Μετά είκοσι έτη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Μετά Είκοσι Έτη
Vingt ans après par Alexandre Dumas - La Petite Presse.jpg
ΣυγγραφέαςΑλέξανδρος Δουμάς
ΤίτλοςVingt ans après
ΓλώσσαΓαλλικά
Ημερομηνία δημοσίευσης1845
Είδοςcloak and dagger novel
περιπέτεια επιστημονικής φαντασίας
ΘέμαΕπαναστάση της σφενδόνης
ΣειράD'Artagnan Romances
ΧαρακτήρεςΝτ' Αρτανιάν, Άθως, Πόρθος, Άραμης, Planchet, Grimaud, Mousqueton, Bazin, Καρδινάλιος Μαζαρίνος, Άννα της Αυστρίας, Λουδοβίκος ΙΔ΄ της Γαλλίας, Raoul de Bragelonne, John Francis Winter, Κάρολος Α΄ της Αγγλίας, Όλιβερ Κρόμγουελ, Ζαν-Φρανσουά Πωλ ντε Γκοντί, Comte de Rochefort, Φραγκίσκος του Μπωφόρ, Αν-Ζενεβιέβ των Βουρβόνων-Κοντέ και Lord de Winter
ΤόποςΓαλλία
LC ClassOL36858W[1]
ΠροηγούμενοΟι Τρεις Σωματοφύλακες
ΕπόμενοΟ Υποκόμης της Βραζελόνης
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Το Μετά είκοσι έτη (παλαιότερος ελληνικός τίτλος «Μετά είκοσιν έτη», Γαλλικά: Vingt ans après) είναι μυθιστόρημα του Αλέξανδρου Δουμά, το οποίο κυκλοφόρησε σε συνέχειες για πρώτη φορά από τον Ιανουάριο έως τον Αύγουστο του 1845. Η πλοκή του είναι συνέχεια του μυθιστορήματος «Οι Τρεις Σωματοφύλακες» (1844) και προηγείται του βιβλίου «Ο Υποκόμης της Βραζελόνης» (1847–1850) (το οποίο περιλαμβάνει επίσης την υπόθεση «Το Σιδηρούν Προσωπείο»). Και τα τρία βιβλία είναι μέρος μίας τριλογίας νουβελών με το όνομα «Οι περιπέτειες του Ντ’ Αρτανιάν».

Το μυθιστόρημα ακολουθεί γεγονότα στη Γαλλία την περίοδο της Σφενδόνης, κατά τη διάρκεια της βασιλείας του ανήλικου Λουδοβίκου ΙΔ΄, καθώς και το τέλος του Αγγλικού εμφύλιου πολέμου, που οδήγησε στη νίκη του Όλιβερ Κρόμγουελ και στην εκτέλεση του βασιλιά Κάρολου Α΄ της Αγγλίας. Μέσα από τους διαλόγους των κύριων χαρακτήρων, ιδιαίτερα του Άθω, ο Δουμάς υποστηρίζει την πλευρά της μοναρχίας γενικά, ή τουλάχιστον το κείμενο συχνά επαινεί την ιδέα της καλοπροαίρετης βασιλείας. Ο συγγραφέας παρουσιάζει τους σωματοφύλακες πολύ γενναίους και σκιαγραφεί τις προσπάθειές τους να προστατεύσουν τον νεαρό Λουδοβίκο ΙΔ΄ και τον καταδικασμένο Κάρολο Α΄ της Αγγλίας από τους επιτιθεμένους του.

Σύνοψη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ντ’ Αρτανιάν και ο Καρδινάλιος Μαζαρέν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η δράση ξεκινά κατά τη διάρκεια της αντιβασιλείας της βασίλισσας Άννας της Αυστρίας (περίοδος ετών 1643–1651), με τον Καρδινάλιο Μαζαρέν ως πρώτο υπουργό της Γαλλίας. Ο Ντ’ Αρτανιάν, (ο οποίος φαίνεται να έχει μία πολλά υποσχόμενη καριέρα μπροστά του στο τέλος του βιβλίου «Οι Τρείς Σωματοφύλακες»), παραμένει για είκοσι χρόνια υπολοχαγός, και φαίνεται απίθανο να προωθηθεί παρά την φιλοδοξία του και το χρέος που του οφείλει η βασίλισσα. Καλείται από τον Καρδινάλιο Μαζαρέν, ο οποίος απαιτεί προστασία. Οι Γάλλοι απεχθάνονται τον Καρδινάλιο και βρίσκονται στο χείλος της εξέγερσης (Σφενδόνη). Ο Ντ’ Αρτανιάν αποστέλλεται στη Βαστίλη για να βοηθήσει έναν κρατούμενο, ο οποίος αποδεικνύεται ότι είναι ο πρώην αντίπαλος του, ο Κόμης του Ροσεφόρ.

Αφού ο Ροσεφόρ αποκαθιστά τη σχέση του με τον Ντ’ Αρτανιάν, δίνει την υπόσχεση να βοηθήσει την επαγγελματική του πρόοδο. Κατόπιν, ο Ροσεφόρ έχει μία ακρόαση με τον Καρδινάλιο Μαζαρέν, από την οποία μαθαίνει ότι η αιτία της φυλάκισής του, ήταν η άρνηση του να υπηρετήσει τον Καρδινάλιο σε προγενέστερη περίοδο. Ο Ροσεφόρ θυμάται, ωστόσο, την υπόσχεσή του και παρόλο που προσφέρει τη δική του υπηρεσία στον Μαζαρέν, αρνείται να προστατεύσει τον Δούκα ντε Μποφόρ, ο οποίος είναι φυλακισμένος εκείνο το χρονικό διάστημα. Σύντομα μαθαίνει ότι πρέπει να επιστρέψει στη Βαστίλη, αν και αυτό δεν τον εμποδίζει να μιλήσει ιδιαίτερα για τα επιτεύγματα του Ντ’ Αρτανιάν και των τριών Σωματοφυλάκων.

Ο Μαζαρέν, έχοντας αποφασίσει ότι ο Ντ’ Αρτανιάν είναι ο άνδρας που αναζητά, μπαίνει στα δωμάτια της Βασίλισσας για να την ενημερώσει ότι έχει στρατολογήσει τον άνδρα που την είχε υπηρετήσει τόσο καλά είκοσι χρόνια νωρίτερα. Η βασίλισσα, που αισθάνεται ένοχη που ξέχασε την υπηρεσία του Ντ’ Αρτανιάν, δίνει στον Καρδινάλιο Μαζαρέν ένα διαμαντένιο δαχτυλίδι για να το επιστρέψει στον Ντ’ Αρτανιάν, το όποιο εκείνη το είχε αγοράσει, όταν στο παρελθόν το είχε βάλει ενέχυρο ο Ντ’ Αρτανιάν. Ο πλεονέκτης Μαζαρέν χρησιμοποιεί απλώς το δαχτυλίδι για να δείξει στον Ντ’ Αρτανιάν ότι είναι για άλλη μια φορά στην υπηρεσία της Βασίλισσας. Έτσι, αναθέτει στον Ντ’ Αρτανιάν να ψάξει τους φίλους του.

Η επανένωση των τεσσάρων Σωματοφυλάκων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ντ’ Αρτανιάν έχει χάσει εντελώς την επαφή με τους φίλους του, οι οποίοι έχουν επιστρέψει στην κανονικότητά τους, με τα πραγματικά τους ονόματα. Ο Άθως, ο κόμης ντε λα Φερ, είχε γυρίσει στο κτήμα του κοντά στο Μπλουά. Ο Πόρθος ντυ Βαλλόν, έχει νυμφευτεί τη χήρα ενός δικηγόρου. Και ο Άραμις (το πραγματικό όνομα του όποιου είναι Ρενέ ντ’ Ερμπλέ) είναι εκκλησιαστικός επίτροπος, στο Αββαείο ντ’ Ερμπλέ. Η τύχη παρεμβαίνει όταν ο Πλανσέ, ο παλιός υπηρέτης του Ντ’ Αρτανιάν, μπαίνει στα επιμελητήρια του πρώην αφεντικού του, προσπαθώντας να αποφύγει τη σύλληψη, επειδή βοήθησε στη διαφυγή του Κόμη του Ροσεφόρ. Μέσα από τον Πλανσέ, ο Ντ’ Αρτανιάν εντοπίζει τον Μπαζάν, τον παλιό υπηρέτη του Άραμι, και τωρινό υπάλληλο της εκκλησίας της Νοτρ Νταμ. Παρόλο που ο Μπαζάν είναι απρόθυμος να βοηθήσει, ο Ντ’ Αρτανιάν βρίσκει άκρη, και μαθαίνει από ένα παπαδοπαίδι, ότι ο Μπαζάν κάνει συχνές επισκέψεις στο Νουαζί. Ο Ντ’ Αρτανιάν και ο Πλανσέ πηγαίνουν εκεί, και ενώ βρίσκονται έξω από το σπίτι της Μαντάμ ντε Λονγκεβίλ, τους επιτίθεται μια ομάδα ανθρώπων επειδή τους περνάνε για υποστηρικτές της Σφενδόνης. Όταν μαθαίνουν ότι ο Ντ’ Αρτανιάν δεν είναι ο άνθρωπος που αναζητούν, ο Άραμις ξαφνιάζει τον Πλανσέ, όταν ξαφνικά από το δέντρο στο οποίο είχε κρυφτεί, πέφτει πάνω στο άλογό του.

Ο Ντ’ Αρτανιάν ανακαλύπτει ότι ο πρώην σωματοφύλακας είναι τώρα ένας ιερέας, που δεν επιθυμεί να είναι πλέον στρατιώτης. Με άλλα λόγια, ο Άραμις δεν είναι πρόθυμος να εισέλθει στην υπηρεσία του Μαζαρέν. Ο Ντ’ Αρτανιάν φεύγει από το μέρος και κρύβεται, επειδή υποψιάζεται ότι ο Άραμις είναι ο καταζητούμενος Φοντέρ και ο εραστής της Μαντάμ ντε Λονγκεβίλ. Οι υποψίες του τελικά επιβεβαιώνονται.

Η επίσκεψη στον Άραμι αποδεικνύεται ότι δεν ήταν άκαρπη, καθώς φανερώνει τη διεύθυνση του Πόρθου. Όταν ο Ντ’ Αρτανιάν φτάνει στο κτήμα του Πόρθου, ο οποίος είναι πολύ χαρούμενος που συναντά τον Ντ’ Αρτανιάν και τον Πλανσέ. Διαπιστώνει ότι ο Πόρθος, παρά τον πλούτο του, δεν είναι ευτυχισμένος. Ο Πόρθος θέλει να γίνει βαρόνος, και με αυτό το δόλωμα ο Ντ’ Αρτανιάν τον παρασύρει στην υπηρεσία του Καρδινάλιου Μαζαρέν.

Στη συνέχεια, ο Ντ’ Αρτανιάν συνεχίζει την αναζήτηση του Άθω, τον οποίο βρίσκει τελείως αλλαγμένο, για να είναι παράδειγμα προς μίμηση για τον προστατευόμενό του, τον Ραούλ. Παρόλο που ο Άθως δεν εντάσσετε στην υπηρεσία του Καρδινάλιου Μαζαρέν, επειδή οι συμπάθειές του βρίσκονται εναντίον του Καρδινάλιου, εκείνος και ο Ντ’ Αρτανιάν κανονίζουν να συναντηθούν ξανά στο Παρίσι. Ο Άθως επιθυμεί να φέρει τον Ραούλ εκεί, για να τον βοηθήσει να γίνει ευγενής και επίσης να τον χωρίσει από τη Λουίζ ντε Λα Βαλλιέρ, με την οποία ο Ραούλ είναι εμμονικά ερωτευμένος. Στο Παρίσι ο Άθως επισκέπτεται την Μαρί ντε Ροάν, την πρώην ερωμένη του Άραμι (η οποία με το όνομα Μαρί Μισόν είχε επικοινωνία με τον Άραμις μέσω αλληλογραφίας, σύμφωνα με το βιβλίο «Οι Τρεις Σωματοφύλακες»). Εδώ αποκαλύπτεται στην αφήγηση, ότι ο Ραούλ είναι ο γιος του Άθω, ο οποίος γεννήθηκε μέσα από μια τυχαία «συνάντηση» που είχε μαζί της. Μέσω της ντε Ροάν, ο Άθως παίρνει μία επιστολή σύστασης, ώστε ο Ραούλ να ενταχθεί στον στρατό.

Ο Δούκας του Μπωφόρ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη συνέχεια η σκηνή αλλάζει, για να επικεντρωθεί στον Φραγκίσκο, Δούκα του Μπωφόρ, φυλακισμένο του Καρδινάλιου Μαζαρέν στη Βανσέν, ο οποίος συνάντα εκεί έναν νέο φυλακισμένο, τον υπηρέτη του Άθω, τον σιωπηλό Γκριμό. Ως μέρος μιας συνωμοσίας διαφυγής, ο Γκριμό με την συμπεριφορά του γίνεται αντιπαθής στον Δούκα. Παρόλα αυτά, μέσω μηνυμάτων που πέρασαν στον Κόμη Ροσεφόρ χρησιμοποιώντας μπάλες του τένις, οι δυο φίλοι κανονίζουν να γευματίσουν στο Γουιτσεντάιντ, στο οποίο καλείται ο Λα Ραμέ, ο δεύτερος διοικητής της φυλακής. Η απόδραση είναι επιτυχής, αλλά ο Ντ’ Αρτανιάν και ο Πόρθος τους καταδιώκουν.

Μετά από έναν αγώνα ενάντια στο χρόνο, και έχοντας νικήσει αρκετούς αντιπάλους στην πορεία, ο Πόρθος και ο Ντ’ Αρτανιάν βρίσκονται αντιμέτωποι με δύο αντίπαλους και μονομαχούν μαζί τους με τα σπαθιά μέσα στο σκοτάδι. Στην πορεία αποκαλύπτεται ότι εκείνοι είναι ο Άθως και ο Άραμις. Οι τέσσερις κανονίζουν να συναντηθούν στο Παρίσι στο Βασιλικό Παλάτι. Εκεί μπαίνουν αρχικά φοβισμένοι σε μια νέα μονομαχία, αλλά τελικά συμφιλιώνονται και ανανεώνουν τους όρκους της φιλίας τους.

Η Εισαγωγή του Μορντέντ στην πλοκή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την ίδια στιγμή ο Ραούλ ταξιδεύει για να ενταχθεί στο στρατό. Κατά μήκος του δρόμου βλέπει έναν άνδρα, που είναι συνομήλικός του, και προσπαθεί να βιαστεί για να μπει μαζί του στο καράβι. Ο άγνωστος άνδρας φτάνει πρώτος στο πλοίο, αλλά παραπατάει και πέφτει μέσα στο ποτάμι. Ο Ραούλ, ο οποίος έχει συνηθίσει να διασχίζει τα ποτάμια, σώζει τον άνδρα, ο οποίος αποδεικνύεται ότι είναι ο αριστοκράτης Αρμάν ντε Γκραμόν, Κόμης ντε Γκις, και οι δύο τους γίνονται φίλοι. Περαιτέρω κατά μήκος του ταξιδιού, το χρέος του ντε Γκις απέναντι στον νέο του φίλο αποπληρώνεται, επειδή ο Κόμης σώζει τον Ραούλ, όταν εκείνος δέχεται επίθεση από Ισπανούς στρατιώτες. Μετά από την μάχη, βρίσκουν έναν βαριά τραυματισμένο άνθρωπο, ο οποίος τους ζητά το τυπικό επιθανάτιο τελετουργικό. Τον μεταφέρουν σε ένα κοντινό πανδοχείο και βρίσκουν έναν περιοδεύοντα μοναχό. Ο μοναχός γίνεται αντιπαθής στους δυο φίλους, διότι δεν είναι πρόθυμος να εκτελέσει αυτήν την υπηρεσία. Εκείνοι όμως τον αναγκάζουν να πάει στο πανδοχείο. Εκεί, ο μοναχός ακούει την εξομολόγηση του ετοιμοθάνατου άνδρα, ο οποίος αποκαλύπτει ότι ήταν ο εκτελεστής του Μπετίν και ομολογεί επίσης τον ρόλο του στην εκτέλεση της Μιλαίδης ντε Γουίντερ. Ο υποτιθέμενος μοναχός τότε φανερώνει ότι είναι ο γιος της Μιλαίδης, ο Τζον Φράνσις ντε Γουίντερ, ο οποίος αποκαλεί τον εαυτό του απλώς ως «Μορντέντ», αφού ο Βασιλιάς Κάρολος Α΄ του αφαίρεσε όλους τους τίτλους του. Κατόπιν, ο Μορντέντ μαχαιρώνει τον εκτελεστή.

Ο Γκραμόν ντε Γκις εμφανίζεται στο πανδοχείο ακριβώς τη στιγμή του φόνου, αλλά είναι πολύ αργά για να τον αποτρέψει και να πιάσει τον μοναχό, που το σκάει. Προτού πεθάνει ο άντδραε, ο Γκραμόν μαθαίνει τι ακριβώς συνέβη. Κατόπιν, λέει μια δικαιολογία στον Ραούλ, και φεύγει για να προειδοποιήσει τον Άθω για τον γιο της Μιλαίδης. Λίγο αργότερα όμως, ο Ραούλ και ο Γκραμόν αναγκάζονται να οπισθοχωρήσουν, όταν οι Ισπανοί έρχονται στην πόλη, αλλά πιάνουν έναν στρατιώτη αιχμάλωτο. Μετά την ένταξη του Πρίγκιπα ντε Κοντέ στο στρατό, ο Ραούλ παρέχει βοήθεια στην ανάκριση του Ισπανού κρατουμένου που συνέλαβε μαζί με τον Γκραμόν, αλλά ο κρατούμενος προσποιείται ότι δεν τους καταλαβαίνει μιλώντας σε διάφορες γλώσσες. Μόλις μαθαίνουν τη θέση του ισπανικού στρατού, ξεκινούν για μάχη, και ο Ραούλ συνοδεύει τον Πρίγκιπα.

Εν τω μεταξύ, ο Ντ’ Αρτανιάν και ο Πόρθος βοηθούν τη βασίλισσα Άννα, τον νεαρό Λουδοβίκο ΙΔ’ και τον Καρδινάλιο Μαζαρέν να ξεφύγουν από το Παρίσι, αφού ο εξαγριωμένος λαός ξεκινά τελικά μια εξέγερση χρησιμοποιώντας παιδικές σφενδόνες και ρίχνουν πέτρες στα παράθυρα των συνεργατών του Μαζαρέν. Ο προασπιστής του γαλλικού λαού και του κοινοβουλίου, ο Πιερ Μπρουσέλ, συλλαμβάνεται, αλλά στη συνέχεια απελευθερώνεται, όταν γίνεται σαφές ότι η φυλάκιση του έχει χρησιμεύσει μόνο για να μεγεθύνει την οργή του πλήθους. Ο Ντ’ Αρτανιάν συναντά τον νεαρό βασιλιά και με ψεύτικο όνομα τον παρακολουθεί, καθώς μερικοί από τον όχλο (συμπεριλαμβανομένου του πρώην υπηρέτη του, του Πλανσέ), προσπαθούν να βεβαιωθούν ότι ο βασιλιάς και η βασίλισσα δεν πρόκειται να διαφύγουν, μπαίνοντας στη βασιλική κρεβατοκάμαρα και απαιτώντας να δουν τον Μονάρχη. Αμέσως μετά από αυτό, καταφέρνει να φυγαδεύσει ολόκληρη την βασιλική οικογένεια, μπλοκάροντας το πέρασμα του Πλανσέ στις πύλες· (Παρόλα αυτά, οι δύο άνδρες συνεχίζουν να διατηρούν τη φιλία τους, παρά τις διαφορετικές πλευρές που έχουν σε αυτή τη σύγκρουση). Μετά από αυτό, ο Μαζαρέν στέλνει τον Ντ’ Αρτανιάν και τον Πόρθο στην Αγγλία, με ένα μήνυμα για τον Κρόμγουελ, και τους διατάζει να μείνουν εκεί για κάποιο χρονικό διάστημα υπό την εντολή του Κρόμγουελ. Ταυτόχρονα, η Βασίλισσα Ερριέτα της Αγγλίας συναντά τον παλιό Άγγλο φίλο των Σωματοφυλάκων, τον Λόρδο ντε Γουίντερ , ο οποίος ως στρατιωτική Γαλλική βοήθεια στον βασιλιά Κάρολος Α’, κατά την διάρκεια του Αγγλικού εμφύλιου πόλεμου, στέλνει επίσης τον Άθω και τον Άραμι στην Αγγλία. Για άλλη μία φορά λοιπόν τα δύο ζευγάρια των Σωματοφυλάκων βρίσκονται σε αντίθετες πλευρές. Εν τω μεταξύ όμως, καθώς αναχωρούν ο Άθως και ο Άραμις, αναγνωρίζονται από τον Μορνέντ, ο οποίος ακολουθεί τον Λόρδο ντε Γουίντερ με την ελπίδα να βρει τους φίλους του.

Στην Αγγλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο γιος της Μιλαίδης, ο Μορντέντ, τώρα είκοσι τριών ετών, αρχίζει να εκδικείται τον θάνατο της μητέρας του. Αναζητά τον Λόρδο ντε Γουίντερ, αλλά και τους άλλους τέσσερις άγνωστους συνωμότες που συμμετείχαν στην κρυφή "δίκη" και εκτέλεση του μητέρας του. Δολοφονεί τον θείο του, τον Λόρδο Γουίντερ, που ήταν ο κουνιάδος της Μιλαίδης, κατά τη διάρκεια της μάχης στην οποία συλλαμβάνεται ο Βασιλιάς Κάρολος Α’. Ο Άθως και ο Άραμις συλλαμβάνονται από τον Ντ’ Αρτανιάν και τον Πόρθο, καθώς πολεμούν ενδιάμεσα από τον Μορντέντ και τα στρατεύματα του Κρόμγουελ. Όταν τους δίνεται η δυνατότητα να κάνουν μία συνομιλία, ο Άθως ζητά από τον Ντ’ Αρτανιάν και τον Πόρθο να βοηθήσουν στην διάσωση του Βασιλιά Κάρολου Α’. Ο Ντ’ Αρτανιάν και ο Πόρθος ελευθερώνουν τους φίλους τους και αρχίσουν να σχεδιάζουν πως θα σώσουν τον βασιλιά.

Στο τέλος, όλα τα σχέδιά τους αποτυγχάνουν και ο Μορντέντ δολοφονεί τον βασιλιά Κάρολο Α’. Ο Ντ’ Αρτανιάν και οι φίλοι του αντιμετωπίζουν αργότερα τον Μορντέντ στην κατοικία του Κρόμγουελ στο Λονδίνο, αλλά κατά τη διάρκεια μίας μονομαχίας με τον Ντ’ Αρτανιάν δραπετεύει μέσα από ένα μυστικό πέρασμα.

Οι Σωματοφύλακες και οι υπηρέτες τους φεύγουν από την Αγγλία με πλοίο, αλλά ο Μορντέντ επιβιβάζεται για να το ανατινάξει. Δυστυχώς γι' αυτόν, οι υπηρέτες ανακαλύπτουν νωρίτερα τα εκρηκτικά στο πλοίο, ξυπνούν τα αφεντικά τους και προσπαθούν να κλέψουν το μοναδικό σωσίβιο σκάφος πριν το πλοίο ανατιναχθεί, αφήνοντας μέσα σε αυτό τον Μορντέντ. Κατά την διάρκεια της έκρηξης, ο Μορντέντ προλαβαίνει να πέσει στη θάλασσα και παρακαλεί τους σωματοφύλακες να τον αφήσουν να ανέβει στο σκάφος τους. Με εξαίρεση τον Άθω, οι υπόλοιποι απορρίπτουν περιφρονητικά τις εκκλήσεις του. Ο Άθως επιμένει να τον σώσει, αλλά καθώς τον βοηθάει, ο Μορντέντ τον παρασέρνει ύπουλα κάτω από το νερό, όπου παλεύουν και σκοτώνεται ο Μορντέντ.

Ο Άθως ενώνεται με τους άλλους, δηλώνοντας: «Είχα έναν γιο. Αλλά ήθελα να ζήσω». Αυτό φαίνεται να επιβεβαιώνει, αυτό που υποψιαζόταν εδώ και πολύ καιρό ο Ντ’ Αρτανιάν, ότι δηλ. ο προστατευόμενος του Άθως Ραούλ ντε Βραζελόν, τον οποίο υιοθέτησε μετά την εγκατάλειψή του από τη μητέρα του, και έμοιαζε εμφανισιακά με τον Άθω, στην πραγματικότητα ήταν ο γιος του.[2] Ο Άθως δηλώνει περαιτέρω ότι «Δεν ήμουν εγώ που τον σκότωσα. Ήταν η μοίρα».

Φινάλε[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μόλις επιστρέφουν στη Γαλλία, οι τέσσερις φίλοι χωρίζονται. Ο Ντ’ Αρτανιάν και ο Πόρθος κατευθύνονται προς το Παρίσι μέσω μίας διαφορετικής διαδρομής από τον Άθω και τον Άραμι, γνωρίζοντας ότι ο Μαζαρέν δεν θα συγχωρήσει την ανυπακοή τους. Ο Άραμις και ο Άθως φτάνουν στο Παρίσι μόνο για να ανακαλύψουν ότι οι φίλοι τους δεν επέστρεψαν. Ο Άθως ψάχνει τον Ντ’ Αρτανιάν και τον Πόρθο, αλλά μαθαίνει ότι εκείνοι έχουν φυλακιστεί από τον Μαζαρέν στο Ρουέιγ. Κατόπιν προσπαθεί να πείσει τη Βασίλισσα Άννα να ελευθερώσει τους φίλους του, αλλά φυλακίζεται και εκείνος.

Μετά από αυτό, ο Ντ’ Αρτανιάν καταφέρνει να δραπετεύσει με τον Πόρθο και να συλλάβει τον Καρδινάλιο. Ο Μαζαρέν μεταφέρεται σε ένα από τα κάστρα του Πόρθου και κάνει κάποιες παραχωρήσεις στους τέσσερις φίλους, με αντάλλαγμα την ελευθερία του. Σε αυτά περιλαμβάνονται η ανάδειξη του Πόρθου ως βαρόνου και η προαγωγή τού Ντ’ Αρτανιάν ως αρχηγού των σωματοφυλάκων. Ο Άθως δεν ζητά τίποτα, σε αντίθεση με τον Άραμι, που απαιτεί παραχωρήσεις για εκείνον και τους φίλους του στη Σφενδόνη. Αυτές οι παραχωρήσεις γίνονται δεκτές αργότερα από τη βασίλισσα Άννα, η οποία τελικά συνειδητοποιεί ότι έδειξε αχαριστία ενώπιων του Ντ’ Αρτανιάν και των φίλων του.

Στο τέλος του μυθιστορήματος, η πρώτη Σφενδόνη τελειώνει και ο Μαζαρέν, η Βασίλισσα Άννα και ο Λουδοβίκος ΙΔ’ μπαίνουν στο Παρίσι. Πραγματοποιείται μία ταραχή κατά την οποία ο Ντ’ Αρτανιάν σκοτώνει κατά λάθος τον Ροσεφόρ και ο Πόρθος σκοτώνει τον Μπονασιέ (ο οποίος στο προηγούμενο μυθιστόρημα ήταν σπιτονοικοκύρης τού Ντ’ Αρτανιάν και πράκτορας του Ρισελιέ. Όμως σε αυτή την χρονική περίοδο είναι ζητιάνος και οπαδός της Σφενδόνης). Στο τέλος οι τέσσερις φίλοι χωρίζονται ξανά. Ο Ντ’ Αρτανιάν μένει στο Παρίσι με τον Καρδινάλιο Μαζαρέν και τη Βασίλισσα Άννα. Ο Άθως επιστρέφει στη Φερ. Ο Άραμις γυρίζει στο μοναστήρι του Νουαζί λε Σεκ, ενώ ο Πόρθος επιστρέφει στο κάστρο του για να απολαύσει τη βαρονία του.

Τα πρόσωπα του μυθιστορήματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Καρδινάλιος Μαζαρέν (Mazarin), κυβερνά η Γαλλία
  • Άννα της Αυστρίας, μητέρα του ανήλικου Λουδοβίκου Δ΄, αντιβασίλισσα της Γαλλίας
  • Λουδοβίκος ΙΔ΄, ανήλικος βασιλιάς της Γαλλίας
  • Λα Πορτ (Porte), πρώτο υπηρέτης του κοιτώνος του Λουδοβίκου ΙΔ΄
  • Ραούλ, γιος του Άθω
  • κόμης του Γκυς (de Guiche), ο καλύτερος φίλος του Ραούλ. Ο Ραούλ του έσωσε τη ζωή
  • Μορντών (Mordaunt), γιος της Μιλαντύ ντε Βιντέρ
  • Κάρολος Α΄ της Αγγλίας
  • Όλιβερ Κρόμγουελ, πήρε την εξουσία από τον Κάρολο Α΄
  • Ζαν-Φρανσουά-Πωλ ντε Γκοντί (de Gondi), συνεργάτης
  • Άθως (Athos, Ατός), κόμης ντε Λα Φερ
  • Πόρθος (Porthos, Πορτός), κύριος ντυ Βαλόν ντε Μπρασιε ντε Πιερφόντ
  • Άραμις (Aramis, Αραμίς), ηγούμενος στο αββαείο ντ'Ερμπλαί
  • Ντ'Αρτανιάν (d'Artagnan) υπολοχαγός των Σωματοφυλάκων
  • κόμης του Ροσφόρ (de Rochefort), της εξέγερσης της Σφενδόνης
  • Πλανσέ, πρώην υπηρέτης, μετά παντοπώλης
  • Φρανσουά ντε Βαντόμ, δούκας του Μπωφόρ, εμψυχωτής της Σφενδόνης
  • Αν-Ζενεβιέβ ντε Μπουρμπόν-Κοντέ, δούκισσα ντε Λονγκεβίλ
  • Πιέρ Μπρουσέλ, πατήρ του λαού
  • Μουσκετόν (Mousqueton), υπηρέτης του Πόρθου
  • Γκριμώ (Grimaud), υπηρέτης του Άθω
  • Μπλαιζουά (Blaisois), νέος υπηρέτης του Άθω
  • Λα Ραμέ (La Ramée), δεσμοφύλακς του δούκα του Μπωφόρ
  • Παρύ (Parry), υπηρέτης του Καρόλου Α΄
  • Γκρόσλοου (Groslow), αξιωματικός του Κρόμγουελ

Προσαρμογές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ταινία του 1989 Η επιστροφή των Σωματοφυλάκων βασίστηκε στο βιβλίο "Μετά είκοσι έτη". Γυρίστηκε δεκαπέντε χρόνια μετά τις ταινίες Οι Τρεις Σωματοφύλακες (1973) και Οι Τέσσερεις Σωματοφύλακες (1974), με τον ίδιο σκηνοθέτη και το κύριο καστ.

Το Ρωσικό μιούζικαλ του 1992 Σωματοφύλακες, μετά είκοσι έτη είναι μία άμεση προσαρμογή του βιβλίου "Μετά Είκοσι Έτη". Γυρίστηκε 14 χρόνια μετά την μίνι σειρά μιούζικαλ του 1978, ο Ντ' ΄Αρτανιαν και οι Τρείς Σωματοφύλακες, με τον ίδιο σκηνοθέτη και το κύριο καστ.

Το μυθιστόρημα φαντασίας του 1994 Πεντακόσια Χρόνια Μετά του Στίβερ Μπρουστ, και το δεύτερο βιβλίο της σειράς "Khaavren Romances", είναι μερικώς εμπνευσμένα από το βιβλίο "Μετά είκοσι έτη".[3]

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Άαρον Σβαρτς: (Αγγλικά, Ισπανικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Τσεχικά, Κροατικά, Τελούγκου) Open Library.
  2. http://www.online-literature.com/dumas/twenty_years, Chapter XV
  3. Tilendis, Robert M. (23 Δεκεμβρίου 2014). «Steven Brust's The Khaavren Romances». Green Man Review. Ανακτήθηκε στις 3 Αυγούστου 2020. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]