Ντομίνικους Λαμψόνιους

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ντομίνικους Λαμψόνιους
Lampsonius.jpg
Γέννηση 1532[1]
Μπρυζ
Θάνατος 1599[1][2][3][4][5][6][7][8][9][10][11]
Λιέγη
Χώρα πολιτογράφησης Νότιες Κάτω Χώρες
Σπουδές Old University of Leuven
Ιδιότητα ιστορικός της τέχνης, ζωγράφος και ποιητής
Commons page Πολυμέσα σχετικά με τον καλλιτέχνη

Ο Ντομίνικους Λαμψόνιους (Dominicus Lampsonius), (εκλατινισμένη μορφή του πραγματικού ονόματός του Ντομινίκ Λαμσόν (Dominique Lampson[12]), 1532, Μπρυζ - 1599, Λιέγη) ήταν Φλαμανδός ανθρωπιστής, ποιητής και ζωγράφος. Διετέλεσε γραμματέας πολλών Πριγκήπων - Επισκόπων της Λιέγης, ενώ είχε συνεχή αλληλογραφία με ανθρωπιστές και καλλιτέχνες τόσο της χώρας του όσο και του εξωτερικού. Τα γραπτά του επί της ζωγραφικής των πρώιμων Φλαμανδών ζωγράφων αποτελούν σημαντική συνεισφορά στη διαμόρφωση του "κανόνα" της αποκαλούμενης πρώιμης φλαμανδικής ζωγραφικής.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λαμψόνιους σπούδασε Τέχνες και Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο του Λέουβεν. Το 1554 ταξίδεψε στην Αγγλία, όπου διετέλεσε γραμματέας του Ρέτζιναλντ Πόουλ (Reginald Pole) καρδιναλίου της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και εξέχοντος ανθρωπιστή. Μετά τον θάνατο του Πόουλ, το 1558, μετέβη στη Λιέγη, όπου διετέλεσε διαδοχικά γραμματέας των Επισκόπων - Πριγκήπων της πόλης Ρόμπερτ ντε Μπέργκες, Χέραρντ ντε Χρέσμπεϊκ και Ερνέστου της Βαυαρίας. Έτσι είχε την ευκαιρία να συνεργάζεται στενά με τον Λεβίνους Τορρέντιους (Laevinus Torrentius), εφημέριο των Επισκόπων - Πριγκήπων ως το 1586, οπότε έγινε Επίσκοπος της Αμβέρσας.[13]

Για μικρό χρονικό διάστημα διετέλεσε Δάσκαλος του Όττο φαν Φέιν, ανθρωπιστή και ζωγράφου ο οποίος, αργότερα, θα γινόταν ένας από τους Δασκάλους του Πέτερ Πάουλ Ρούμπενς. Έγιναν φίλοι και ξεκίνησαν εκτεταμένη αλληλογραφία με ορισμένους από τους κορυφαίους ανθρωπιστές της εποχής, όπως οι Γιούστους Λίψιους. Γιάνους Ντούσα, Γιοχάννες Λιβενέιους και Πέτρους Οράνους.[13]

Ο Λαμψόνιους ήταν αυτός που έδωσε στον Ιταλό ιστορικό Λοντοβίκο Γκουιτσαρντίνι (Lodovico Guicciardini), ο οποίος τότε διέμενε στη Φλάνδρα, πληροφορίες σχετικά με την ιστορία των Κάτω Χωρών, τις οποίες ο Γκουιτσαρντίνι δημοσίευσε στο έργο του του 1567 Descrittione di Lodovico Guicciardini patritio fiorentino di tutti i Paesi Bassi altrimenti detti Germania inferiore.[14] Αλληλογραφούσε, επίσης, με τον Ιταλό ιστορικό τέχνης Τζόρτζο Βαζάρι, ο οποίος βάσισε στον Λαμψόνιους τη βιογραφία και το έργο του ζωγράφου από τη Λιέγη Λαμπέρ Λομπάρ.[15] Σε μια από τις επιστολές του προς τον Βαζάρι, ο Λαμψόνιους υπερασπίστηκε τη φλαμανδική τέχνη απέναντι στις υποτιμητικές παρατηρήσεις που ο Βαζάρι είχε περιλάβει στο έργο του Vitae....[16] Σε επιστολή του προς τον Βαζάρι πριν την κυκλοφορία της δεύτερης έκδοσης του έργου του, ο Λαμψόνιους μεμφόταν την χαμηλή ποιότητα των "εκτυπώσεων" (σημ. εννοεί χαρακτικών αντιγράφων) των ιταλικών έργων της εποχής, οι οποίες δεν απηχούσαν το μεγαλείο των πραγματικών έργων. Συνέστηνε, μάλιστα, τη συνεργασία Φλαμανδών με τους Ιταλούς καλλιτέχνες, προκειμένου να βελτιωθεί αυτή η κατάσταση. Ζήτησε, επίσης, από τον Βαζάρι να περιλάβει στην επανέκδοση του έργου του ορισμένες πραγματείες σχετικά με τη γλυπτική, τη ζωγραφική και την αρχιτεκτονική, με σχέδια και πληροφορίες σχετικά με τα μυστικά αυτών των τεχνών.[17]

Είχε, επίσης, τακτική αλληλογραφία με τον Τζούλιο Κλόβιο, εικονογράφο και μικρογράφο από την Κροατία που δραστηριοποιήθηκε στη Ρώμη, στον οποίο πρότεινε να δημιουργήσει έντεχνα χαρακτικά με έργα του Μικελάντζελο, ώστε όσοι δεν είχαν επισκεφθεί τη Ρώμη να μπορούν να δουν πώς ήταν αυτά.[18]

Προσωπογραφίες Μερικών Επιφανών Καλλιτεχνών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Title page of Pictorum aliquot celebrium Germaniae inferioris effigies

Το 1572 ο Λαμψόνιους εξέδωσε, με το όνομά του, μια ομάδα 23 χαρακτικών με πορτρέτα καλλιτεχνών από τις Κάτω Χώρες σε βιβλίο υπό τον τίτλο Pictorum aliquot celebrium Germaniae inferioris effigies (σε προσεγγιστική μετάφραση "Ομοιώματα μερικών επιφανών καλλιτεχνών της Κάτω Γερμανίας"). Κάθε πορτρέτο το συνόδευε με ποίημα στα λατινικά. Την έκδοση είχε αναλάβει ο κορυφαίος εκδότης της εποχής, ο Χιερόνυμους Κοκ από την Αμβέρσα, ο οποίος απεβίωσε πριν η έκδοση ολοκληρωθεί. Την ολοκλήρωσε η χήρα του Κοκ, Φόλξκεν Ντίριξ (Volcxken Dierix), η οποία συνέχισε την εκδοτική δραστηριότητα του συζύγου της και μετά τον θάνατό του.

Οι καλλιτέχνες που ο Λαμψόνιους περιέλαβε στο βιβλίο του ήταν (με αυτή τη σειρά): Χούμπερτ βαν Άικ, Γιαν βαν Άικ, Ιερώνυμος Μπος, Ρόχιερ φαν ντερ Βάιντεν, Ντίρικ Μπάουτς, Μπέρναρντ φαν Ορλέι, Γιαν Μαμπούζε, Γιοάχιμ Πατινίρ, Κουέντιν Μασσάις, Λούκας φαν Λέιντεν, Γιαν φαν Άμστελ, Γιόος φαν Κλέφε, Ματτάις Κοκ, Χέρρι μετ ντε Μπλες, Γιαν Κορνέλις Φερμάιγεν, Πίτερ Κούκε φαν Ελστ, Γιαν φαν Σκόρελ, Λαμπέρ Λομπάρ, Πίτερ Μπρίγκελ ο πρεσβύτερος, Βίλλεμ Κέυ, Λούκας Χάσσελ, Φρανς Φλόρις και Χιερόνυμους Κοκ.[19]

Καθώς όλοι οι απεικονιζόμενοι καλλιτέχνες είχαν αποβιώσει κατά την εποχή της έκδοσης, ο Λαμψόνιους συμπεριέλαβε ένα αναθηματικό ποίημα, στο οποίο αναδεικνυόταν το έργο τους, ως πράξη ένδειξης πένθους και από τους αναγνώστες του βιβλίου ζητούσε να "συντροφεύσουν" τον αποβιώσαντα Χιερόνυμους Κοκ και τους προκατόχους του στην επικήδεια πομπή.[20]

Το βιβλίο περιλαμβάνει ένα ποίημα του Λαμψόνιους αφιερωμένο στη μνήμη του Χιερόνυμους Κοκ και επαινεί την εργασία της χήρας του.[19] Οι προσωπογραφίες και τα κείμενα αποτελούν μια τιμητική ανασκόπηση των προηγούμενων γενεών των Φλαμανδών καλλιτεχνών. Η έκδοση συνέβαλε στο σχηματισμό ενός "κανόνα" (έτσι αποκαλείται η συλλογή ή ο κατάλογος βιβλίων που εν γένει γίνονται αποδεκτά ως γνήσια) για τους διάσημους Φλαμανδούς ζωγράφους, κάτι που είχε ήδη εκκινήσει πριν ο Κάρελ φαν Μάντερ εκδώσει το βιογραφικό του βιβλίου Schilder-boeck... για τους πρώιμους και συγχρόνους του Φλαμανδούς και Ολλανδούς ζωγράφους το 1604.[21] Ο Λαμψόνιους αποπειράθηκε με την έκδοση αυτή να θέσει τη φλαμανδική ζωγραφική στο ίδιο επίπεδο με την ιταλική τέχνη, την οποία και θαύμαζε. Φαίνεται, ωστόσο, ότι παραιτήθηκε σιωπηλά ενώπιον της διαφοράς ιταλικής και φλαμανδικής τέχνης. Στο ποίημα που συνοδεύει την προσωπογραφία του Γιαν φαν Άμστελ γράφει: "Οι Φλαμανδοί εξαίρονται ιδιαίτερα ως καλοί ζωγράφοι τοπίων, οι Ιταλοί ως καλοί ζωγράφοι προσώπων και θεών. Χωρίς αμφιβολία, ανταποκρίνεται στην παροιμία που λέει ότι ο Ιταλός έχει το μυαλό του στο κεφάλι του, ο Φλαμανδός στο φιλόπονο χέρι του.[22]

Η ποιότητα των 23 χαρακτικών ήταν εξαίρετη, καθώς δημιουργήθηκαν από κορυφαίους χαράκτες της εποχής, όπως οι Γιαν Βίριξ, Άντριεν Κόλλερτ και Κορνέλις Κορτ. Οι προσωπογραφίες έχουν καλλιτεχνικά απεικονιστεί με μεταλλική λαμπρότητα και σαφήνεια και συνιστούν μια οπτικά αρμονικότατη σειρά.[20]

Ο Χέντρικ Χόντιους Ι εξέδωσε το 1610 ένα βιβλίο με τον σχεδόν παρόμοιο τίτλο Pictorum aliquot celebrium, præcipué Germaniæ Inferioris, στο οποίο περιλαμβάνονταν 69 χαρακτικά με προσωπογραφίες ζωγράφων. Η εργασία του Χόντιους περιείχε στο πρώτο της μέρος επανεπεξεργασμένα τα 22 από τα 23 πορτρέτα της έκδοσης του 1572. Το πορτρέτο του Χιερόνυμους Κοκ (αριθμείται ως υπ' αριθ. 23) δεν περιλήφθηκε από τον Χόντιους, πιθανόν επειδή η ομοιότητά του με την πραγματικότητα δημιουργήθηκε μετά τον θάνατο του Κοκ και δεν είχε δημιουργηθεί με τον ίδιο ως ζωντανό μοντέλο ("ad vivum"), όπως είχε συμβεί με τα υπόλοιπα.[23]

Άλλα γραπτά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λαμψόνιους συνέθεσε πολλά ποιήματα και επιγράμματα στα λατινικά. Ήταν, επίσης, ο συγγραφέας του έργου Lamberti Lombardi Apvd Ebvrones Pictoris Celeberrimi Vita (ο βίος του Λαμπέρ Λομπάρ, 1565). Ήταν η πρώτη βιογραφία βορειοευρωπαίου καλλιτέχνη που εκδόθηκε. Στο βιβλίο αυτό ο Λαμψόνιους υπερασπίζεται την τέχνη του Λομπάρ και τον εξισώνει, ως ζωγράφο, με τον Βαζάρι.[16] Ο Λαμψόνιους σημειώνει ότι ο Λομπάρ εργαζόταν περισσότερο λόγω της αγάπης του για την τέχνη και λιγότερο για τα χρήματα, ιδέα που είχε προωθηθεί κατά την αρχαιότητα από τον Πλίνιο τον Πρεσβύτερο και είχε απήχηση στον Λαμψόνιους.

Ζωγραφική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Σταύρωση. Καθεδρικός Σεντ Κουέντιν, Χάσσελτ

Ο Λαμψόνιους αφιέρωσε με επιτυχία τμήμα του χρόνου του ασχολούμενος και με τη ζωγραφική. Στις προσπάθειές του βοηθήθηκε από τον Λαμπέρ Λομπάρ, τον επιφανή αναγεννησιακό ζωγράφο από τη Λιέγη. Το μόνο γνωστό έργο του Λαμψόνιους είναι η Σταύρωση, χρονολογούμενο το 1576.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 (Γαλλικά) BNF authorities. data.bnf.fr/ark:/12148/cb135779242. Ανακτήθηκε στις 10  Οκτωβρίου 2015.
  2. Γερμανική Εθνική Βιβλιοθήκη, Κρατική Βιβλιοθήκη του Βερολίνου, Βαυαρική Κρατική Βιβλιοθήκη, Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστρίας: Gemeinsame Normdatei. 122880552. Ανακτήθηκε στις 14  Οκτωβρίου 2015.
  3. Biografisch Portaal. 06223812. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  4. (Αγγλικά) Union List of Artist Names. 500062080. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  5. (Αγγλικά) Benezit Dictionary of Artists. 2006. B00103705. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017. ISBN-13 978-0-19-977378-7.
  6. RKDartists. 47716. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  7. (Αγγλικά) SNAC. w6xj0b9w. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  8. Βασιλική Ακαδημία Δραματικής Τέχνης του Λονδίνου. 19340. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  9. (Γαλλικά) Le Dictionnaire des peintres belges du XIVe siècle à nos jours. La Renaissance du livre. 1995. 3244. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017. ISBN-13 978-2-8041-2012-2.
  10. Faceted Application of Subject Terminology. 239611. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  11. (Αγγλικά) Early Modern Letters Online. 82f84317-0a68-4b31-bae1-982d8ecf449d. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  12. Dominicus Lampsonius στο Ολλανδικό Ίδρυμα Ιστορίας της Τέχνης (ολλανδικά)
  13. 13,0 13,1 Jeanine Landtsheer, Dirk Sacré, Chris Coppens, Justus Lipsius (1547-1606): een geleerde en zijn europese netwerk : catalogus van de tentoonstellung in de Centrale Bibliotheek te Leuven, 18 oktober-20 december 2006, Leuven University Press, 2006, σελ. 226-227 (ολλανδικά)
  14. "Guicciardini, Lodovico." Grove Art Online. Oxford Art Online. Oxford University Press. Web. 12 Jun. 2014
  15. Till-Holger Borchert - The discovery of the art of painting of Bruges; catalogue of the exhibition : Bruges and the Renaissance" 1998; (ISBN 90-5544-230-5)
  16. 16,0 16,1 Amy Golahny, 'Italian Art and the North: Exchanges, Critical Reception, and Identity, 1400–1700', in: Babette Bohn, James M. Saslow, A Companion to Renaissance and Baroque Art, John Wiley & Sons, 2 Jan, 2012, p. 122
  17. Sharon Gregory, Giorgio Vasari, 'Vasari and the Renaissance Print', Ashgate Publishing, Ltd., 2012, p. 2, p. 19, p. 63
  18. Sharon Gregory, Giorgio Vasari, 'Vasari and the Renaissance Print', Ashgate Publishing, Ltd., 2012, p. 133
  19. 19,0 19,1 Pictorum aliquot celebrium Germaniae inferioris 1572 edition in the Courtauld Institute of Art
  20. 20,0 20,1 «Joanna Woodall, Dem dry bones. Portrayal in print after the death of the original model». Courtauld.org.uk. Ανακτήθηκε στις 2014-06-17. 
  21. Jeffrey Chipps Smith, 'Historians of Northern European Art: From Johann Neudörfer and Karel van Mander to the Rembrandt Research Project', in: Babette Bohn, James M. Saslow, A Companion to Renaissance and Baroque Art, John Wiley & Sons, 2 Jan, 2012, p. 509
  22. Boudewijn Bakker, 'Landscape and Religion from Van Eyck to Rembrandt', Ashgate Publishing, Ltd., 2012, p. 183
  23. Portrait of Hieronymus Cock in the effigies, Courtauld Institute of Art

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Morford, Mark. "Theatrum Hodiernae Vitae: Lipsius, Vaenius, and the Rebellion of Civilis." Recreating Ancient History: Episodes from the Greek and Roman Past and Literatures of the Early Modern Period. Eds. Karl Enekel, Jan L. de Jong, Jeanine De Landtsheer. Leiden: Brill Academic Publishers, 2001.
  • Stechow, Wolfgang. Northern Renaissance Art, 1400-1600: Sources and Documents. Evanston: Northwestern University Press, 1989.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]