρομές της διευρυνόμενης Ρωσίας. Ο πρώτος μη Ρώσος, που εξέτασε τη Χρυσή Κυρά, είναι ο Ματσιέι Μιετσοβίτα, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Κρακοβίας. Το χρυσό είδωλο εμφανίστηκε στον χάρτη της Μοσχοβίας του φον Ερμπενστάιν το 1549 και σε αρκετούς μεταγενέστερους χάρτες.

Σε σχέση με την εκστρατεία του Γερμάκ Τιμοφέγεβιτς, το Σιβηρικό Χρονικό αναφέρει επίσης τη χρυσή γυναίκα: ένας ετμάν του Γερμάκ, με το όνομα Ιβάν Μπριάζγκα, εισέβαλε στην περιοχή του Μπελογκόριε το 1582 και πολεμούσε εκεί τους Ομπ-Ουγκριανούς, οι οποίοι υπερασπίζονταν το πιο ιερό τους αντικείμενο: τη χρυσή κυρά[2].

Σύγχρονη ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο εκχριστιανισμός των Μάνσι μαζικά ξεκίνησε στις αρχές του 18ου αιώνα. Καταγράφηκαν τα λόγια του γέροντα του χωριού και του επιστάτη του ιερού Ναχράτς Γιεπλάγιεφ:

We all know why you have come here – you want to pervert us from our ancient beliefs with your smooth-tongued flattery and damage and destroy our revered helper, but it is all in vain for you may take our heads but this we will not let you do.

— Novitsky: 92–93

Σχέσεις με τους Τατάρους και τους Ρώσους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το οικόσημο της Κοντίας.

Υπάρχουν τρία ή τέσσερα γνωστά πρώιμα κρατίδια των κατοίκων της Γιούγκρα, και Χάντι και Μάνσι. Το Πριγκιπάτο του Πελύμ βρισκόταν στη λεκάνη του ποταμού Κόντα και εκτεινόταν από τις εκβολές του ποταμού Σόσβα κοντά στο Ταβντά. Το προπύργιο των πρίγκιπων του Πελύμ ήταν επίσης σημαντικό θρησκευτικό κέντρο. Ένα ιερό αγριόπευκο μεγάλωνε στα περίχωρα και ακόμη και τον 18ο αιώνα οι άνθρωποι κρεμούσαν τα δέρματα των θυσιασμένων αλόγων στα κλαδιά του. Κοντά στο ιερό δέντρο βρισκόταν μια λατρευτική αποθήκη με πέντε ανθρωποειδή είδωλα και μικρότερες αποθήκες με ψηλούς πυλώνες και ανθρωπόμορφες κορυφές γύρω για την αποθήκευση οργάνων θυσίας. Τα οστά των θυσιασμένων ζώων αποθηκεύονταν σε ξεχωριστό κτίριο.

Το Πριγκιπάτο της Κοντίας (κυρίως Μάνσι) αποτελούσε ένα μεγάλο ημιαυτόνομο τμήμα του πριγκιπάτου του Πελύμ. Σύμφωνα με τα φορολογικά μητρώα από το 1628/29, κατοικήθηκε από 257 Μάνσι φορολογούμενους. Οι θησαυροί του Πρίγκιπα Αγάι της Κόντα ,που φυλακίστηκε από τους Ρώσους το 1594, μας δίνουν μια καλή εικόνα για τον πλούτο των ευγενών αυτής της περιόδου. Οι Ρώσοι κατάσχεσαν δύο ασημένιες κορώνες, ένα ασημένιο κουτάλι, ένα ασημένιο ποτήρι, ένα ασημένιο σπειροειδές βραχιόλι, "πολύτιμα υφάσματα" και πολλά δέρματα και πολύτιμες γούνες[3]. Το τρίτο μέρος του πριγκιπάτου του Πελύμ ήταν η περιοχή του Ταμπάρι, στην οποία κατοικούσαν 102 ενήλικες το 1628/29. Πριν από τον ερχομό των Ρώσων, οι Μάνσι αυτής της περιοχής ήταν αγρότες και σύμφωνα με την παράδοση, ο Γερμάκ συνέλεξε φόρο υπό μορφή σιτηρών[4].

Πιστεύεται ότι ο λαός έκανε εμπόριο με πολλές χώρες μακρινές. Αυτό το εμπόριο περιγράφηκε σε χρονικά, που αποδόθηκαν στον Αμπού Χαμίντ αλ-Γκαρνάτι, στον Άραβα ταξιδευτή του 12ο αιώνα.

Σύμφωνα με ορισμένες πηγές, το Νόβγκοροντ ξεκίνησε στρατιωτικές εκστρατείες εναντίον των κατοίκων της Γιούγκρα, που ζούσαν με τους Σαμογέτες στη Χώρα του Μεσονυχτίου ήδη στο τέλος της πρώτης χιλιετίας[5]. Εκείνη την εποχή, οι Ρώσοι πιθανώς ήρθαν σε επαφή με τους Μάνσι, που ζούσαν ακόμη στην Ευρώπη, κατά μήκος της άνω πορείας του ποταμού Πετσόρα, στη γειτονιά του αρχαίου βασιλείου των Κόμι του Μεγάλου Περμ. Το Χρονικό του Νόβγκοροντ αφηγείται μια εκστρατεία υπό την ηγεσία του Γιαντρέι του Νόβγκοροντ το 1193, η οποία κατέληξε στην καταστροφή των δυνάμεων του Νόβγκοροντ. Η ήττα ρίχτηκε ως φταίξιμο σε ορισμένους του Νόβγκοροντ, που φέρεται να είχαν "έρθει σε επαφή με άτομα από την Γιούγκρα"[6].

Από τον 13ο έως τον 15ο αιώνα, η περιοχή έπρεπε να πληρώνει φόρο υποτελείας στο Νόβγκοροντ. Όμως οι φόροι θα μπορούσαν να εισπραχθούν μόνο μέσω ένοπλων δυνάμεων. Τα χρονικά περιγράφουν διάφορες εκστρατείες αναφέροντας την έντονη αντίσταση των πριγκίπων της Γιούγκρα, που κατέφυγαν στα προπύργιά τους. Μετά την προσάρτηση του Ούστιουγκ από τη Μόσχα τον 14ο αιώνα, ξεκίνησαν οι εκστρατείες Μοσχοβιτών αντί του Νόβγκοροντ.

Τον 15ο αιώνα, το πιο σημαντικό ρωσικό προπύργιο στη γη του Περμ και το σημείο εκκίνησης για όλες τις αποστολές προς την Ανατολή ήταν η μητρόπολη, που ιδρύθηκε στον ποταμό Βιμ από τον Στέφανο του Περμ. Το 1455, οι Μάνσι του Πελύμ ξεκίνησαν μια εκστρατεία υπό την ηγεσία του πρίγκιπα Ασύκα. Η Μόσχα αντέδρασε σχηματίζοντας συμμαχία με τον Πρίγκιπα Βασίλι του Μεγάλου Περμ. Καταγράφεται στα Ρωσικά Χρονικά ότι, το 1465, ως αποτέλεσμα αυτής της επιδρομής, δύο μικρότεροι πρίγκιπες (Καλπίκ και Τσεπίκ) αναγκάστηκαν να υποταχθούν στους Ρώσους και να πληρώσουν φόρο υποτέλειας.

Το 1467, κατά τη διάρκεια μιας δεύτερης εκστρατείας, ο ίδιος ο πρίγκιπας Ασύκα συνελήφθη και μεταφέρθηκε στη Βιάτκα[7]. Το 1483, η Μόσχα έστειλε άλλη μια εκστρατεία εναντίον των αρχόντων των Γιούγκρα και Κοντίας.

Το 1499, η Μόσχα έστειλε μια μεγάλη δύναμη εναντίον της Γιούγκρα, της Κοντίας και των Γογουλίτσι, των ελεύθερων Βόγουλων. Ο στρατός 4.000 στρατιωτών, χρησιμοποιώντας ομάδες σκύλων και ταράνδων, έφτασε στο προπύργιο Λιάπιν των Χάντι, που βρίσκεται στο ποτάμι με το ίδιο όνομα[8]. Στην πηγή λέγεται ότι καταλήφθηκαν 40 οχυρά και 58 πρίγκιπες Χάντι και Μάνσι συνελήφθησαν στην αποστολή. Στα τέλη του 15ου αιώνα ο Μεγάλος Δούκας της Μόσχας ανέλαβε τον τιμητικό τίτλο του Πρίγκιπα της Γιούγκρας. Μέχρι τον 16ο αιώνα, αρκετοί πρίγκιπες της Γιούγκρας απέτισαν φόρο υποτέλειας στο Χανάτο της Σιβηρίας και συμμετείχαν στις στρατιωτικές τους επιχειρήσεις ενάντια σε Ρώσους εποίκους, που προστατεύονταν από Κοζάκους και βοηθούς Κόμι, που κυνηγούσαν τους ντόπιους από τα σπίτια τους.

Σε απάντηση, οι Χάντι και οι Μάνσι του Πελύμ έστειλαν συνεχώς αντι-εκστρατείες στα εδάφη του Μεγάλου Περμ. Έτσι, το έτος 1581 πέρασε στην ιστορία ως το έτος των επιδρομών του Κάιγκοροντ και Τσέρντιν. Σύμφωνα με τις ρωσικές εκτιμήσεις, ο στρατός των Μάνσι και οι σύμμαχοί τους ήταν 700 άτομα[9]. Η συνεχιζόμενη αντίσταση στη διάλυση των συνόρων οδήγησε στην έναρξη μιας εκστρατείας το 1582-84, που διοργανώθηκε και χρηματοδοτήθηκε από τους Στρογκάνοφ και με επικεφαλής τον αρχηγό των Κοζάκων Γερμάκ Τιμοφέιβιτς, που ξεκίνησε με την καταστροφή μιας πολεμικής ομάδας Μάνσι, που είχε εισβάλει στο έδαφος των Ρώσων εποίκων και έληξε ως τιμωρητική εκστρατεία εναντίον των Μάνσι του Πελύμ και του συμμάχου τους, του Χανάτου της Σιβηρίας. Σε ορισμένες πηγές, ο Άλαχ, ο πρίγκιπας της Κοντίας, χαρακτηρίζεται ως σημαντικός σύμμαχος του Χαν της Σιβηρίας Κουτσούμ.

Το 1592, ξεκίνησε μια άλλη ρωσική εκστρατεία κατά των Μάνσι του Πελύμ. Τελείωσε το 1593. Παρόλο που τον επόμενο χρόνο, το πριγκιπάτο του Πελύμ υπέστη την απώλεια των εδαφών του στον ποταμό Κόντα, οι Μάνσι δεν εγκατέλειψαν την αντίσταση. Το 1599, για άλλη μια φορά έφεραν "πόλεμο, κλοπή και προδοσία" στις όχθες του ποταμού Τσουσοβάγια και του ποταμού Κούρια και λεηλάτησαν εκεί τους ρωσικούς οικισμούς[10].

Τον 18ο αιώνα, οι διάδοχοι των Πριγκιπάτων του Πελύμ και του Κόντα, πρίγκιπες Βασίλι και Φιόντορ, ζούσαν στο Πελύμ. Εκρωσίστηκαν και ανέλαβαν διάφορα καθήκοντα για την τσαρική κυβέρνηση. Οι Μάνσι, ωστόσο, ακόμα τους θεωρούσαν άρχοντές τους.

Ούγγροι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετανάστευση των Ούγγρων από τη σημερινή Ρωσία

Η Γιούγκρα και τα περίχωρά της προς τα νότια θεωρούνται ο τόπος καταγωγής των Ούγγρων. Μία υπόθεση λέει ότι το όνομα Ουγγαρία είναι μια εκδοχή της ονομασίας Γιούγκρα (οι Ούγγροι ήταν επίσης γνωστοί σε πολλές γλώσσες ως Ugri και εξακολουθούν να είναι γνωστοί με αυτό το όνομα στα ουκρανικά).

Η ουγγρική γλώσσα είναι επίσης ο πλησιέστερος γλωσσικός συγγενής των γλωσσών χάντι και μάνσι. Πιστεύεται ότι οι Ούγγροι μετακόμισαν δυτικά από τη Γιούγκρα, εγκαταστάθηκαν πρώτα στη δυτική πλευρά των Ουραλίων, στην περιοχή που είναι γνωστή ως Magna Hungaria. Στη συνέχεια μετακόμισαν στην περιοχή της Λεβεδίας[11] (σημερινή ανατολική Ουκρανία), στη συνέχεια στην περιοχή του Ετέλ-Κουζού[11] (σημερινή δυτική Ουκρανία), φτάνοντας τελικά στην Καρπάθια λεκάνη τον 9ο αιώνα.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Introduction into the Latin epigraphy (Введение в латинскую эпиграфику).
  2. Karjalainen 1918: 243-245, Shestalov 1987: 347.
  3. Bahrushin 1955,2: 146
  4. Bahrushin 1955, 2: 147
  5. Bahrushin 1955,1: 86
  6. Bahrushin 1955,1: 75
  7. Bahrushin 1955,2: 113
  8. Bahrushin 1955,1: 76–77
  9. Bahrushin 1955,1: 99; 2: 144
  10. Bahrushin, 2: 143–144
  11. 11,0 11,1 Karatay, Osman. (2014). Etelkoz: Some New Ideas on the Identification of the Proto-Hungarian Homelands. Belleten. 78. 41-91.