Ουκρανικό Κράτος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ουκρανικό Κράτος
29  Απριλίου 1918Δεκεμβρίου 1918
Flag of the Ukrainian State.svg
Σημαία
Alex K Ukrainska Derzhava.svg
Έμβλημα
Ukrainian State 1918. Europe.png
ΧώραΟυκρανικό Κράτος
ΠρωτεύουσαΚίεβο
ΓλώσσεςΟυκρανικά
Θρησκείαhistory of Christianity in Ukraine
Πολίτευμααπολυταρχισμός και Δικτατορία
Πληθυσμός25 000 000
Γεωγραφικές συντεταγμένες50°27′0″N 30°31′0″E

Το Ουκρανικό Κράτος (Українська держава, Ukrajinśka Deržava, Ουκραγίνσκα Ντερζάβα), μερικές φορές γνωστό ως Χετμανάτο (Гетьманат, Χετμανάτ), ήταν αντισοσιαλιστική κυβέρνηση που κυβερνούσε το μεγαλύτερο μέρος της σημερινής Ουκρανίας (εκτός από τη Δυτική Ουκρανία) από τις 29 Απριλίου[1] έως τις 14 Δεκεμβρίου 1918.[2] Είχε εγκατασταθεί από γερμανικές στρατιωτικές αρχές, αφού το φιλοσοσιαλιστικό Κεντρικό Συμβούλιο της Ουκρανικής Λαϊκής Δημοκρατίας διασπάστηκε στις 28 Απριλίου του 1918. Η Ουκρανία έγινε προσωρινή δικτατορία υπό την ηγεσία του Χετμάνου Πάβλο Σκοροπάντσκι, ο οποίος απαγόρευσε τα κόμματα με σοσιαλιστικό προσανατολισμό, δημιουργώντας αντιμπολσεβικικό μέτωπο. Κατέρρευσε το Δεκέμβριο του 1918, όταν ο Σκοροπάντσκι καθαιρέθηκε και η Ουκρανική λαϊκή Δημοκρατία επέστρεψε στην εξουσία με τη μορφή της Διεύθυνσης.[2][3]

Η δυναμικότερη εξωτερική πολιτική και στρατιωτική υποστήριξη από τις Κεντρικές Δυνάμεις είδε κάποια βελτιωμένη σταθεροποίηση στο εσωτερικό της χώρας.[1][3]

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η χώρα βρισκόταν στην Ανατολική Ευρώπη κατά μήκος των μέσων και κάτω τμημάτων του Δνείπερου στην ακτή της Μαύρης και της Αζοφικής θάλασσας. Το ουκρανικό Κράτος κάλυπτε το μεγαλύτερο μέρος της επικράτειας της σύγχρονης Ουκρανίας—χωρίς την Δυτική Ουκρανία και την Κριμαία. Το έδαφος του, ωστόσο επεκτάθηκε στη σημερινή Ρωσία, Λευκορωσία, Μολδαβία και Πολωνία.

Στη βορειοανατολική Ουκρανία δημιουργήθηκε προκαταρκτική διαχωριστική γραμμή με τη Ρωσική ΣΟΣΔ, στην ανατολή είχε σύνορα με την Δημοκρατία του Ντον, στα νότια βρισκόταν η Μαύρη Θάλασσα και η Αζοφική Θάλασσα, ενώ η χερσόνησο της Κριμαίας (Περιφερειακή Κυβέρνηση της Κριμαίας) τέθηκε υπό τον έλεγχο του Σούλκεβιτς. Στα νοτιοδυτικά, κατά μήκος του Δνείστερου, ορίστηκαν τα σύνορα με το Βασίλειο της Ρουμανίας. Στα δυτικά, συνόρευε με την γερμανική Αυτοκρατορία και την Αυστροουγγαρία. Στο βορρά συνόρευε με το Όμπερ Οστ (υπό γερμανική κατοχή) και τη Λευκορωσική Εθνική Διοίκηση.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πάβλο Σκοροπάντσκι, Χετμάνος της Ουκρανίας.

Ως αποτέλεσμα της μπολσεβικικής επιθετικότητας, η κυβέρνηση της Ουκρανικής Λαϊκής Δημοκρατίας αρχικά επιδίωξε αντιστρατιωτική πολιτική αφού η πρωτεύουσα, το Κίεβο, λεηλατήθηκε στις 9 Ιανουαρίου 1918 από τον Μιχαήλ Μουραβιόφ. Στις 9 Φεβρουαρίου η Ουκρανία υπέγραψε τη Συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ με το συνασπισμό των Κεντρικών Δυνάμεων και μέχρι τον Μάρτιο όλες οι δυνάμεις των Μπολσεβίκων (πιστοί στη Ρωσική ΣΟΣΔ) απομακρύνθηκαν από το έδαφος της Ουκρανίας. Η γερμανική Στρατιωτική Ομάδα Κίεβο δημιουργήθηκε για να προστατεύσει την Ουκρανία από την περαιτέρω επιθετικότητα των Μπολσεβίκων. Επικεφαλής τέθηκε ο στρατάρχης Χέρμαν φον Άιχορν.

Στις 25 Απριλίου, η διοίκηση της στρατιάς του Κιέβου κατηγόρησε τη κυβέρνηση του Βσεβολόντ Χολούμποβιτς για την απαγωγή του Άβραμ Ντόμπρι, πρόεδρο της Εξωτερικής Εμπορικής Τράπεζας στο Κίεβο. Μέσα από αυτή την τράπεζα τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής διεξήγαγαν όλες τις συναλλαγές με τη Ράιχσμπανκ στο Βερολίνο. Την επόμενη μέρα, ο Άιχορν εξέδωσε ένα διάταγμα σύμφωνα με το οποίο όλες οι ποινικές υποθέσεις στο έδαφος της Ουκρανίας θα μπορούσαν να μεταφερθούν επιλεκτικά στη δικαιοδοσία του γερμανικού δικαστηρίου αντί του ουκρανικού. Κατά την επόμενη σύνοδο του Κεντρικού Συμβουλίου στις 29 Απριλίου, ο Χολούμποβιτς δήλωσε:

Την ίδια ημέρα (29 Απριλίου), ένα συνέδριο παραγωγών ψωμιού από 6.000 περίπου αντιπρόσωπους από όλες τις οκτώ επαρχίες της Ουκρανίας[1] λάμβανε χώρα στο Τσίρκο του Κιέβου. Μετά την παραλαβή των πληροφοριών σχετικά με την κατάσταση στο κογκρέσο από τους αγγελιαφόρους του, ο Πάβλο Σκοροπάντσκι αργότερα έφτασε στο αυτοκίνητό του στην εκδήλωση, όπου εξελέγη Χετμάνος της Ουκρανίας. Μετά από αυτό όλοι οι συμμετέχοντες μετακόμισε στην Πλατεία της Αγίας Σοφίας, όπου ο Σκοροπάντσκι ευλογήθηκε από τον Νικοντίμ, Εφημέριος του Κιέβου και Γαλικίας (ο Μητροπολίτης Βλαδίμηρος εκτελέστηκε από τους Μπολσεβίκους). Εκείνο το βράδυ οι υποστηρικτές του χετμάνου κατέλαβαν κυβερνητικό κτίριο των στρατιωτικών και εσωτερικών υποθέσεων, καθώς και την Κρατική Τράπεζα. Την επόμενη μέρα, η ελίτ και η πιο πιστή φράξια του Κεντρικού Συμβουλίου (Τουφεκοφόροι του Σιτς) αφοπλίστηκαν.

Ο Σκοροπάντσκι εξέδωσε μανιφέστο (χραμότα) "Για το ουκρανικό Έθνος" και το Νόμο του Προσωρινού Κρατικού Συστήματος.[4] Επιθυμώντας τη σταθερότητα, η Αυστροουγγαρία και η Γερμανία, μέσω των δυνάμεων τους, χαιρέτισαν το πραξικόπημα. Ο Σκοροπάντσκι συνεργάστηκε με αυτούς και η δημοτικότητα του μειώθηκε. Το νέο κράτος διατήρησε το τριζούμπ (εθνόσημο) και την εθνική σημαία, αλλά το σχέδιο αναποδογυρίστηκε σε μπλε-κίτρινο. Οι τουφεκοφόροι του Σιτς ήταν κατά του πραξικοπήματος και διαλύθηκαν μαζί με τις "γαλάζιες στολές", ένα ουκρανικό τμήμα σχηματισμένο από Αιχμαλώτους πολέμου στη Γερμανία και την Αυστρία που ονομάστηκαν από τις μπλε στολές.

Η εσωτερική αντιπολίτευση προκλήθηκε από την κατάσχεση των αποθεμάτων τροφίμων και την παράδοση της γης σε πλούσιους γαιοκτήμονες. Οι αντίπαλοι του Σκοροπάντσκι διέπραξαν εμπρησμούς και σαμποτάζ, ενώ τον Ιούλιο του 1918 δολοφόνησαν τον Άιχορν, τον αρχηγό του γερμανικού στρατού στην Ουκρανία. Τον Αύγουστο του 1918, ο συνασπισμός κατά του Σκοροπάντσκι τον ανάγκασε να ξαναιδρύσει τους Τουφεκοφόρους του Σιτς. Από τότε ήταν προφανές ότι οι Κεντρικές Δυνάμεις είχαν χάσει τον πόλεμο και ότι ο Σκοροπάντσκι δεν μπορούσε πλέον να επικαλεστεί την υποστήριξή τους. Έτσι έψαξε για στήριξη από συντηρητικά ρωσικά στοιχεία στην κοινωνία και πρότεινε να ενταχθεί σε ομοσπονδία με τον Άντον Ντένικιν και το Λευκό Κίνημα. Αυτό τον έκανε ακόμη πιο μισητό απέναντι στους Ουκρανούς.

Το Δεκέμβριο του 1918, ο Σκοροπάντσκι καθαιρέθηκε και η Διεύθυνση ιδρύθηκε ως μια μορφή της Ουκρανικής Λαϊκής Δημοκρατίας.[2][3]

Διοικητικές διαιρέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διοικητική διαίρεση του Ουκρανικού κράτους. Η πράσινη γραμμή δείχνει τις εδαφικές διεκδικήσεις του Ουκρανικού Κράτους.
Επαρχίες, θύλακες και διεκδικούμενες περιοχές του Ουκρανικού Κράτους
Μονάδα Κεντρική πόλη Κυβερνήτης (στάροστα)
Ζιτόμιρ Ντμίτρο Άντρο
Κατερινοσλάβ Ιβάν Τσέρνικοφ
Κίεβο Ιβάν Τσαρτορίζσκι
Κάμιανετς Σέρχι Κισέλοφ
Πολτάβα Σέρχι Ιβανένκο
Χάρκοβο Πέτρο Ζάλεσκι
Χερσώνα Σεμέν Πίστσεβιτς
Μπρεστ-Λιτόφσκ Ολεξάντρ Σκόροπις-Γιολτουχόφσκι
Τσέρνιχιφ Μίκολα Σαβίτσκι
Μοζίρ
Μπερντιάνσκ
  Περιφερειακή Κυβέρνηση της Κριμαίας (αυτοδιοικούμενη περιοχή που δεν άνηκε στο Ουκρανικό Κράτος)
Συμφερούπολη
Κατερινοντάρ

Ουκρανικό Εμφύλιο Πόλεμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σκοροπάντσκι επιθεωρεί τα ουκρανικά στρατεύματα.

Σχεδόν το σύνολο του διοικητικού προσωπικού του Ουκρανικού Κράτους αποτελούνταν από αξιωματικούς του πρώην Αυτοκρατορικού ρωσικού Στρατού.[5] Οι περισσότεροι αστυνομικοί δεν υποστήριζαν το ουκρανικό ζήτημα.[5] Την ίδια στιγμή, ευρείες μάζες πληθυσμού δεν είχαν ανεπτυγμένη την αίσθηση της εθνικής ταυτότητας και εύκολα έπεσαν κάτω από την επιρροή της σοσιαλιστικής και κομμουνιστικής προπαγάνδας.[5]

Μετά την ανακωχή που έδωσε τέλος στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι ουκρανοί σοσιαλιστές ίδρυσαν τη Διεύθυνση της Ουκρανίας, των οποίων οι δυνάμεις αποτελούνταν κυρίως από τους Τουφεκοφόρους του Σιτς και τους "Γκρι παλτά". Τα γερμανικά και Αυστριακά στρατεύματα δεν είχαν αποσυρθεί από την Ουκρανία ακόμα, ωστόσο δεν είχαν κανένα περαιτέρω ενδιαφέρον για πόλεμο. Οι περισσότερες δυνάμεις του Σκοροπάντσκι πήγαν με τους σοσιαλιστές.[5]

Στις 16 Νοεμβρίου του 1918, με αφετηρία τη Μπίλα Τσέρκβα, ξέσπασε εξέγερση και στο Χετμανάτο. Ο Σκοροπάντσκι στράφηκε προς τα μέλη της ρωσικής Λευκής Φρουράς που είχαν διαφύγει στην Ουκρανία με την πρόθεση της ένταξης στον στρατό του Ντένικιν στην περιοχή του Ποταμού Ντον πιο ανατολικά. Συγκεντρώθηκαν σε ένα "Ειδικό Σώμα", αλλά αποδείχθηκε ανίκανο να αντισταθεί στις δυνάμεις της Διεύθυνσης υπό τον Συμόν Πέτλιουρα. Ο Σκοροπάντσκι παραιτήθηκε από Χετμάνος στις 14 Δεκεμβρίου, καθώς ο Ουκρανικός Λαϊκός Στρατός κατέλαβε στο Κίεβο. Απελάθηκε και το Χετμανάτο αντικαταστάθηκε από την προσωρινή κυβέρνηση της Διεύθυνσης.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]