Ριφιφί

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ριφιφί
Σκηνοθεσία Ζυλ Ντασέν
Σενάριο Ζυλ Ντασέν, Auguste Le Breton και René Wheeler
Πρωταγωνιστές Jean Servais, Carl Möhner, Ζυλ Ντασέν, Ρομπέρ Χοσεΐν, Μαγκαλί Νοέλ, Janine Darcey, Alain Bouvette, André Dalibert, Claude Sylvain, Daniel Mendaille, Dominique Collignon-Maurin, Émile Genevois, Fernand Sardou, Jacques David, Jean Bellanger, Lita Recio, Marcel Lesieur, Marcel Lupovici, Marcel Rouzé, Marcelle Hainia, Marie Sabouret, Maryse Paillet, Moustache, Pierre Grasset, René Hell, Robert Manuel και Teddy Bilis
Μουσική Georges Auric
Φωτογραφία Philippe Agostini
Εταιρεία παραγωγής Pathé
Πρώτη προβολή 1955
Διάρκεια 115 λεπτό
Προέλευση Γαλλία
Γλώσσα Ιταλικά και Γαλλικά

Η ταινία Ριφιφί (Γαλλικός τίτλος: Du rififi chez les hommes) (1955) σε σκηνοθεσία του Ζυλ Ντασέν, είναι μια γαλλική νουάρ ταινία που βασίστηκε στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Auguste le Breton's. Η διάρκεια της ταινίας είναι 115 λεπτά.

Τέσσερις κακοποιοί και φίλοι, τους οποίους υποδύονται ο Ζαν Σερβέ, ο Καρλ Μένερ, ο Ρομπέρτ Μανουέλ και ο ίδιος ο Ντασέν αποφασίζουν να διαρρήξουν ένα κοσμηματοπωλείο στο κέντρο του Παρισιού. Κλασική είναι η σκηνή της διάρρηξης, τριάντα περίπου λεπτών, στη διάρκεια της οποίας οι τέσσερις άνδρες δεν μιλούν καθόλου και η οποία έχει γυριστεί χωρίς καθόλου μουσική.

Έχοντας μπει από το 1950 στην Μαύρη Λίστα του Χόλυγουντ και έτσι μη μπορώντας να βρει δουλειά ο Ντασέν κατέφυγε στη Γαλλία όπου γύρισε το Ριφιφί. Με την ταινία αυτή ο Ντασέν κέρδισε, την ίδια χρονιά, το Βραβείο Καλύτερης Σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών.

Πλοκή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Τονί Στεφανουά (Ζαν Σερβέ) βγαίνει από τη φυλακή αφού έχει εκτίσει ποινή πέντε χρόνων. Ο Τζο (Καρλ Μένερ) (του οποίου τον γιό έχει βαφτίσει ο Στεφανουά) του προτείνει να διαρρήξουν, με τη βοήθεια και ενός Ιταλού φίλου του, του Μάριο, ένα κοσμηματοπωλείο στο κέντρο του Παρισιού. Ο Τονί αρχικά αρνείται να συμμετάσχει στη διάρρηξη. Το ίδιο βράδυ συναντά στο κλάμπ του Πιερ Γκρούτερ την παλιά ερωμένη του, την Μαντώ, η οποία μετά τη σύλληψη και τη φυλάκιση του Τονί τα έφτιαξε με το Γκρούτερ. Φεύγουν μαζί από το κλαμπ και πάνε στο σπίτι του Τονί όπου εκείνος τη χτυπά βάναυσα για να την εκδικηθεί που τον εγκατέλειψε. Την επομένη συναντά τον Τζο και τον Μάριο και τους λέει πως άλλαξε γνώμη και θα συμμετάσχει στη διάρρηξη μόνο όμως εφόσον γίνει σύμφωνα με το δικό του σχέδιο. Στόχος τους είναι πλέον το χρηματοκιβώτιο και όχι τα κοσμήματα στη βιτρίνα. Ο Μάριο τους φέρνει σε επαφή με έναν συμπατριώτη του, τον Σέζαρ (Ζυλ Ντασέν) που είναι ειδικός στα χρηματοκιβώτια. Οι τέσσερις τους, αφού βρίσκουν τον τρόπο να αχρηστεύσουν το σύστημα συναγερμού, μπαίνουν στο κοσμηματοπωλείο ανοίγοντας μια τρύπα στην οροφή. Η διάρρηξη ξεκινά το βράδυ της Κυριακής και ολοκληρώνεται επιτυχώς τα ξημερώματα της Δευτέρας.

Μετά τη διάρρηξη ο Σέζαρ, εν αγνοία τόσο του Τονί όσο και του Τζο και παρά τις προειδοποιήσεις τους, χάρισε ένα πανάκριβο δαχτυλίδι, από τα κλοπιμαία, στην Βίβιαν η οποία τραγουδούσε στο κλαμπ του Γκρούτερ. Ο τελευταίος βλέπει τα σημάδια στην πλάτη της Μαντώ, από το ξυλοδαρμό της από το Τονί και η Μαντώ του λέει πως αποφάσισε να διαλύσει τη σχέση τους. Τότε ο Γκρούτερ, αφού δίνει ναρκωτικά στον αδερφό του, του δίνει εντολή να σκοτώσει τον Τονί. Όταν όμως βλέπει το δαχτυλίδι της Βίβιαν και μαθαίνει ποιος της το έδωσε καταλαβαίνει ότι ο Στεφανουά ήταν αναμεμειγμένος στη διάρρηξη και λέει στον αδερφό του να μην το σκοτώσει, καθώς πλέον το χρειάζεται ζωντανό για να του πάρει τα κλοπιμαία. Προκειμένου να μάθει περισσότερα πιάνει τον Σέζαρ ο οποίος φοβούμενος την αντίδραση του Γκρούτερ, καρφώνει τον Μάριο, στο σπίτι του οποίου βρίσκονται τα κλοπιμαία. Ο Γκρούτερ, με τα αδέρφια του, πηγαίνει στο σπίτι του Μάριο, τον σκοτώνει, όπως και τη φίλη του, όταν προσπαθούν να αποτρέψουν τον Τονί να πάει εκεί αλλά δεν βρίσκουν τα κλοπιμαία. Μετά το θάνατο του Μάριο ο Τονί πάει στο κλαμπ, ψάχνοντας τον Γκρούτερ και βρίσκει δεμένο τον Σέζαρ, ο οποίος ομολογεί ότι αυτός έδωσε τον συμπατριώτη του στον Γκρούτερ και ο Τονί τον σκοτώνει.

Τελικά ο Γκρούτερ και τα αδέρφια του απαγάγουν τον πεντάχρονο γιό του Τζο για να τον εκβιάσουν προκειμένου να τους δώσει τα κλοπιμαία. Στο μεταξύ ο Τζο και ο Τονί έχουν δώσει τα κλεμμένα χρυσαφικά σε έναν γνωστό τους στο Λονδίνο και περιμένουν να τους φέρει τα χρήματα. Ο Τζο αποφασίζει, όταν θα πάρει τα λεφτά, να τα δώσει στους απαγωγείς όμως ο Στεφανουά προσπαθεί να τον αποτρέψει, λέγοντάς του ότι αν πάρουν τα χρήματα ο Γκρούτερ και τα αδέρφια του δε θα διστάσουν να σκοτώσουν τον μικρό. Στη συνέχεια, με τη βοήθεια της Μαντώ, μαθαίνει ότι το πιθανότερο είναι το παιδί να βρίσκεται σε μια εξοχική κατοικία που έχτιζε ο Γκρούτερ. Πηγαίνει εκεί, σκοτώνει τα αδέρφια του Γκρούτερ και απελευθερώνει το παιδί. Γυρίζοντας στο Παρίσι, σταματά σε ένα μπαρ για να τηλεφωνήσει στον Τζο και να του πει πως το παιδί είναι καλά αλλά μαθαίνει ότι εκείνος, που στο μεταξύ είχε πάρει τα χρήματα, κατευθύνεται, ύστερα από τηλεφώνημα του Γκρούτερ, στο εξοχικό. Επιστρέφει εκεί αλλά ο Γκρούτερ έχει σκοτώσει ήδη το Τζο. Ο Στεφανουά καταφέρνει να σκοτώσει τον Γκρούτερ, μολονότι ο τελευταίος είχε προλάβει να τον τραυματίσει, παίρνει τα λεφτά και φεύγει προκειμένου να επιστρέψει το παιδί στην μητέρα του. Φτάνοντας στο σπίτι πεθαίνει πάνω στο τιμόνι ενώ η γυναίκα του Τζο τρέχει και παίρνει το παιδί. Ένας αστυνομικός καθώς και κόσμος από τη γειτονιά πλησιάζουν στο αυτοκίνητο και ανακαλύπτουν τη βαλίτσα με τα χρήματα.


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Rififi της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).