Νικολά Εντμ Ρεστίφ ντε Λα Μπρετόν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Νικολά Εντμ Ρεστίφ ντε λα Μπρετόν
Restif de la bretonne.png
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Nicolas Edme Restif de La Bretonne (Γαλλικά)
Γέννηση 23 Οκτωβρίου 1734
Θάνατος 3 Φεβρουαρίου 1806 (71 ετών)
Εθνικότητα Γάλλοι
Χώρα πολιτογράφησης Γαλλία
Εκπαίδευση και γλώσσες
Μητρική γλώσσα Γαλλικά
Ομιλούμενες γλώσσες Γαλλικά[1]
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητα συγγραφέας

Ο Νικολά Εντμ Ρεστίφ (γαλλικά: Nicolas Edme Restif‎), γνωστός και ως Ρεστίφ ντε λα Μπρετόν ή και Ρετίφ ντε λα Μπρετόν (Restif de La Bretonne), ήταν Γάλλος συγγραφέας που γεννήθηκε στις 23 Οκτωβρίου 1734 στο Σασύ, κοντά στην Οσέρ της Βουργουνδίας και πέθανε στις 3 Φεβρουαρίου 1806 στο Παρίσι.

Γόνος πλούσιας αγροτικής οικογένειας, εργάστηκε σαν τυπογράφος στην Οσέρ και στη Ντιζόν και εγκαταστάθηκε στο Παρίσι το 1761: αυτή την εποχή άρχισε να γράφει. Μέσα από τη δουλειά του στο τυπογραφείο γνωρίστηκε και ανέπτυξε ισχυρές φιλίες με συγγραφείς όπως ο Μπωμαρσαί, ο Λουί-Σεμπαστιάν Μερσιέ, ο Γκριμόν ντε λα Ρενυέρ ή ο Καζότ.

Πολυγραφότατος, δημοσίευσε μια σειρά βιβλίων που σχετίζονται με διάφορα είδη, από πορνογραφικό μυθιστόρημα (Aντι-Ζυστίν ή οι Απολαύσεις του έρωτα) έως μαρτυρίες για το Παρίσι και τη Γαλλική επανάσταση (Νύχτες του Παρισιού ή ο νυχτερινός θεατής, 1788-1794, 8 τόμοι), όπως επίσης και βιογραφίες όπως Η ζωή του πατέρα μου (1779) . Έχει επίσης γράψει θεατρικά έργα που δεν παίχτηκαν ποτέ.

Προικισμένος με μια ζωντανή και συχνά εξωφρενική φαντασία και παρατηρητικό πνεύμα, και συγχρόνως, μια ιδιοσυγκρασία που τον οδηγούσε σε αχαλίνωτη ζωή, μελέτησε από κοντά τη ζωή του λαού, που αργότερα απεικόνισε με την παραμικρή λεπτομέρεια, παρουσιάζοντας μια πραγματική εικόνα της γαλλικής κοινωνίας της προ-επαναστατικής εποχής στη Γαλλία.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ρεστίφ γεννήθηκε στις 23 Οκτωβρίου 1734 στο Σασύ, σε ένα σπίτι που βρίσκεται σήμερα στη διεύθυνση Grande Rue 115 και ήταν ο μεγαλύτερος γιος του Εντμ Ρεστίφ και της Μπαρμπ Φερλέ.[2] Το ζευγάρι είχε οκτώ παιδιά. Πλούσιος αγρότης ο πατέρας του, αγόρασε το σπίτι και το κτήμα της La Bretonne, ανατολικά του Σασύ. Η οικογένεια εγκαταστάθηκε εκεί το 1742.[3]

Το παλιό βιβλιοπωλείο Fournier στην Οσέρ, όπου ο Ρεστίφ ντε λα Μπρετόν εργάστηκε ως μαθητευόμενος και στη συνέχεια ως εκτυπωτής.

Το 1746 άρχισε να φοιτά σε σχολείο γιανσενιστών, υπό την εποπτεία του ετεροθαλούς αδελφού του Τομά, που ήταν κληρικός. Διέκοψε όμως τη φοίτησή του καθώς τα δύο αδέλφια αναγκάστηκαν να φύγουν λόγω των διώξεων κατά των γιανσενιστών και βρέθηκαν στην Οσέρ. Στη συνέχεια τον έστειλαν σε έναν άλλο αδελφό του, ιερέα στο Κουρζί. Εκεί, το 1748, ερωτεύτηκε μυστικά την κόρη του συμβολαιογράφου και σκεφτόταν για καιρό να την παντρευτεί, όμως αυτή πέθανε. Το 1749 άρχισε να γράφει τα σημειωματάρια, ή Μνημόνια, όπου έγραψε τα πρώτα ποιητικά του έργα του και δύο πράξεις μιας λατινικής κωμωδίας σε πεζό λόγο κατά μίμηση του Τερέντιου.[4]

Το 1750 ο αδελφός του τον έδιωξε γιατί ήταν πολύ ανυπότακτος και ενδιαφερόταν πολύ για τα νεαρά κορίτσια, κι έτσι επέστρεψε στο Σασύ, όπου ασχολήθηκε για δεκαοχτώ μήνες με αγροτικές ασχολίες.

Ο Ρεστίφ, που είχε πολύ ευαίσθητη υγεία, αρχικά προορίζονταν για την Εκκλησία, καθώς όμως, όπως φαίνεται, είχε ιδιαίτερη κλίση προς τις γυναίκες, απομακρύνθηκε από την ιεροσύνη.

Εργάστηκε για λίγο σαν βοσκός στο χωριό του και έπειτα οι γονείς του τον έστειλαν, τον επόμενο χρόνο, ως μαθητευόμενο τυπογράφο στην Οσέρ στον εκτυπωτή François Fournier, όπου ερωτεύτηκε τη γυναίκα του αφεντικού του, Marguerite Collet, γεννημένη το 1724, που απαθανάτισε στο έργο του ως «Paragon Collette» . Το 1755 πήγε στο Παρίσι, όπου άρχισε να εργάζεται σαν τυπογράφος, εργάστηκε στο βασιλικό τυπογραφείο αλλά και σε ιδιωτικά τυπογραφεία.

Έφυγε από το Παρίσι για τη Ντιζόν, πριν επιστρέψει στον Φουρνιέ στην Οσέρ, όπου παντρεύτηκε την Ανιές Λεμπέγκ, με την οποία απέκτησε τέσσερις κόρες. Τον Ιούνιο του 1761, το ζευγάρι μετακόμισε στο Παρίσι, όπου ο Ρετίφ εργάστηκε σε διάφορα τυπογραφεία.

Ο Ρεστίφ εργαζόταν για την αστυνομία, δίνοντας πληροφορίες για άλλα τυπογραφεία. Από το 1767, σύμφωνα με πολλούς βιογράφους του, οι δραστηριότητές του σαν καταδότης έπαψαν να αφορούν μόνο τις εκδόσεις. Έγινε συνεργάτης της αστυνομίας, και παρέμεινε έως το 1789. [5]

Κατά τη διάρκεια της επανάστασης, συνελήφθη στις 14 Ιουλίου και 29 Οκτωβρίου 1789 αλλά απελευθερώθηκε μετά από τέσσερις ή πέντε μέρες κράτησης. Στις αρχές του 1790 έστησε ένα μικρό τυπογραφείο στο σπίτι του στον τέταρτο όροφο στη διεύθυνση Rue de la Bûcherie 11 και εργάστηκε πάλι σαν τυπογράφος. Στην επανάσταση ο Ρεστίφ, που υπέγραφε στο εξής ως Rétif Labretone, καθώς το πρόθεμα "ντε" είχε γίνει επικίνδυνο εκείνη την εποχή, ακολούθησε την αλλαγή του καθεστώτος χωρίς να συμμετέχει ενεργά. Εντάχθηκε στην Εθνική Φρουρά και συμμετείχε στις συνεδριάσεις του τμήματος, αλλά δεν είχε ενεργό ρόλο. Άλλωστε, μέχρι το 1791 τουλάχιστον, διακήρυττε την πίστη του στη μοναρχία, αργότερα όμως άλλαξε "σε μια άγρια καταγγελία του Λουδοβίκου ΙΣΤ΄ και όλων των βασιλιάδων".[6]

Αναζητώντας αδιάκοπα οικονομικούς πόρους - πέθανε στη φτώχεια - έγραψε επίσης πολλά κείμενα για τη μεταρρύθμιση της πορείας του κόσμου.

Λογοτεχνική καριέρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εικονογράφηση από τις Νύχτες του Παρισιού (1788)
Γκραβούρα του Louis Binet για τον Διεφθαρμένο χωρικό. Ο Εντμόντ, ο πρωταγωνιστής, σε δείπνο με τέσσερις μοναχούς.

Το 1767 ο Ρεστίφ δημοσίευσε το πρώτο σημαντικό του έργο, την Ενάρετη οικογένεια, και εγκατέλειψε το επάγγελμά του. Αυτό ήταν το πρώτο έργο και ακολούθησαν μεταξύ άλλων: ο Διεφθαρμένος χωρικός ή οι κίνδυνοι της πόλης(1775), που τον έκανε γνωστό, η Ζωή του πατέρα μου (1778), στο οποίο σκιαγραφεί μια ρόδινη εικόνα της αγροτικής κοινωνίας πριν από την Επανάσταση με κυρίαρχη την αναφορά στον πατέρα του, οι Σύγχρονες ή Περιπέτειες των ωραιότερων γυναικών της εποχής μας (1780) που τον έκανε διάσημο, η Διεφθαρμένη χωρική (1784) , που ακολούθησε την επιτυχία του Διεφθαρμένου χωρικού και που και τα δύο έχουν σαν θέμα την ηθική εξαχρείωση των ενάρετων επαρχιωτών όταν έρχονταν στο Παρίσι, οι Γαλλίδες ή 34 επιλεγμένα παραδείγματα σύγχρονων ηθών, ικανά να κατευθύνουν κόρες, συζύγους, γυναίκες και μητέρες (1786), και Αντι-Ζυστίν ή οι Απολαύσεις του έρωτα, ένα μυθιστόρημα χαριτωμένο, αθυρόστομο και αναίσχυντο, χαρακτηριστικό ελευθέριο έργο, από αυτά που σκανδάλιζαν το λογοτεχνικό 18ο αιώνα, που ο Ρεστίφ έγραψε σαν "απάντηση" στη Ζυστίν του μαρκήσιου ντε Σαντ(1793). Τα βιβλία του συνοδεύονταν από εικονογραφήσεις[7], κυρίως για την καταπολέμηση της πλαστογραφίας.

Το 1780, ζώντας χωριστά από τη σύζυγό του, συνάντησε τη νεαρή Σάρα, κόρη της σπιτονοικοκυράς του, η οποία του ενέπνευσε την Τελευταία περιπέτεια ενός ανθρώπου του σαράντα πέντε χρονών (1783).

Την ίδια χρονιά, καθώς τριγύριζε τη νύχτα στους δρόμους του Παρισιού και του Ιλ Σαιν-Λουί, ονομάζοντας τον εαυτό του "κουκουβάγια", άρχισε να γράφει ιστορίες στις γέφυρες και στους τοίχους.

Μάρτυρας στα γεγονότα της Επανάστασης, δημοσίευσε το Ισχυρότερο φυλλάδιο (26 Φεβρουαρίου, 1789), τις Νύχτες του Παρισιού ή ο Νυχτερινός θεατής (1788-1793), το Θεσμογράφο ή Οι ιδέες ενός έντιμου ανθρώπου σχετικά με ένα σχέδιο κανονισμού προτεινόμενο σε όλα τα έθνη της Ευρώπης για να πραγματοποιήσουν μια γενική μεταρρύθμιση των νόμων. με ιστορικά σημειώματα( 1790), το Παλαί-Ρουαγιάλ (1790), τους πέντε τόμους του Θεάτρου του (1793), τους Επαρχιώτισσες ή Ιστορία των κοριτσιών και γυναικών των επαρχιών της Γαλλίας, των οποίων οι περιπέτειες είναι ικανές να παρέχουν δραματικά θέματα κάθε είδους (1795) τη Φιλοσοφία του κυρίου Νικολά (1796), τον κύριο Νικολά (1797).

Ο κύριος Νικολά (Monsieur Nicolas) είναι το σημαντικότερο έργο του Ρεστίφ ντε λα Μπρετόν, μια τεράστια αυτοβιογραφία σε οκτώ τόμους, που εκδόθηκε από το 1794 έως το 1797 και διαδραματίζεται κατά μεγάλο μέρος στον παρισινό υπόκοσμο. Σ' αυτό το βιβλίο-ποταμό ο συγγραφέας-αφηγητής αναφέρεται στη ζωή του και εκθέτει τα βάσανά του αλλά καταθέτει επίσης μια μαρτυρία της εποχής του και της κοινωνίας. Επιπροσθέτως, είναι μια πολύ πλούσια πηγή πληροφοριών σχετικά με την αγροτική ζωή και τον κόσμο των εκτυπωτών του 18ου αιώνα.

Το 1811, ο Michel de Cubières δημοσίευσε την Ιστορία των συντρόφων της Μαρίας, μια συλλογή ανέκδοτων διηγημάτων του Ρεστίφ ντε λα Μπρετόν, συνοδευόμενη από ένα κείμενο σχετικά με τη ζωή και τα έργα του.[8]

Ο συγγραφέας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ζωή του πατέρα μου, εξώφυλλο

Θαυμαστής των ιδεών του Ρουσσώ, ο Ρεστίφ ήθελε, ακολουθώντας το παράδειγμά του, να εισάγει στα έργα του το θέμα της κοινωνικής μεταρρύθμισης, και επέδειξε, σε ό,τι έγραφε για την κυβέρνηση, την εκπαίδευση, τις γυναίκες, το θέατρο, κλπ., πρωτοτυπία και παραδοξότητα αλλά και τόλμη, ιδιαιτερότητα και ακρίβεια. Στο έργο του αποτύπωσε με ιδιαίτερη ζωντάνια τις πιο σκοτεινές πλευρές της γαλλικής ζωής κατά τον 18ο αιώνα.[9]

Ο μαρκήσιος ντε Σαντ και ο Ρεστίφ, των οποίων οι απόψεις ήταν αντίθετες, έτρεφαν αμοιβαία αντιπάθεια. Ο Ρεστίφ αντιμετώπιζε τον Σαντ σαν «τέρας», ένας όρος που του άρεσε ιδιαίτερα και συχνά βρίσκεται στα γραπτά του. Αντίθετα, εκτιμήθηκε ιδιαίτερα από πολλούς συγγραφείς, ανάμεσα στους οποίους και ο Σίλερ, ο οποίος επεσήμανε στον Γκαίτε τη δημοσίευση του κυρίου Νικολά το 1798. Επικρίθηκε ευρέως από τους απανταχού ακραιφνείς υποστηρικτές της γλώσσας, όπως ο Λα Αρπ ,(που του έδωσε το ψευδώνυμο «ο Βολταίρος των υπηρετριών» ή «ο Ρουσσώ του βούρκου». Όμως, ο Lavater τον ονόμαζε «ο Γάλλος Ρίτσαρντσον», ο Ζεράρ ντε Νερβάλ του αφιέρωσε μια βιογραφία στο έργο του les Illuminés, και θαυμάστηκε ιδιαίτερα από τους σουρεαλιστές, οι οποίοι τον επανανακάλυψαν.

Σαν εκδότης ενδιαφερόταν επίσης για τη μεταρρύθμιση της γλώσσας, για την ορθογραφία και το συντακτικό,[10] δημιουργώντας πολλούς νεολογισμούς. Επίσης, ήταν ένας από τους πρωτοπόρους του σχολιασμού του τρόπου αμφίεσης, που απασχόλησε πολύ την κριτική στην εποχή του, αυτό εμφανίζεται για πρώτη φορά στο έργο του οι Σύγχρονες το 1780.[11]

Φιλόσοφος, μεταρρυθμιστής, για καιρό αγνοημένος, ο Ρεστίφ ντε λα Μπρετόν καταπιάστηκε με όλα τα κοινωνικά προβλήματα, συμπεριλαμβανομένων των ταμπού (πορνεία, αιμομιξία, κ.λπ.), υποστηρίζοντας συχνά συντηρητικές και κατασταλτικές λύσεις. Συνέλαβε επίσης την ιδέα μια μορφής αγροτικού κομμουνισμού, από όπου εμπνεύστηκαν ο Σαιν-Σιμόν και ο Φουριέ. [12]

Τα ερωτικά του βιβλία ήταν συχνά εικονογραφημένα με γυναίκες με μικρά πόδια και στρογγυλό στόμια. Σε όσους τον επέκριναν για την επιλογή των θεμάτων του απαντούσε ότι έγραφε βιβλία ηθικής ιατρικής, ότι οι αρχές του ήταν ειλικρινείς και ότι δεν θα μπορούσε να απεικονίσει αγνά ήθη όταν στον αιώνα κυριαρχούσαν τα διεφθαρμένα. Αν και το στυλ του είναι συνήθως τετριμμένο και συχνά ανακριβές, ο Ρεστίφ, ωστόσο, άγγιζε τους αναγνώστες του με τις παραστατικές σκηνές του, με συγκινητικούς τόνους, με τη ζωντάνια των διαλόγων του και με την απεικόνιση πραγματικών σκηνών της παρισινής ζωής. Η συγγραφική του γονιμότητα ήταν ανεξάντλητη και η επιτυχία του πολύ μεγάλη. Σε μια εποχή που τόσα πολλά ελευθέρια έργα διαβάζονταν στα μπουντουάρ των κυριών και στα σαλόνια, μέρος του κοινού παθιάστηκε με τα μυθιστορήματά του, που έφεραν τη σφραγίδα της αλήθειας και της ειλικρίνειας.

Αυτός ο γραφομανής, συγγραφέας μυθιστορημάτων αλλά και θεατρικών έργων, μιας μεγάλης αυτοβιογραφίας κατά τα πρότυπα του Ρουσσώ και πολλών μεταρρυθμιστικών προγραμμάτων (για την πορνεία, το θέατρο, την κατάσταση των γυναικών, των ηθών, του νόμου), αποτελεί το αντικείμενο ενός ανανεωμένου ενδιαφέροντος από την πλευρά της ακαδημαϊκής κριτικής που βλέπει σ'αυτόν έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του Διαφωτισμού του τέλους του 18ου αιώνα.

Παραπομπές - Σχόλια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. (Γαλλικά) BnF authorities. data.bnf.fr/ark:/12148/cb11921619k. Ανακτήθηκε στις 10  Οκτωβρίου 2015.
  2. Edme Restif, né le 25 août 1690 à Nitry, veuf de Marie Dondaine (avec laquelle il s’était marié le 27 avril 1713 et qui était morte le 11 juin 1730), épouse Barbe Ferlet, née le 22 janvier 1703 à Accolay, le 25 janvier 1734 à Sacy.
  3. Chronologie de Pierre Testud, in Nicolas-Edme Restif de La Bretonne, Le Pied de Fanchette. Le Paysan perverti. Les contemporaines du commun, Paris, robert Laffont, 2002, p. xxxi-xxxiv.
  4. Chronologie de Pierre Testud, op. cit., p. xxxiv-xxxv.
  5. Daniel Baruch, « L' indicateur et la Marquise: enquete sur l' activité policière de Restif », Études rétiviennes, no 6,‎ 1987, p. 73-87 (ISSN 0295-3730) ; Roland Ernould, , Paris, L'Harmattan, 2007, 442 p., p. 100 ; Patrick Ravignant, , P. Horay, 1969, 602 p., p. 224.
  6. Nicolas Edme Restif de La Bretonne, Charles Brabant, Marcel Dorigny, , Éditions de Paris, 1989, 188 p., « préface ».
  7. Nicolas-Edme Rétif de La Bretonne et Pierre Testud (éd.), , vol. 2, Gallimard, coll. « Bibliothèque de la Pléiade », 1989, p. 1648, note 3.
  8. Nicolas-Edme Rétif de La Bretonne et Pierre Testud, , vol. 1, Gallimard, coll. « Bibliothèque de la Pléiade », 1989, « Chronologie », p. XXVII-LIII.
  9. Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Britannica, τ.52, σελ 29
  10. Jean-René Suratteau, « Restif (de la Bretonne) Nicolas Edme », dans Albert Soboul (dir.), Dictionnaire historique de la Révolution française, Paris, PUF, 1989 (rééd. Quadrige, 2005, p. 897-898).
  11. Nicolas-Edme Rétif de La Bretonne et Pierre Testud (éd.), , vol. 2, Gallimard, coll. « Bibliothèque de la Pléiade », 1989, p. 1419-1420, note 7.
  12. Jean-René Suratteau, « Restif (de la Bretonne) Nicolas Edme », dans Albert Soboul (dir.), Dictionnaire historique de la Révolution française, Paris, PUF, 1989 (rééd. Quadrige, 2005, p. 897-898).