Μητροπολίτης Κρήτης Τίτος Β΄

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μητροπολίτης Κρήτης Τίτος Β΄
Γέννηση
Θάνατος
Ιδιότητα ιερέας

Ο Τίτος Ζωγραφίδης (1859-1933) υπήρξε ιεράρχης στην Επισκοπή Πέτρας της Κρήτης (1889-1922) και στη συνέχεια στη Μητρόπολη Κρήτης, σε μια εποχή έντονων εθνικών, πολιτικών και εκκλησιαστικών διεργασιών, στις οποίες είχε καταλυτική δράση.

Γεννήθηκε στη Γαλίφα Ηρακλείου Κρήτης στις 23 Δεκεμβρίου 1859. Ήταν γιος του παπα-Σγουράφου Γεωργίου Ρουσσάκη και ονομαζόταν Λεωνίδας. Παρακολούθησε τα μαθήματα κατώτερων και ανώτερων σχολείων που λειτουργούσαν τότε στην Επισκοπή και στην ιστορική Μονή Αγκαράθου, όπου το 1878 έγινε μοναχός με το όνομα Τίτος.

Χειροτονήθηκε διάκονος από τον τότε Μητροπολίτη Κρήτης Τιμόθεο Α΄ τον Καστρινογιαννάκη. Η Χριστιανική Δημογεροντία Ηρακλείου έστειλε το 1879 ως υπότροφο τον Τίτο Ζωγραφίδη στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Αποφοίτησε το 1885 με βαθμό “παμψηφεί άριστα” και γύρισε στην Κρήτη. Ανέλαβε συντονιστής – επιθεωρητής των χριστιανικών ελληνικών δημοτικών σχολείων και Σχολάρχης της Ελληνικής Σχολής στο Χριστό Επισκοπής Πεδιάδος. Σ’ αυτήν δίδαξε τέσσερα χρόνια μέχρι το 1889. Το 1889, εκλέγεται επίσκοπος Πέτρας από την Επαρχιακή Ιερά Σύνοδο Κρήτης. Χειροτονήθηκε επίσκοπος στις 23 Δεκεμβρίου 1889, στα 30ά του γενέθλια, και εγκαθίσταται στην έδρα του, τη Νεάπολη Μεραμβέλλου.

Εκκλησιαστικό Έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την επισκοπή Πέτρας εποίμανε 33 χρόνια, κατά τα οποία ανέπτυξε πνευματική, κοινωνική και εθνική δράση με τις διοικητικές και θεολογικές του ικανότητες. Μερίμνησε να ιδρυθούν σχολεία και μαζί με το κήρυγμα του συνέβαλε να εξυψωθεί το πνευματικό επίπεδο των Χριστιανών της περιοχής του. Παράλληλα, βοήθησε ενεργά στην απελευθέρωση της Κρήτης από τους Τούρκους, συμμετέχοντας στην επανάσταση του 1896-1897, συνεργαζόμενος με τους οπλαρχηγούς με συμβουλές, ιδέες, επαφές, συγκέντρωση εφοδίων, αλλά ακόμη και με όπλα, οδηγώντας σώμα επαναστατών στη μάχη κατά της Σπιναλόγκας.

Μετά την ανακήρυξη της αυτονομίας της Κρήτης το 1898, συνέβαλε στην οργάνωση της Εκκλησίας της Νήσου με τη λύση του μητροπολιτικού ζητήματος και την σύνταξη καταστατικού χάρτη, αλλά και στους μετέπειτα εθνικούς αγώνες αποκατάστασης των υποδούλων Ελλήνων και ισχυροποίησης του ελληνικού κράτους. Το 1914-1915 ήταν μέλος της Νομοπαρασκευστικής Επιτροπής για την Εκκλησιαστική Νομοθεσία με σπουδαία συνεισφορά. Το 1918 προτάθηκε να γίνει Μητροπολίτης Αθηνών και Πάσης Ελλάδος, ενώ την περίοδο 1917-1920 ήταν τοποτηρητής της Μητροπόλεως Κρήτης. Αργότερα, το 1922, η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου τον εξέλεξε Μητροπολίτη Κρήτης και Πρόεδρο της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου της Εκκλησίας Κρήτης. Η ενθρόνισή του, ως Τίτος Β’, έγινε το Σάββατο 8 Οκτωβρίου 1922 στο μητροπολιτικό ναό του Αγίου Μηνά Ηρακλείου, και την επαύριον η πρώτη λειτουργία, στην οποία χοροστάτησε ως Μητροπολίτης (Αρχιεπίσκοπος) Κρήτης.

Από τα σπουδαιότερα γεγονότα της αρχιερατείας του ήταν η απόδοση στη λατρεία των ορθοδόξων χριστιανών του ιστορικού ναού του Αγίου Τίτου Ηρακλείου. Ο ναός αυτός είχε κτισθεί πρώτη φορά από το Νικηφόρο Φωκά λίγο μετά το 961 μ.Χ. και ήταν η Μητρόπολη της Κρήτης στη Β’ Βυζαντινή περίοδο και στην Ενετοκρατία μέχρι το 1669, οπότε παραδόθηκε σε Τούρκους το Ηράκλειο. Μετετράπη σε τζαμί, το λεγόμενο Βεζύρ ή Γενί Τζαμί. Το 1856 γκρεμίστηκε από σεισμό και ανοικοδομήθηκε νέο μεγαλόπρεπο κτίριο κατά τα έτη 1869-1888, για να εγκαταλειφθεί το 1924. Τότε ο Τίτος ενέργησε δυναμικά και επέτυχε να ξαναγίνει χριστιανικός ναός και να ανακαινισθεί. Τα εγκαίνια ετέλεσε, μαζί με όλη την Κρητική Ιεραρχία, την Κυριακή των Μυροφόρων, στις 3 Μαΐου 1925.

Η υπό την προεδρία του Επαρχιακή Σύνοδος προκάλεσε νομοθετική ρύθμιση της συνενώσεως σε μία των επισκοπών κάθε νομού και εδέχθη την υπαγωγή της Κρήτης στην Εκκλησία της Ελλάδος και των δύο ακυρωθεισών πριν εφαρμοσθούν.

Συγγραφικό Έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έγραψε τα βιβλία «Ἠθικαί ὁμιλίαι ἐπί τῶν εὐαγγελικῶν περικοπῶν τοῦ ὅλου ἐνιαυτοῦ» και «Ἑρμηνευτικαί Ὁμιλίαι περί τοῦ Ἱεροῦ Συμβόλου τῆς ἁγίας ἡμῶν Πίστεως», επίκαιρα δημοσιεύματα στον Τύπο και επιστολές προς σημαίνοντα πρόσωπα της εποχής. Αυτές οι τελευταίες δημοσιεύονται σταδιακά από ειδικούς της πρόσφατης εκκλησιαστικής και εθνικής ιστορίας, επιβεβαιώνοντας τον εθνικό και εκκλησιαστικό ρόλο που διαδραμάτισε ο Κρήτης Τίτος.

Συνδύαζε πολυμάθεια, ευρυμάθεια, θεολογική μόρφωση, φιλολογική κατάρτιση και μεγάλη ευγλωττία, στοχεύοντας πάντα σε ό,τι ωφέλιμο πνευματικά, κοινωνικά και εθνικά για τον τόπο και τους ανθρώπους του.

Σαφής Εθνική στάση σε σχέση με την Εθναρχούσα Εκκλησία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κρήτης Τίτος ανδρώθηκε στα χρόνια των μεγάλων επαναστάσεων του χριστιανικού πληθυσμού της Κρήτης κατά του οθωμανικού ζυγού, με ξεκάθαρο αίτημα την εθνική αποκατάστασή του, που την εννοούσε μόνο ως ένωση με την ελεύθερη Ελλάδα, απορρίπτοντας βαθμηδόν την εκ παραλλήλου ενδυναμούμενη οργάνωση της κοινοτικής ζωής στα πλαίσια της πολυπολιτισμικής οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Συνεισφορά στο κοινωνικοοικονομικό πρόβλημα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προσέφερε μεγάλο μέρος της μοναστηριακής περιουσίας στο κράτος για την αποκατάσταση ακτημόνων εφέδρων πολεμιστών των εθνικών αγώνων, συνεισφέροντας έμπρακτα στην παγίωση της πεποίθησης περί ενότητας Εκκλησίας και Έθνους, θεωρώντας το πλαίσιο αυτό ως το καλλίτερο για την πρόοδο του Γένους συνολικά και ειδικότερα του ελεύθερου πλέον Κρητικού λαού.

Συμπαράσταση στον τόπο του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την περιφέρεια του Δήμου Επισκοπής με τα 24 χωριά υποστήριξε με ποικίλα μέσα. Ενίσχυσε τον Επαναστατικό αγώνα το 1896-1897 στην επαρχία Πεδιάδος και ευρύτερα στην περιοχή Ηρακλείου και Μεραμπέλλου. Μόλις λειτούργησε το αυτόνομο κράτος της Κρήτης, φρόντισε την παιδεία στη Γαλίφα Ηρακλείου, όπου ιδρύθηκε δημόσιο Δημοτικό Σχολείο και διορίστηκε Δάσκαλος το 1899.

Η δια των ενεργειών του εύνοια του Κρητικού Κράτους αποδείχτηκε με την κατασκευή της «Καμάρας» για τη συγκοινωνία προς Επισκοπή – Ηράκλειο και την ανοικοδόμηση του Δημοτικού Σχολείου το 1903. Μερίμνησε ακόμη για την ανακαίνιση του Μιχαήλ Αρχαγγέλου. Οι μεγάλες Δεσποτικές εικόνες του Τέμπλου του Ναού αυτού, καθώς και άλλες εικόνες σε άλλες εκκλησίες του χωριού είναι αφιερώματά του (1909). Επίσης, ενίσχυε τη λειτουργία της Ελληνικής Σχολής του Χριστού στην Επισκοπή.

Πατριωτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα συναισθήματα του επισκόπου Πέτρας Τίτου Ζωγραφίδη για την απελευθέρωση της Κρήτης από τον τουρκικό στρατό και τη διακυβέρνηση από τον Πρίγκηπα Γεώργιο (9 Δεκεμβρίου 1898) εκφράζονται παραστατικά σε μιαν επιστολή του:

Εν Νεαπόλει 21 Ιανουαρίου 1899


…σᾶς παρακαλῶ νά δεχθῆτε τάς ἐγκαρδίους εύχαριστίας μου ἐπί τοῖς συγχαρητηρίοις, ἅτινα ἐκ πατριωτικῆς καρδίας μοί ἀπευθύνετε ἐπί τῇ ἀπελευθερώσει τῆς φιλτάτης Πατρίδος. Ναί, ἡ χαρά μας εἶναι ἀνέκφραστος ἐπί τῷ αἰσίῳ τούτῳ καί ποθητῷ γεγονότι καὶ δικαίως. Μετὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον τῆς Μητρός ῾Ελλάδος, οὐδείς, μηδ᾿ ἑμοῦ τοῦ αἰσιοδοξωτάτου ἐξαιρουμένου, προσεδόκα τοιαύτην λύσιν ἱκανοποιοῦσαν τοὺς προαιωνίους πόθους τῶν Κρητῶν. ᾿Αλλὰ δόξα τῇ θείᾳ Προνοίᾳ καὶ ἀΐδιος εὐγνωμοσύνη εἰς τοὺς ἐργάτας τοῦ ἐθνικοῦ τούτου ἔργου, ὧν τὴν πρώτην θέσιν, κατ᾿ ἐμέ ταπεινόν κριτήν, κατέχει ὁ λατρευτός μοι Βασιλεύς Γεώργιος ὅστις διά τῆς περινοίας του καὶ τὸ ἐλεύθερον ἔθνος διέσωσεν ἀπό τῶν συνεπειῶν τοῦ ἀτυχοῦς πολέμου καὶ τὴν Κρήτην ἐλευθέρωσε τοῦ βαρβαρικοῦ ζυγοῦ. Καὶ οὕτω δυνάμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ ὀνομάσωμεν ἑαυτοὺς μὲ τὸ γλυκύτατον ὄνομα ἐλευθέρους.
Ηὐτύχησα νὰ παραστῶ κατὰ τὴν ὑποδοχὴν τοῦ πολυφιλήτου ῾Ηγεμόνος μας· ὁποῖα δὲ συναισθήματα ἐγεννήθησαν ἐν ἐμοί, καὶ ὁποία χαρά καὶ ἱερά συγκίνησις μὲ κατέλαβεν, εἶναι, ἀδύνατον νὰ σᾶς περιγράψω. Τὰ δάκρυά μου ἔρρεον ποταμηδόν, δὲν ἐδυνάμην νὰ ἀρθρώσω λέξιν. ...

Ὁ Πέτρας Τίτος

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές, από Δημοσιεύσεις των συγγραφέων

  1. Μητροπολίτου Αρκαλοχωρίου Ανδρέα Νανάκη καθηγητού Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
  2. Μητροπολίτου Ρεθύμνης Θεοδώρου Τζεδάκη(†1996)
  3. Νικολάου Ζευγαδάκη θεολόγου
  4. Θεοχάρη Δετοράκη καθηγητού Πανεπιστημίου Κρήτης
  5. Στεφάνου Ξανθουδίδη (†1927) αρχαιολόγου – φιλολόγου – συγγραφέα
  6. Ηλία Βουτιερίδη (†1940) συγγραφέα
  7. Ε. Πρωτοψάλτη, Διευθ. Γενικών Αρχείων του Κράτους
  8. Νίκου Κ. Μανιουδάκη, περιοδικό Σεΐρα, τεύχος 1