Ρηνιώ Παπανικόλα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση


Ρηνιώ Παπανικόλα
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση15  Ιουλίου 1936
Μυτιλήνη
Θάνατος24  Φεβρουαρίου 2001
Αθήνα
Χώρα πολιτογράφησηςΕλλάδα
Εκπαίδευση και γλώσσες
ΣπουδέςΕθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
Θέατρο Τέχνης - Κάρολος Κουν
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταραδιοφωνική παραγωγός
σχεδιαστής ήχων

Η Ρηνιώ Παπανικόλα (Μυτιλήνη, 15 Ιουλίου 1936Αθήνα, 24 Φεβρουαρίου 2001) ήταν Ελληνίδα ραδιοφωνική παραγωγός.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ρηνιώ Παπανικόλα, κόρη του Στρατή και της Άννας, γεννήθηκε στις 15 Ιουλίου του 1936 στη Μυτιλήνη. Εκεί έζησε μια ευτυχισμένη παιδική ηλικία σε ένα σπίτι-πνευματικό κέντρο, καθώς ο πατέρας της, λογοτέχνης, δημοσιογράφος και εκδότης της σατιρικής και λαογραφικής εφημερίδας Τρίβολος, υπήρξε από τους πρωτεργάτες της Λεσβιακής Άνοιξης. Ήρθε στην Αθήνα για το γυμνάσιο, τελείωσε το Κολλέγιο στο Ελληνικό, πέρασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστήμιο Αθηνών, αλλά έδωσε εξετάσεις και στο Θέατρο Τέχνης και προτίμησε τη δραματική σχολή του Κουν. Συμμαθήτρια με τον Κώστα Καζάκο και τον Πέτρο Φυσσούν, αποτελούσε μαζί τους μιαν αχώριστη τριάδα.

Παράλληλα, έπιασε δουλειά στο βιβλιοπωλείο του εκδοτικού και δισκογραφικού οίκου Ίκαρος, όπου και γνώρισε τον για πέντε χρόνια σύζυγο της, Δημήτρη Θεμελή. Μαζί απέκτησαν μια κόρη, την Άννα Θεμελή, και μαζί έφτιαξαν τον «Κύκλο», δισκάδικο και σημείο συνάντησης ανθρώπων της μουσικής και γενικότερα της πνευματικής ζωής στην Πλατεία Συντάγματος της Αθήνας.

Έμαθε ραδιόφωνο από τον Τζων Βεϊνόγλου. Οι πρώτες της εκπομπές στο ραδιόφωνο χρονολογούνται στις αρχές της δεκαετίας του '60. Έτσι παράλληλα με την ενασχόλησή της με τις πωλήσεις δίσκων, έκανε μουσικές επιμέλειες για το ραδιόφωνο, τη διαφήμιση και κυρίως για το θέατρο (μόνιμη συνεργάτις του δασκάλου της Καρόλου Κουν).

Με τη δικτατορία, ως φίλη του Μίκη Θεοδωράκη, συμμετείχε στην υπόθεση με το μαγνητόφωνο στο Σύνταγμα και έκρυψε τον συνθέτη στο σπίτι της. Τελικά, συνελήφθη μαζί με τη μητέρα της, κρατήθηκε για κάποιους μήνες, πέρασε από δίκη και αθωώθηκε (η μητέρα της καταδικάσθηκε σε πολύχρονη φυλάκιση για αντίσταση κατά της Αρχής). Μόλις αφέθηκε ελεύθερη, άνοιξε το δισκοπωλείο «Blow Up» στην Βουκουρεστίου, σημείο αναφοράς για μιαν ολόκληρη εποχή. Τέλη του 1973, έκλεισε «Blow Up» και ἀνοιξε το δισκοπωλείο «Ρηνιώ» στην οδό Βαλαωρίτου. Την ίδια περίοδο οργάνωσε συναυλίες ελληνικού τραγουδιού, κυρίως με τον Σταύρο Ξαρχάκο και τον Νίκο Ξυλούρη. Το 1976, έκλεισε το τελευταίο μαγαζί για να ασχοληθεί κατόπιν κυρίως με το ραδιόφωνο και τις μουσικές επιμέλειες.

Ραδιοφωνικές παραγωγές και μουσικές επιμέλειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο ραδιόφωνο καταπιάστηκε με όλα τα είδη της μουσικής. Έχοντας περάσει από το Πρώτο και Δεύτερο Πρόγραμμα, ξεκίνησε μια ρηξικέλευθη συνεργασία με το Τρίτο Πρόγραμμα του Μάνου Χατζιδάκι, φτιάχνοντας εκπομπές όπου τα πάντα ταίριαζαν με τα πάντα. Αφετηρία υπήρξε η εκπομπή-ορόσημο «Το αλάτι της γης», όπου συνυπήρχαν όλα τα είδη μουσικής και ακούγονταν νέοι, άγνωστοι μέχρι τότε Έλληνες συνθέτες.

Η Ρηνιώ Παπανικόλα εμπρός και στο μἐσο παρέας στο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου, στην Θεσσαλονίκη το 1981. Πίσω της δεξιά, ο σκηνοθέτης Στάθης Κατσαρός.

Συνέχισε μέχρι τέλους να καλλιεργεί ένα ιδιότυπο στιλ ποικίλων εκπομπών λόγου και μουσικής. Κατ' εξοχήν παραγωγός και παρουσιάστρια εκπομπών συνύπαρξης αυτών των δύο στοιχείων, με άξονες αφενός την ποίηση και αφετέρου τη λαογραφία. Ειδικά για τη λαογραφία, δημιούργησε τις εκπομπές «Το ελληνικό παραμύθι» στο Τρίτο Πρόγραμμα, ένα ταξίδι στη λαϊκή μυθοπλασία ντυμένο με γνωστά και άγνωστα δημοτικά τραγούδια, και «Το γλυκό του κουταλιού», ένα δικής της έμπνευσης μείγμα από λαογραφικά στοιχεία, πρώτα στην κρατική ραδιοφωνία και στη συνέχεια στον σταθμό 902 Αριστερά. Στο Τρίτο είχε την ευκαιρία να παραγγέλλει η ίδια πρωτότυπο μουσικό υλικό σε διάφορους συνθέτες, ειδικά ηχογραφημένο για τις εκπομπές της.

Έχει δημιουργήσει και παρουσιάσει αρκετούς κύκλους μουσικών εκπομπών για την κρατική τηλεόραση, προβάλλοντας πολλά από τα καθιερωμένα πρόσωπα του ελληνικού τραγουδιού, δίνοντας έμφαση στην καινούργια παραγωγή, αλλά και σημαντικούς νέους μουσικούς στα πρώτα τους βήματα.

Συνέχισε να κάνει ένα μεγάλο αριθμό από μουσικές επιμέλειες για θέατρο. Εκτός από τον Κάρολο Κουν, έχει επίσης συνεργαστεί με τον Γιώργο Λαζάνη, τον Μίμη Κουγιουμτζή και τον Γιώργο Αρμένη στο Θέατρο Τέχνης, αλλά και με την Τζένη Καρέζη και τον Κώστα Καζάκο, την Αλίκη Βουγιουκλάκη, τον Γιώργο Μιχαηλίδη, τον Μίνωα Βολανάκη κ.ά. και επεξέτεινε αυτή της τη δραστηριότητα στην τηλεόραση, σε εικαστικές εκθέσεις, καθώς και στον κινηματογράφο. Στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης του 1981 απέσπασε ειδικό βραβείο Μουσικής Επιμέλειας, που έχει απονεμηθεί μόνο εκείνη τη χρονιά σε ολόκληρη την ιστορία του θεσμού, για την ταινία του Στάθη Κατσαρού Πετροχημικά, οι καθεδρικές της ερήμου. Τελευταία της δουλειά, σε συνεργασία με την κόρη της, ήταν το τρίωρο ντοκυμαντέρ της Μαίρης Κουτσούρη για το ανακαινισμένο Μουσείο Μπενάκη.

Έγινε πολύ γνωστή και περιζήτητη για τη χαρακτηριστική χροιά της φωνής της. Εκτός από τις δικές της εκπομπές, έχει σπικάρει ένα πλήθος από τηλεοπτικές, δισκογραφικές και κινηματογραφικές παραγωγές, με αποκορύφωμα τις επίσης βραβευμένες Δίκες της Χούντας του Θεοδόση Θεοδόσοπουλου.

Άλλα έργα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1996 κυκλοφόρησε το μοναδικό της βιβλίο, η ποιητική συλλογή Μπλε, που αμέσως εξαντλήθηκε. Ποιήματα από την συλλογή Μπλε μελωποιήθηκαν από τον Μιχάλη Γρηγορίου και κυκλοφόρησαν σε δίσκο το 2003.

Το 2000 έγραφε στο περιοδικό Μελωδία κριτική, συνεντεύξεις και την αυτοβιογραφία της, που δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει, με τίτλο «Ιστορίες από την ζωή των δίσκων».

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]