Ντάλτον Τράμπο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ντάλτον Τράμπο
Dalton and Cleo Trumbo (1947 HUAC hearings).png
Ο Τράμπο με τη σύζυγό του Κλίο, ενώ περιμένει να εξεταστεί από την «Επιτροπή». Διακρίνεται επίσης με το πούρο ο Μπέρτολντ Μπρεχτ.
Γέννηση James Dalton Trumbo
9 Δεκεμβρίου 1905
Μοντρόουζ (Κολοράντο), ΗΠΑ
Θάνατος 10 Σεπτεμβρίου 1976 (70 ετών)
Λος Άντζελες, ΗΠΑ
Αιτία θανάτου έμφραγμα του μυοκαρδίου
Εθνικότητα Αμερικανός
Υπηκοότητα Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής
Σπουδές University of Colorado Boulder, Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας και Grand Junction High School
Ιδιότητα σεναριογράφος, συγγραφέας, μυθιστοριογράφος, σκηνοθέτης και ηθοποιός
Τέκνα Christopher Trumbo
Είδος τέχνης Συγγραφέας, σεναριογράφος
Βραβεύσεις Εθνικό Βραβείο Βιβλίου ΗΠΑ (1939)
Όσκαρ Καλύτερης Ιστορίας (1953, 1956)
Commons page Πολυμέσα σχετικά με τον καλλιτέχνη

Ο Ντάλτον Τράμπο (James Dalton Trumbo, 9 Δεκεμβρίου 1905 - 10 Σεπτεμβρίου 1976) ήταν Αμερικανός συγγραφέας, διάσημος για το αντιπολεμικό μυθιστόρημα Ο Τζόνι πήρε το όπλο του. Έγραψε επίσης δεκάδες σενάρια για κινηματογραφικές ταινίες, δύο εκ των οποίων τιμήθηκαν με το βραβείο Όσκαρ.

Έντονα πολιτικοποιημένος διανοούμενος, με αριστερές πεποιθήσεις που εξέφραζε ακόμα και στην κορύφωση του Ψυχρού Πολέμου, ο Τράμπο υπέστη απηνή διωγμό από το Χόλυγουντ μεταξύ 1947-1960, ενώ γνώρισε και τη φυλακή. Το όνομά του βρισκόταν στην κορυφή της διαβόητης Μαύρης Λίστας, δηλ. των ανθρώπων που θεωρούνταν φιλικοί προς τη Σοβιετική Ένωση και γι' αυτό κανένα στούντιο παραγωγής δε δεχόταν να συνεργαστεί μαζί τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι και τα δύο οσκαρικά σενάριά του (Διακοπές στη Ρώμη 1953, Ο Γενναίος 1956) είχαν δηλωθεί με άλλα ονόματα, με αποτέλεσμα τα αγαλματίδια να του απονεμηθούν αναδρομικά, πολλές δεκαετίες αργότερα.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Τζέιμς Ντάλτον Τράμπο, όπως ήταν το πλήρες ονοματεπώνυμό του, γεννήθηκε στο Μοντρόουζ του Κολοράντο στις 9 Δεκεμβρίου 1905. Από μικρός είχε κλίση προς τη δημοσιογραφία και, μαθητής ακόμα στο γυμνάσιο, κάλυπτε το δικαστικό και εκπαιδευτικό ρεπορτάζ σε τοπική εφημερίδα του Γκραντ Τζάνξιον, όπου είχε μετακομίσει η οικογένεια. Μετά το θάνατο του πατέρα του εγκατέλειψε το πανεπιστήμιο και εγκαταστάθηκε στο Λος Άντζελες, όπου εργάστηκε για οκτώ χρόνια ως αρτεργάτης. Παράλληλα δημοσιογραφούσε σε περιοδικά, παρακολουθούσε μαθήματα στο University of South Carolina και έκανε τις πρώτες του λογοτεχνικές απόπειρες, χωρίς πάντως να βρει εκδότη.

Κατά τα μέσα της δεκαετίας του '30 προσλήφθηκε στη Warner Bros ως αναγνώστης (μία ειδικότητα που «χτένιζε» τα σενάρια πριν την τελική έγκρισή τους). Την ίδια περίοδο εξέδωσε και το πρώτο του βιβλίο, το μυθιστόρημα Έκλειψη, με εμφανείς επιρροές από το σοσιαλιστικό ρεαλισμό. Το 1937 προήχθη σε σεναριογράφο και πολύ σύντομα αναδείχτηκε σε έναν από τους πιο ακριβοπληρωμένους του Χόλυγουντ, με εβδομαδιαίες απολαβές που έφταναν τα 4.000 δολάρια. Το 1940 έλαβε την πρώτη υποψηφιότητα για Όσκαρ, για το διασκευασμένο σενάριο της ταινίας Κίτι Φόιλ (ελληνικός τίτλος: Το δράμα μιας γυναίκας). Ένα χρόνο νωρίτερα είχε εκδώσει το θεωρούμενο ως σημαντικότερο μυθιστόρημά του, το Ο Τζόνι πήρε το όπλο του, μια αμείλικτη κριτική στο μιλιταρισμό και τον πόλεμο.

Το 1947 κλήθηκε στο Κογκρέσο για να καταθέσει ενώπιον της Επιτροπής Αντιαμερικανικών Δραστηριοτήτων, η οποία ερευνούσε την «άλωση» του κόσμου του θεάματος από κομμουνιστές. Μαζί με εννέα ακόμα σεναριογράφους και σκηνοθέτες, ο Τράμπο παρουσιάστηκε αλλά αρνήθηκε να καταθέσει, υποστηρίζοντας ότι τέτοιες διαδικασίες καταστρατηγούσαν τη συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία συνείδησης. Οι Δέκα, όπως πέρασαν στην ιστορία, απολύθηκαν αμέσως από τις εργασίες τους, ο δε Τράμπο το 1950 πέρασε και έντεκα μήνες στη φυλακή για την άρνησή του να συνεργαστεί με την Επιτροπή.

Μετά την αποφυλάκισή του αυτοεξορίστηκε στην Πόλη του Μεξικού, γράφοντας σενάρια για μεξικανικές ταινίες και βιβλία. Έστελνε επίσης σενάρια σε εταιρείες παραγωγής του Χόλυγουντ, χρησιμοποιώντας ψευδώνυμο ή παρένθετα πρόσωπα. Στο Μεξικό έζησε περίπου μια δεκαετία. Με την υποχώρηση του μακαρθισμού και της Μαύρης Λίστας, επέστρεψε στις ΗΠΑ και ξανάπιασε δουλειά σε υπερπαραγωγές όπως ο Σπάρτακος και ο Πεταλούδας. Γενικά, υπήρξε ένας απ' τους «μάγους» του διασκευασμένου σεναρίου, δηλ. της μετατροπής ενός βιβλίου σε κινηματογραφικό σενάριο. Το 1971 έκανε και τη μοναδική σκηνοθετική του απόπειρα, γυρίζοντας σε ταινία το Ο Τζόνι πήρε το όπλο του.

Πέθανε από καρδιακή προσβολή στο Λος Άντζελες στις 10 Σεπτεμβρίου 1976. Σύμφωνα με την επιθυμία του, το σώμα του δεν τάφηκε αλλά χρησιμοποιήθηκε για ερευνητικούς σκοπούς. Ήταν παντρεμένος επί τριάντα επτά χρόνια με την Κλίο Φίντσερ (1916-2009) και είχαν τρία παιδιά, τον Κρίστοφερ, τη Μελίσσα και τη Νίκολα.[1] Ο Κρίστοφερ Τράμπο έγινε ειδικός σε ζητήματα της Μαύρης Λίστας.

Οι πολιτικές διώξεις και τα «ορφανά» Όσκαρ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Φωτογραφία του Τράμπο από τη φυλακή, 9 Ιουνίου 1950

Χωρίς υπερβολή, στο πρόσωπο του Ντάλτον Τράμπο συμπυκνώνεται ολόκληρη η περίοδος που το Χόλυγουντ επιδιδόταν σε κυνήγι μαγισσών εναντίον όποιου βρισκόταν αριστερότερα των κατεστημένων πολιτικών κομμάτων. Από αυτόν ξεκίνησε η Μαύρη Λίστα, με αφορμή δικές του δουλειές ξεκίνησε και το ξήλωμά της.

Ο Τράμπο ήταν όχι απλά φιλελεύθερος, όπως αποκαλούνται γενικά οι αριστεροί στις ΗΠΑ, αλλά θαυμαστής της Σοβιετικής Ένωσης και κατά τη δεκαετία του '40 μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος. Στο ξεκίνημα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, εναρμονιζόμενος με τη σοβιετική γραμμή, υποστήριζε ανοιχτά τη γραμμή της μη γενίκευσης του πολέμου. Όταν αργότερα ο Χίτλερ επιτέθηκε στη Σοβιετική Ένωση, όχι μόνο άλλαξε άποψη, αλλά συμφώνησε με τον εκδότη του να αποσυρθεί από την κυκλοφορία το Ο Τζόνι πήρε το όπλο του για να μη δίνει επιχειρήματα στους οπαδούς της ουδετερότητας. Το 1946, με τον Ψυχρό Πόλεμο στα σπάργανα, δημοσίευσε ένα άρθρο όπου χαρακτήριζε την πολιτική των Δυτικών δυνάμεων ως απειλή για την ειρήνη. Όλα αυτά τον έκαναν εύκολο στόχο της Επιτροπής Αντιαμερικανικών Δραστηριοτήτων. Εξάλλου ο Τράμπο ουδέποτε απέκρυψε την ιδεολογία του. Αυτό που αρνήθηκε, ήταν η δικαιοδοσία της Επιτροπής να τον κρίνει βάσει της ιδεολογίας του.

Ενόσω βρισκόταν στο Μεξικό, δύο σενάριά του κέρδισαν το Όσκαρ Καλύτερης Ιστορίας (μια κατηγορία που αργότερα συγχωνεύτηκε με το Όσκαρ Σεναρίου), κανένα όμως δεν έφερε το όνομά του. Για τις Διακοπές στη Ρώμη (1953) είχε χρησιμοποιήσει ως «βιτρίνα» τον άσημο Βρετανό σεναριογράφο Ίαν Μακλέλαν Χάντερ, ο οποίος και παρέλαβε το αγαλματίδιο. Για το Γενναίο (1956) είχε χρησιμοποιήσει το φανταστικό ψευδώνυμο Ρόμπερτ Ριτς.

Το Γενάρη του 1960, ο Ότο Πρέμινγκερ ανακοίνωσε ότι προσέλαβε τον Τράμπο για το σενάριο της ταινίας Έξοδος. Λίγους μήνες μετά, ο Κερκ Ντάγκλας αποκάλυψε ότι ο Τράμπο ήταν ο σεναριογράφος της πολυαναμενόμενης νέας ταινίας του - επρόκειτο για το Σπάρτακο σε σκηνοθεσία Στάνλεϊ Κιούμπρικ. Όταν ο Σπάρτακος έκανε πρεμιέρα τον Οκτώβρη του ίδιου έτους, σήμανε την αρχή του τέλους για τη Μαύρη Λίστα: Το όνομα του Τράμπο εμφανιζόταν στην οθόνη, σπάζοντας με τον πλέον επίσημο τρόπο τον αποκλεισμό των προγραμμένων, και ο νεοεκλεγείς πρόεδρος Τζον Κένεντι έσπευδε να παρακολουθήσει την ταινία, στέλνοντας μήνυμα ότι δε θα επέτρεπε στο εξής παρόμοιες πρακτικές.

Το 1975 η Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου αναγνώρισε επίσημα τον Τράμπο ως δικαιούχο του Όσκαρ για το Γενναίο και του απέμεινε το αγαλματίδιο. Έπραξε το ίδιο για τις Διακοπές στη Ρώμη το 1993, ενώ ο Τράμπο είχε προ πολλού πεθάνει - μάλιστα ο γιος του Μακλέλαν Χάντερ είχε αρνηθεί να επιστρέψει το αγαλματίδιο του πατέρα του, με αποτέλεσμα να παραγγελθεί ένα αντίγραφο για να δοθεί στη χήρα του Τράμπο.

Επιλεγμένη εργογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Έκλειψη, μυθιστόρημα, 1935
  • Ο Τζόνι πήρε το όπλο του, μυθιστόρημα, 1939, Εθνικό Βραβείο Βιβλίου των ΗΠΑ
  • Χάρι Μπρίτζες, βιογραφία, 1941
  • The Time Out of the Toad, συλλογή δοκιμίων, 1971

Κινηματογράφος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σχετικά άρθρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]