Πολύμερος Μοσχοβίτης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ο Πολύμερος Μοσχοβίτης (1892 - 1950) ήταν Έλληνας στρατιωτικός, αιχμάλωτος στη Μικρά Ασία, πολεμικός ανταποκριτής και δημοσιογράφος.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στον Βόλο το 1892. Στα νεανικά του χρόνια έλαβε μέρος ως εθελοντής οπλίτης στους Βαλκανικούς Πολέμους. Αποφοίτησε από τη Σχολή Ευελπίδων το 1916 μαζί με τους Σοφοκλή Βενιζέλο, Ναπολέων Ζέρβα, Θρασύβουλο Τσακαλώτο και Χριστόδουλο Τσιγάντε. Υποστήριξε το Κίνημα της Θεσσαλονίκης(Εθνικής Αμύνης) και το Κόμμα Φιλελευθέρων του Ελευθέριου Βενιζέλου. Πήρε μέρος στην Μικρασιατική Εκστρατεία ως αξιωματικός του πυροβολικού (11η Μεραρχία)[1] όπου διακρίθηκε για τις διοικητικές ικανότητες του και τιμήθηκε πολλαπλώς. Κατά την κατάρρευση του μετώπου τον Άυγουστο του 1922 συνελήφθη στα Μουδανιά αιχμάλωτος και παρέμεινε κρατούμενος για ενάμιση χρόνο στην Ανατολική Τουρκία.

Το 1925 συμμετείχε στην πενταμελή επιτροπή, που διαπραγματεύτηκε, ως εκπρόσωπος της Ελληνικής Κυβέρνησης, την παραλαβή των πυροβόλων Σνάιντερ (Schneider), στη Χάβρη της Γαλλίας. Άριστος γνώστης γαλλικών και μαθηματικών, πέτυχε να αποσπάσει από τους Γάλλους φόρμουλα γόμωσης υψηλού βεληνεκούς, η οποία έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην επιτυχή έκβαση του Ελληνοϊταλικού Πολέμου το 1941. Παραιτήθηκε από το στράτευμα το 1929 με το βαθμό του Ταγματάρχη και ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία, αρθρογραφώντας σε εφημερίδες. Μεταξύ άλλων, συνεργάστηκε με τις εφημερίδες Βραδυνή, Νέοι Καιροί, Ελεύθερη Γνώμη και Ελληνικό Μέλλον.

Την 1η Μαρτίου 1935 υποστήριξε το βενιζελικό κίνημα/πραξικόπημα του Γεωργίου Κονδύλη και για το λόγο αυτό καταδικάστηκε από έκτακτο Στρατοδικείο στις 31 Μαρτίου σε θάνατο. Διέφυγε της σύλληψης και αυτοεξορίστηκε στη Νάπολη της Ιταλίας. Επέστρεψε στην Ελλάδα μετά από έξι μήνες αφού είχε δοθεί γενικευμένη χάρη με την παλινόρθωση της βασιλευομένης δημοκρατίας(Νοέμβριος 1935).

Όταν ξέσπασε ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος εστάλη ως πολεμικός ανταποκριτής στο μέτωπο του 1940 στη Γαλλία και το χειμώνα του 1940 – 41 στην Αλβανία.

Τον Απρίλιο του 1941 με την κατάληψη της Αθήνας από τους Γερμανούς κατέφυγε στην Αίγυπτο το 1941. Λόγω της φιλίας του με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, εξορίστηκε από τους Άγγλους στην Ινδία. Και πάλι διέφυγε κι έφτασε στις ΗΠΑ, όπου εγκαταστάθηκε στην Νέα Υόρκη. Εκεί εξέδιδε για τρία χρόνια(περιπου 1942-1945) την εβδομαδιαία εφημερίδα «Ελεύθερος Τύπος». Κατά την απουσία του και κατόπιν εντολής του, το σπίτι του στην Πλατεία Κουμουνδούρου χρησιμοποιήθηκε από την αντίσταση, όπου σε καθημερινή βάση ο Αθανάσιος Τσαλδάρης και ο Ι. Ζαχαράκης ενημερώνονταν κρυφά μέσω ραδιοφώνου από την εκπομπή του BBC. Έλαβε μέρος στις εκλογές 1946 ως υποψήφιος βουλευτής Α΄ Αθηνών με τον Συνδυασμό Εθνικού Κόμματος Ελλάδος, του Ναπολέοντα Ζέρβα. Το 1948 – 49 διετέλεσε άτυπος σύμβουλος του Στρατηγού Στυλιανού Κιτριλάκη, ο οποίος ανέλαβε διοικητής του Β' Σώματος Στρατού και πήρε μέρος στην επιχείρηση στο Γράμμο ως πολεμικός ανταποκριτής.

Ήταν παντρεμένος με την Αικατερίνη Κατριμουστάκη και είχε έναν γιο, τον Ιάσονα.

Τιμήθηκε μεταξύ άλλων με το παράσημο "Λεγεώνα της Τιμής επί Στρατιωτικού Σκοπού" (Légion d'honneur à titre militaire) της Γαλλικής Δημοκρατίας.

Πέθανε το 1950.

Μετά θάνατον, το 2010 βραβεύτηκε από τον ΕΔΟΕΑΠ για την προσφορά του ως πολεμικός ανταποκριτής στον πόλεμο του ’40.

Το όνομά του δόθηκε σε δρόμο στα προσφυγικά της Λ. Αλεξάνδρας.

Έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συνέγραψε λεπτομερώς και με ντοκουμέντα την Μικρασιατική Εκστρατεία και τις εμπειρίες του ως αιχμάλωτος σε καθημερινό χρονογράφημα του αρχικά στο Έθνος και εν συνεχεία στα Αθηναϊκά Νέα από τις 19 Δεκεμβρίου 1932 ως τις 2 Απριλίου 1933, με τίτλο: «Πως διελύθη ο στρατός που νικούσε 10 χρόνια». Τα άρθρα του δημοσιεύτηκαν σε βιβλίο με τίτλο "Αιχμάλωτος στη Μ.Ασία" από την εφημερίδα τα Νέα το 2018.[2]

Απόσπασμα από άρθρο του[1][Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

"Οπωσδήποτε επί τέλους, τα χαράματα της 19ης προς την 20η  Αυγούστου 1922 εξεκολλήσαμε. Περάσαμε από το Παρσάκ έξω από το Εσκή Σεχήρ (Δορύλαιο), του οποίου ο σταθμός και η γύρω συνοικία εφλέγοντο.

Η καταστροφή του σταθμού και η ανατίναξις των εργοστασίων εγκαταστάσεως των μηχανημάτων είχεν αρχίσει από της 1 και 30’ το πρωί και διήρκησεν έως τας 5. Δεν έμεινε τίποτα. Μερικά σπίτια τριγύρω, όπως ήταν φυσικόν, επήραν φωτιά από τα γειτονικά κτίρια τα οποία είχον εμπρησθεί και φυσικά η φωτιά μετεδόθη τόσω μάλλον καθ’ όσον αρκετά υλικά εχρειάσθη να καταστραφούν δια του πυρός δια να μην απομείνουν εις τα χέρια του εχθρού.

Μετά την αποχώρησιν και του τελευταίου μας τμήματος οι Τούρκοι της πόλεως έβαλαν φωτιά εις τα περί τον σταθμόν άλλα σπίτια – Χριστιανοί, Έλληνες και Αρμένιοι εκάθηντο ως επί το πλείστον εκεί- και έτσι η συνοικία ολόκληρος ηρειπώθη. Ήτο άλλωστε η μόνη συνοικία του Εσκή Σεχήρ που εκάη. Έχω αντίληψιν προσωπικήν του πράγματος διότι από Εσκή Σεχήρ ηθέλησεν η μοίρα να ξαναπεράσω, μετά δύο μήνες, αιχμάλωτος. Επομένως είδα τις καταστροφές που είχαν γίνει, τις είδα και βεβαιώ με τον πιο ρητόν τρόπο πως εκ της πόλεως αυτής μόνον η περί τον σταθμόν συνοικία εκάη, εμπρησθείσα δια λόγους στρατιωτικούς, επιτακτικούς και απολύτως αναντίρρητους- λόγους υψίστου ασφαλείας των υποχωρούντων στρατευμάτων. Κανείς στρατός του κόσμου δεν θα ενεργούσε άλλως. Και οι Τούρκοι θα έπραττον το ίδιο και μάλιστα τόσον καλά όσον οιοσδήποτε.

Ειδικώς, λοιπόν, δια το Εσκή Σεχήρ, επαναλαμβάνω ότι είδα μόνος μου, με τα μάτια μου, τις καταστροφές που έκαμεν, όπως ήτο αναγκασμένος, ο ελληνικός στρατός φεύγων.

 Εκεί, εις το Εσκή Σεχήρ άλλως τε οι Τούρκοι, όχι μόνον με την ανοχή αλλά και την προτροπήν των αρχών και της συνοδείας μας, επετέθησαν εναντίον της φάλαγγος των αιχμαλώτων, κατέσφαξαν στρατιώτας, ητίμασαν τα άσπρα μαλλιά του στρατηγού Κλαδά, εφόνευσαν, συντρίβωντας τα κεφάλια τους, υπερσαράντα αξιωματικούς αιχμαλώτους, εμαχαίρωσαν με στιλέτο εις την ωμοπλάτη (πώς εγλύτωσεν από το φοβερόν εκείνο τραύμα;) τον λοχαγόν Αργυρίου, τον έφεδρον ανθυπίατρον Φουστάνον από την Σύρον, τον υπολοχαγόν, τότε, του πυροβολικού Παναγόπουλον Δ. και με μιαν ξιφολόγχην Λέμπελ (λιμαρισμένην εις την ράχην ώστε να αποβεί πριόνι από τη μία μεριά, ούσα ξυράφι από την άλλη) κάτω από τον υπεζωκότα, τον υποφαινόμενον – χωρίς να λογαριάσω τον Κοσμόπουλο, τον Ασημάκη, τον λοχία Νάλτσα από την Θεσσαλονίκη και τόσους άλλους. Αλλά δια όλα αυτά «απαγορεύεται η κουβέντα». Η υπερευέξαπτος τουρκική φιλοτιμία δεν το επιτρέπει και η ελληνοτουρκική …φιλία, μημουαπτική σαν να ήτο από φαρφουρί, θα εκινδύνευεν αν ελέγετο η αλήθεια ολόκληρη. Όθεν ας την βάλωμεν αυτήν την κακομοίρα την αλήθεια πάλι εις το ντουλάπι(…)"

*φαρφουρί=πορσελάνη (λέξη περσικής προέλευσης)

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βίντεο https://www.youtube.com/watch?v=HEnQCCZITh0