Πιότρ Βράνγκελ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Πιότρ Βράγγελ
Pyotr Wrangel 1920, painting.jpg
Γέννηση  ή 
Ζαρασάι ή Αγία Πετρούπολη
Θάνατος
Περιοχή των Βρυξελλών
Αιτία θανάτου δηλητηρίαση
Υπηκοότητα Ρωσική Αυτοκρατορία
Σπουδές Σχολή Ιππικού Νικολάου
Ιδιότητα αξιωματικός
Βραβεύσεις 3ος Βαθμός του Τάγματος του Αγίας Άννας, 4ος Βαθμός του Τάγματος του Αγίας Άννας, Τάξη του Αγίου Στανισλάβ, 2η κλάση, 4ος Βαθμός του Τάγματος του Αγίου Βλαδίμηρου, Order of Saint Stanislaus, 3rd class, 3ος Βαθμός του Τάγματος του Αγίου Βλαδίμηρου και Τάγμα του Αγίου Γεωργίου, 4η τάξη
Υπογραφή
Врангель Петр Ник. автограф 1920е.JPG

Ο Βαρώνος Πιότρ Νικολάγιεβιτς Βράνγκελ (Ρωσικά: Барон Пётр Никола́евич Вра́нгель, 27 Αυγούστου [15 Αυγούστου] 1878 – 25 Απριλίου 1928) ήταν αξιωματικός του Αυτοκρατορικού Ρωσικού Στρατού και αργότερα γενικός διοικητής του αντι-Μπολσεβίκικου Λευκού Στρατού στην Νότια Ρωσία στα τελευταία στάδια του Ρωσικού Εμφυλίου Πολέμου. Αφού η πλευρά του έχασε στον εμφύλιο πόλεμο το 1920, έφυγε από την Ρωσία και έγινε ένας από τους πιο σημαντικούς εξορίστους Λευκούς εμιγκρέδες.

Η ζωή του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Βράνγκελ γεννήθηκε στην Mukuliai, του Κυβερνείου Κόβνο στη Ρωσική Αυτοκρατορία (στη σημερινή δημοτική περιφέρεια Zarasai, της Λιθουανίας). Η οικογένεια Βράνγκελ ήταν της τοπικής αριστοκρατίας των Γερμανών της Βαλτικής, αλλά ο Πιότρ Νικολάγιεβιτς Βράνγκελ είχε μόνο μακρινή συγγένεια με τον φημισμένο εξερευνητή της Αρκτικής Φερδινάνδο φον Βράνγκελ.

Μετά την αποφοίτησή του από το Τεχνικό Λύκειο του Ροστόφ το 1896 και το Ινστιτούτο Μηχανολογίας Μεταλλείων στην Αγία Πετρούπολη το 1901, ο Βράνγκελ κατατάχτηκε ως εθελοντής στο διάσημο ιππικό των Αυτοκρατορικών Φρουρών και ονομάστηκε έφεδρος αξιωματικός το 1902, αφού αποφοίτησε από την Σχολή Ιππικού Νικολάεφ. Σύντομα παραιτήθηκε από το αξίωμά του, και ταξίδεψε στο Ιρκούτσκ, όπου του ανατέθηκαν ειδικές αποστολές από τον Γενικό Διοικητή.

Στην αρχή του Ρωσο-Ιαπωνικού Πολέμου το 1904, επιστρατεύτηκε και πάλι και τοποθετήθηκε στο 2ο Σύνταγμα του Σώματος Στρατού των Κοζάκων της Τρανσβαϊκάλης. Τον Δεκέμβριο του 1904, προήχθη στον βαθμό του υπολοχαγού. Αφού έληξε ο πόλεμος, τοποθετήθηκε εκ νέου στο 55ο Φινλανδικό Σύνταγμα Δραγόνων, το οποίο συμμετείχε στην τιμωρητική εκστρατεία υπό τον Στρατηγό Α. Ν. Ορλόφ στην περιοχή της Βαλτικής. Το 1907, επέστρεψε στο Σύνταγμα Ιππικού των Αυτοκρατορικών Φρουρών. Το 1908 νυμφεύτηκε την Όλγα Μιχαήλοβα Ιβανένκο στην Αγία Πετρούπολη, και απέκτησαν δύο γιούς και δύο κόρες.[1] Ο Βράνγκελ αποφοίτησε από την Αυτοκρατορική Ακαδημία του Γενικού Επιτελείου Νικόλαος το 1910 και την Σχολή Αξιωματικών Ιππικού το 1911.

Με την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Βράνγκελ προήχθη σε λοχαγό και του ανατέθηκε η διοίκηση μιας ίλης ιππικού. Στις 13 Οκτωβρίου 1914, έγινε ένας από τους πρώτους Ρώσους αξιωματικούς που τους απονεμήθηκε το παράσημο του Αγίου Γεωργίου (4ης τάξεως) στον πόλεμο, το υψηλότερο στρατιωτικό παράσημο της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Τον Δεκέμβριο του 1914, προήχθη στο βαθμό του συνταγματάρχη. Τον Οκτώβριο του 1915 ο Βράνγκελ μετατέθηκε στο Νοτιοδυτικό Μέτωπο και τοποθετήθηκε διοικητής του 1ου Συντάγματος Κοζάκων της Τρανσβαϊκάλης.

Αυτή η μονάδα ήταν πολύ δραστήρια στη Γαλικία κατά των Αυστριακών, και ο Βράνγκελ διακρίθηκε ιδιαίτερα κατά την Επίθεση Μπρουσίλοφ. Προήχθη στον βαθμό του Υποστρατήγου τον Ιανουάριο του 1917, και ανέλαβε την διοίκηση της 2ας Ταξιαρχίας της Μεραρχίας Ιππικού των Ουσάρων, η οποία συγχωνεύτηκε με άλλες μονάδες ιππικού για να γίνει το Ενοποιημένο Σώμα Ιππικού τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς. Παρασημοφορήθηκε επίσης με το παράσημο Σταυρός του Γεωργίου (4ης τάξεως) για την υπεράσπιση του ποταμού Zbruch το καλοκαίρι του 1917.

Μετά το τέλος της συμμετοχής της Ρωσίας στον πόλεμο, ο Βράνγκελ παραιτήθηκε του αξιώματός και πήγε να ζήσει στην ντάτσα του στη Γιάλτα της Κριμαίας. Συνελήφθη από τους Μπολσεβίκους και στο τέλος του 1917, αφέθηκε ελεύθερος και διέφυγε στο Κίεβο, όπου εντάχθηκε στο Ουκρανικό Κράτος του Πάβλο Σκοροπάντσκι. Ωστόσο, γρήγορα κατάλαβε ότι η νέα κυβέρνηση υπήρχε μόνο μέσω της μειουμένης στήριξης της Γερμανίας, και τον Αύγουστο του 1918, εντάχθηκε στον αντι-μπολσεβίκικο Εθελοντικό Στρατό που είχε έδρα το Εκατερίνονταρ, όπου του δόθηκε η διοίκηση της 1ης Μεραρχίας Ιππικού και ο βαθμός του Υποστρατήγου στο Λευκό κίνημα. Μετά τη Δεύτερη Εκστρατεία του Κουμπάν στα τέλη του 1918, προήχθη σε Αντιστράτηγο, και η Μεραρχία του προβιβάστηκε σε Σώμα Στρατού.

Όντας επιθετικός διοικητής, κέρδισε έναν αριθμό νικών στον βόρειο Καύκασο. Από τον Ιανουάριο του 1919, η στρατιωτική του δύναμη μετονομάστηκε σε Εθελοντικό Στρατό του Καυκάσου. Ο Βράνγκελ σύντομα συγκρούστηκε πολιτικά με τον ηγέτη των Ενόπλων Δυνάμεων της Νότιας Ρωσίας, Άντον Ντενίκιν, ο οποίος απαίτησε γρήγορη πορεία προς την Μόσχα. Ο Βράνγκελ επέμενε, αντίθετα, ότι οι δυνάμεις του θα έπρεπε να καταλάβουν το Τσαρίτσιν πρώτα, για να ενωθούν με τον στρατό του Ναυάρχου Αλεξάντρ Κολτσάκ, πράγμα που πέτυχε στις 30 Ιουνίου 1919, αφού τρεις προηγούμενες προσπάθειες του Πιότρ Κρασνόφ είχαν αποτύχει το 1918. Ο Ταγματάρχης Ewen Cameron Bruce του Βρετανικού Στρατού είχε προσφερθεί εθελοντικά να διοικήσει μια αποστολή Βρετανικού τανκ κάτω από τις διαταγές του Βράνγκελ.

Του απονεμήθηκε το παράσημο Διακεκριμένων Υπηρεσιών[2] για την ανδρεία του στη μάχη του Ιουνίου 1919, για την ολομόναχη έφοδο και κατάληψη της οχυρωμένης πόλης του Τσαρίτσιν, κάτω από καταιγιστικά πυρά οβίδων σε ένα τανκ· η οποία οδήγησε στην επιτυχή κατάληψη πάνω από 40.000 αιχμαλώτων.[3] Η πτώση του Τσαρίτσιν θεωρείται “σαν μια από τις μάχες κλειδιά του Ρωσικού Εμφυλίου Πολέμου” που βοήθησε πολύ τον Ρωσικό Λευκό Σκοπό.[3] Ο διακεκριμένος ιστορικός Σερ Μπέιζιλ Χένρι Λίντελ Χαρτ σχολιάζει ότι η ενέργεια του τανκ του Μπρους κατά την μάχη πρέπει να θεωρηθεί ως “ένα από τα πιο αξιόλογα κατορθώματα σε ολόκληρη την ιστορία του Σώματος των Τανκ”.[4]

Ο Βράνγκελ κέρδισε τη φήμη του εξειδικευμένου και δίκαιου διαχειριστή, ο οποίος, σε αντίθεση με κάποιους άλλους στρατηγούς του Λευκού Στρατού, δεν ανέχεται την ανομία ή την λεηλασία από τα στρατεύματά του.[5] Ωστόσο, αφού δεν ήταν σε θέση να ενώσει τις δυνάμεις του με τον Ναύαρχο Κολτσάκ και με την επιμονή του Ντενίκιν, οδήγησε τις δυνάμεις του βόρεια προς την Μόσχα σε μια αποτυχημένη προσπάθεια από τους Λευκούς να καταλάβουν την πρωτεύουσα τον Νοέμβριο του 1919. Η συνεχιζόμενη διαφωνία του με τον Ντενίκιν οδήγησε στην απομάκρυνσή του από την διοίκηση, και ο Βράνγκελ αναχώρησε για εξορία στην Κωνσταντινούπολη τον Φεβρουάριο του 1920.

Ο Ντενίκιν, όμως, αναγκάστηκε να παραιτηθεί στις 20 Μαρτίου 1920 και μια στρατιωτική επιτροπή με επικεφαλής τον Στρατηγό Άμπραμ Ντραγκομίροφ στη Σεβαστούπολη ζήτησε την επιστροφή του Βράνγκελ σαν Αρχιστρατήγου των Λευκών δυνάμεων στην Κριμαία. Ανέλαβε την θέση στις 4 Απριλίου 1920 και παρουσίασε την κυβέρνηση συνασπισμού η οποία προσπάθησε να καθιερώσει σαρωτικές μεταρρυθμίσεις (συμπεριλαμβανομένων των μεταρρυθμίσεων για τη γη).[6] Επίσης αναγνώρισε και καθιέρωσε σχέσεις με τις νέες (και βραχύβιες) αντι-μπολσεβίκικες ανεξάρτητες δημοκρατίες της Ουκρανίας και της Γεωργίας, ανάμεσα σε άλλες. Ωστόσο, σε αυτό το στάδιο του Ρωσικού Εμφυλίου Πολέμου, για τέτοια μέτρα ήταν πολύ αργά, και το Λευκό κίνημα έχανε γρήγορα υποστήριξη τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο εξωτερικό. Ο Βράνγκελ αποθανατίζεται με το παρατσούκλι “Μαύρος Βαρώνος” στο τραγούδι πορείας Ο Ερυθρός Στρατός είναι ο Ισχυρότερος, μια σύνθεση σαν συναγερμικό κάλεσμα για την τελική προσπάθεια εκ μέρους των Μπολσεβίκων για τον τερματισμό του πολέμου· το τραγούδι έγινε εξαιρετικά δημοφιλές στην νεαρή Σοβιετική Ένωση κατά την δεκαετία του 1920.

Σε ολονύκτια προσευχή κατά την αποδοχή διοίκησης

Μετά από ήττες στις οποίες έχασε τον μισό μόνιμο στρατό του, και αντιμετωπίζοντας ήττα στην Βόρειο Ταυρίδα και την Κριμαία, ο Βράνγκελ οργάνωσε μαζική εκκένωση των ακτών της Μαύρης Θάλασσας.[7] Ο Βράνγκελ έδωσε στον κάθε αξιωματικό, στρατιώτη και πολίτη μια ελεύθερη επιλογή: να διακομιστεί και να πάει μαζί του στο άγνωστο, ή να παραμείνει στη Ρωσία και να αντιμετωπίσει την οργή του Ερυθρού Στρατού. Ο Βράνγκελ διαμετακόμισε τα Λευκά στρατεύματα από την Κριμαία το 1920 με απομεινάρια του Ρωσικού Αυτοκρατορικού Στόλου πράγμα που έμεινε γνωστό σαν ο στόλος του Βράνγκελ. Το τελευταίο στρατιωτικό και πολιτικό προσωπικό έφυγε από την Ρωσία με τον Βράνγκελ επί του πλοίου Στρατηγός Κορνίλοφ, στις 14 Νοεμβρίου 1920. Αρχικά, ο Βράνγκελ έζησε επί του δικού του γιότ Λούκουλλος στην Κωνσταντινούπολη, το οποίο εμβολίστηκε και βυθίστηκε από το Ιταλικό ατμόπλοιο Adria, το οποίο είχε αποπλεύσει από το κατεχόμενο από τους Σοβιετικούς Βατούμ. Ο Βράνγκελ, ο οποίος ήταν στην ξηρά εκείνη την στιγμή, διέσωσε την ζωή του από αυτό που θεωρήθηκε ευρέως σαν απόπειρα δολοφονίας.

Ο Βράνγκελ στη συνέχεια ταξίδεψε με το προσωπικό του μέσω Τουρκίας και Τυνησίας προς το Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων σαν ο επικεφαλής όλων των Ρώσων προσφύγων, και αποδεδειγμένα έγινε ο πιο σημαντικός από όλους τους εξόριστους Λευκούς εμιγκρέ (φυγάδες). Το 1924, ίδρυσε την Ρωσική Παν-στρατιωτική Ένωση, μια οργάνωση που ιδρύθηκε για να αγωνιστεί για την διατήρηση και ενότητα όλων των Λευκών δυνάμεων που ζουν στο εξωτερικό. Εγκαταστάθηκε στις Βρυξέλλες, στο Βέλγιο από τον Σεπτέμβριο του 1927 και εργάστηκε σαν μηχανικός εξορύξεων. Οι αναμνήσεις του Βράνγκελ δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Λευκός Σκοπός [δηλ. ο Σκοπός του Λευκού κινήματος], στο Βερολίνο το 1928.

Θάνατος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Βράνγκελ πέθανε ξαφνικά το 1928, και η οικογένεια Βράνγκελ πίστευε ότι είχε δηλητηριαστεί από τον αδελφό του μπάτλερ, ο οποίος ζούσε στο σπιτικό των Βράνγκελ στις Βρυξέλλες για λίγο και φέρεται να ήταν Σοβιετικός πράκτορας.[8] Η κηδεία και η ταφή του Βράνγκελ έγινε στις Βρυξέλλες, αλλά ενταφιάστηκε και πάλι στις 6 Οκτωβρίου 1929 στην Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία της Αγίας Τριάδας στο Βελιγράδι της Σερβίας, σύμφωνα με τις επιθυμίες του.

Η πόλη Sremski Karlovci, η ο οποία χρησίμευσε σαν έδρα του και ήταν την εποχή του θανάτου του η έδρα της Ιεράς Συνόδου της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας Εκτός Ρωσίας και του Ρωσικού Υπουργείου Πολιτισμού, ανήγειρε μνημείο προς τιμήν του.

Τιμές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Παράσημο της Αγίας Άννης 4ης τάξεως, 4 Ιουλίου 1904
  • Παράσημο του Αγίου Στανισλαύου 3ης τάξεως, με ξίφη και τόσο, 6 Ιανουαρίου 1906.
  • Παράσημο της Αγίας Άννης 3ης τάξεως, 9 Μαΐου 1906
  • Παράσημο του Αγίου Στανισλαύου 2ας τάξεως, 6 Δεκεμβρίου 1912
  • Παράσημο του Αγίου Γεωργίου. 4ης τάξεως, 13 Οκτωβρίου 1914
  • Παράσημο του Αγίου Βλαδίμιρου, 4ης τάξεως με ξίφη και τόξο, 24 Οκτωβρίου 1914
  • Χρυσό Ξίφος του Αγίου Γεωργίου "Για θάρρος", 10 Ιουνίου 1915
  • Παράσημο του Αγίου Βλαδίμιρου, 3ης τάξεως με ξίφη, 8 Δεκεμβρίου 1915
  • Σταυρός του Αγίου Γεωργίου, 4ης τάξεως, 24 Ιουλίου 1917
  • Παράσημο του Αγίου Νικολάου του Θαυματουργού, 2ας τάξεως
Προτομή του Βράνγκελ στην πόλη Sremski Karlovci.

Δες επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «NATHALIE BASILEVSKY». The New York Times. Aug. 11, 2013. http://www.legacy.com/obituaries/nytimes/obituary.aspx?pid=166380230. Ανακτήθηκε στις 5 Απριλίου 2016. 
  2. «Distinguished Service Order citation for Bruce in the 1920». London Gazette. https://www.thegazette.co.uk/. Ανακτήθηκε στις 5 Απριλίου 2016. 
  3. 3,0 3,1 Kinvig, Clifford (2006). Churchill's Crusade: The British Invasion of Russia, 1918-1920. Hambledon Continuum, σελ. 225. ISBN 9781847250216.. http://www.amazon.co.uk/Churchills-Crusade-British-Invasion-1918-1920/dp/1847250211. 
  4. Liddell Hart, Basil. "The Tanks: The History Of The Royal Tank Regiment And Its Predecessors, Heavy Branch Machine-Gun Corps, Tank Corps And Royal Tank Corps, 1914-1945. Vol I". Cassell: 1959, p. 211.
  5. Lincoln, p. 430.
  6. Luckett, pp. 359-360.
  7. Luckett, pp. 381ff.
  8. Volodarsky, Boris. "The KGB's Poison Factory, from Lenin to Litvinenko". Frontline Books: 2009, p. 58.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
  • Paul Vinogradoff (1922). "Wrangel, Peter Nicholaievich, Baron".Encyclopædia Britannica (12th ed.).