Πολυδάμας ο Θεσσαλός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Πολυδάμας ο Θεσσαλός γιος του Νικία, ήταν αρχαίος αθλητής και Ολυμπιονίκης στο παγκράτιο το 408 π.Χ. [1] από τη Θεσσαλική πόλη Σκοτούσσα. Φημιζόταν για τη δύναμη του ενώ, κατά τον Παυσανία, ήταν ο πιο μεγαλόσωμος άνθρωπος που έζησε ποτέ.[2]

Η φήμη του δεν οφείλονταν μόνο στην νίκη του στο Παγκράτιο αλλά και σε διηγήσεις όπως η σύλληψη χωρίς όπλα ενός ζωντανού λιονταριού πάνω στον Όλυμπο,[3] ότι μπήκε σε ένα κοπάδι βοοειδών, άρπαξε τον αγριότερο και μεγαλύτερο ταύρο από τα πίσω πόδια και τον κρατούσε από τις οπλές, οι οποίες του έμειναν στα χέρια όταν το ζώο διέφυγε, ότι έπιασε με το ένα του χέρι ένα άρμα που έτρεχε πολύ γρήγορα και το σταμάτησε. [4]

Κάποτε ο Πολυδάμας προσκλήθηκε από τον βασιλιά των Περσών Δαρείο τον Νόθο, που ήθελε να πεισθεί αν η φήμη του ήταν δικαιολογημένη ή όχι. Εκεί, στα Σούσα, ο Πολυδάμας μονομάχησε με τρεις άνδρες ταυτοχρόνως, τρεις από τους «Αθανάτους», και τους σκότωσε.[5] Η μόνη παράδοση που αναφέρεται σε ήττα του σχετίζεται με τη συμμετοχή του σε Ολυμπιακούς Αγώνες για δεύτερη φορά, οπότε έχασε σε έναν αγώνα από τον Πρόμαχο, αλλά οι Θεσσαλοί δεν δέχονταν αυτή την παράδοση.[6]

Για τον θάνατό του αναφέρεται ότι όταν ράγισε η οροφή ενός σπηλαίου μέσα στο οποίο βρισκόταν ο Πολυδάμας πίνοντας με φίλους του, ενώ οι φίλοι του έφυγαν, εκείνος, νομίζοντας ότι μπορεί να συγκρατήσει με τα χέρια του τους βράχους, καταπλακώθηκε και πέθανε.[7]

Σύμφωνα με τον Παυσανία, στην Ολυμπία υπήρχε χάλκινος ανδριάντας του Πολυδάμαντα. Ήταν έργο του Λυσίππου βορειοδυτικά του επιβλητικού ναού και επάνω σε υψηλό βάθρο έφερε επιγραφές και ανάγλυφες παραστάσεις των άθλων του Πολυδάμαντα.[2][5] Από το βάθρο σώζονται δύο κομμάτια στις τρεις πλευρές των οποίων διακρίνονται ανάγλυφες παραστάσεις από την πάλη του στην αυλή του Δαρείου και από το δάμασμα του λιονταριού.[8]

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Βάση δεδομένων αρχαίων Ολυμπιονικών στην ιστοσελίδα του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού
  2. 2,0 2,1 Παυσανίας, (Ηλιακών Β 5.1): «ὁ δὲ ἐπὶ τῷ βάθρῳ τῷ ὑψηλᾷ Λυσίππου μέν ἐστιν ἔργον, μέγιστος δὲ ἁπάντων ἐγένετο ἀνθρώπων πλὴν τῶν ἡρώων καλουμένων καὶ εἰ δή τι ἄλλο ἦν πρὸ τῶν ἡρώων θνητὸν γένος: ἀνθρώπων δὲ τῶν καθ' ἡμᾶς οὗτός ἐστιν ὁ μέγιστος Πουλυδάμας Νικίου»
  3. Παυσανίας, (Ηλιακών Β 5.5): «οὗτοι πολλάκις οἱ λέοντες καὶ ἐς τὴν περὶ τὸν Ὄλυμπον πλανῶνται χώραν: τούτου δὲ τοῦ ὄρους ἡ μὲν ἐς Μακεδονίαν πλευρά, ἡ δὲ ἐπὶ Θεσσαλοὺς καὶ τὸν ποταμὸν τέτραπται τὸν Πηνειόν: ἐνταῦθα ὁ Πουλυδάμας λέοντα ἐν τῷ Ὀλύμπῳ, μέγα καὶ ἄλκιμον θηρίον, κατειργάσατο οὐδενὶ ἐσκευασμένος ὅπλῳ. προήχθη δὲ ἐς τὸ τόλμημα φιλοτιμίᾳ πρὸς τὰ Ἡρακλέους ἔργα, ὅτι καὶ Ἡρακλέα ἔχει λόγος κρατῆσαι τοῦ ἐν Νεμέᾳ λέοντος.»
  4. Παυσανίας, (Ηλιακών Β 5.6): «ἕτερον δὲ ἐπὶ τούτῳ θαῦμα ὑπελίπετο ὁ Πουλυδάμας ἐς μνήμην: ἐς ἀγέλην ἐσελθὼν βοῶν τὸν μέγιστον καὶ ἀγριώτατον ταῦρον λαβὼν τοῦ ἑτέρου τῶν ὄπισθεν ποδῶν τὰς χηλὰς κατεῖχεν ἄκρας, καὶ πηδῶντα καὶ ἐπειγόμενον οὐκ ἀνίει, πρίν γε δὴ ὁ ταῦρος ὀψέ ποτε καὶ ἐς ἅπαν ἀφικόμενος βίας ἀπέφυγεν ἀφεὶς ταύτῃ τῷ Πουλυδάμαντι τὰς χηλάς. λέγεται δὲ καὶ ὡς ἄνδρα ἡνίοχον ἐλαύνοντα σπουδῇ τὸ ἅρμα ἐπέσχε τοῦ πρόσω: λαβόμενος γὰρ τῇ ἑτέρᾳ τῶν χειρῶν ὄπισθε τοῦ ἅρματος, ὁμοῦ καὶ τοὺς ἵππους πεδήσας καὶ τὸν ἡνίοχον εἶχε.»
  5. 5,0 5,1 Παυσανίας, (Ηλιακών Β 5.7): «Δαρεῖος δὲ Ἀρταξέρξου παῖς νόθος, ὃς ὁμοῦ τῷ Περσῶν [καὶ] δήμῳ Σόγδιον καταπαύσας παῖδα Ἀρταξέρξου γνήσιον ἔσχεν ἀντ' ἐκείνου τὴν ἀρχήν, οὗτος ὡς ἐβασίλευσεν ὁ Δαρεῖος--ἐπυνθάνετο γὰρ τοῦ Πουλυδάμαντος τὰ ἔργα--, πέμπων ἀγγέλους ὑπισχνούμενος δῶρα ἀνέπεισεν αὐτὸν ἐς Σοῦσά τε καὶ ἐς ὄψιν ἀφικέσθαι τὴν αὑτοῦ. ἔνθα δὴ κατὰ πρόκλησιν Περσῶν ἄνδρας τῶν καλουμένων ἀθανάτων ἀριθμὸν τρεῖς ἀθρόους οἱ μονομαχήσαντας ἀπέκτεινεν. ἔργων δὲ τῶν κατειλεγμένων οἱ τὰ μὲν ἐπὶ τῷ βάθρῳ τοῦ ἀνδριάντος ἐν Ὀλυμπίᾳ, τὰ δὲ καὶ δηλούμενά ἐστιν ὑπὸ τοῦ ἐπιγράμματος.»
  6. Παυσανίας, (Αχαϊκά 27.6): λέγεται δὲ καὶ ὡς Κορινθίου συνεστῶτος πολέμου Πελληνεῦσιν ἀποκτείνειεν ὁ Πρόμαχος πλείστους τῶν ἀντιτεταγμένων. λέγεται δὲ καὶ ὡς Πουλυδάμαντος τοῦ Σκοτουσσαίου κρατήσειεν ἐν Ὀλυμπίᾳ: τὸν δὲ Πουλυδάμαντα δεύτερα τότε ἐς τὸν ἀγῶνα ἀφῖχθαι τὸν Ὀλυμπικὸν παρὰ βασιλέως τοῦ Περσῶν ἀνασωθέντα οἴκαδε. Θεσσαλοὶ δὲ ἡσσηθῆναι Πουλυδάμαντα οὐχ ὁμολογοῦντες παρέχονται καὶ ἄλλα ἐς πίστιν καὶ ἐλεγεῖον ἐπὶ τῷ Πουλυδάμαντι: ὦ τροφὲ Πουλυδάμαντος ἀνικάτου Σκοτόεσσα. (Άγνωστον)
  7. Παυσανίας, (Ηλιακών Β 5.8-9): «8.ἔμελλε δὲ ἄρα τὸ ὑπὸ Ὁμήρου προθεσπισθὲν ἄλλους τε τῶν φρονησάντων ἐπὶ ἰσχύι καὶ Πουλυδάμαντα ἐπιλήψεσθαι, καὶ ὑπὸ τῆς αὑτοῦ ῥώμης ἔμελλεν ἀπολεῖσθαι καὶ οὗτος. ἐς σπήλαιον γὰρ οἵ τε ἄλλοι τῶν συμποτῶν καὶ ὁ Πουλυδάμας ἐσῆλθεν ὥρᾳ θέρους, καί πως οὐ κατά τινα ἀγαθὸν δαίμονα ἡ κορυφὴ τηνικαῦτα τοῦ σπηλαίου κατεῤῥήγνυτο, καὶ δῆλα ἦν ὡς αὐτίκα ἐμπεσεῖσθαι καὶ χρόνον οὐκ ἐπὶ πολὺν ἔμελλεν ἀνθέξειν: 9.γενομένης δὲ αἰσθήσεως τοῦ ἐπιόντος κακοῦ καὶ τρεπομένων ἐς φυγὴν τῶν λοιπῶν παρέστη καταμεῖναι τῷ Πουλυδάμαντι, καὶ ἀνέσχε τὰς χεῖρας ὡς ἐπιπίπτοντι ἀνθέξων τῷ σπηλαίῳ καὶ οὐ βιασθησόμενος ὑπὸ τοῦ ὄρους.»
  8. Μόνιμη έκθεση του Μουσείου της Ιστορίας των Ολυμπιακών Αγώνων της Αρχαιότητας - Βάθρο αγάλματος του Πολυδάμαντα Ιστοσελίδα Ελληνικού Υπουργείου πολιτισμού, (Αρχειοθετημένο από το WebCite® εδώ, ανακτήθηκε: 2009-01-24

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]