Μαρί ντε Ροάν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Μαρί ντε Ροάν
Marie de Rohan Chevreuse.png
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Marie de Rohan (Γαλλικά)
ΓέννησηΔεκέμβριος 1600[1]
Παρίσι
Θάνατος12  Αυγούστου 1679[2][3][4]
Γκανί
ΚατοικίαΜέγαρο ντε λα Μασετιέρ
Χώρα πολιτογράφησηςΓαλλία
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΓαλλικά[1]
Πληροφορίες ασχολίας
ΙδιότηταΚυρία επί των τιμών
Οικογένεια
ΣύζυγοςΣαρλ ντ'Αλμπέρ[5]
Κλαύδιος της Λωρραίνης (από 1622)[6][7]
ΣύντροφοςΚάρολος Δ΄ της Λωρραίνης
Henri de Talleyrand-Périgord, comte de Chalais
Henry Rich, 1st Earl of Holland
Charles de l'Aubespine, marquis de Châteauneuf
Alexandre de Campion
ΤέκναΛουί Σαρλ ντ'Αλμπέρ[8]
Καρλόττα Μαρία της Λωρραίνης[6]
ΓονείςΕρκύλ ντε Ροάν-Μονμπαζόν και Madeleine de Lenoncourt, Dame de Coupvray[9]
ΑδέλφιαΑν ντε Ροάν-Μονμπαζόν
Λουί Η΄ ντε Ροάν-Γκεμενέ
Φρανσουά ντε Ροάν-Σουμπίζ
ΟικογένειαΟίκος ντε Ροάν
Υπογραφή
1663 signature of Marie de Rohan, Duchess of Chevreuse.jpg
Θυρεός
Blason fam fr Rohan.svg
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Η Μαρί Αιμέ ντε Ροάν (γαλλικά: Marie Aimée de Rohan) ή (Δεκέμβριος 1600 - 12 Αυγούστου 1679) ήταν Γαλλίδα αυλική και πολιτική ακτιβίστρια, φημισμένη ως το επίκεντρο πολλών μηχανορραφιών κατά το πρώτο μισό του 17ου αιώνα στη Γαλλία. Κάποιες φορές αναφέρεται επίσης ως Μαντάμ ντε Σεβρέζ.

Παιδικά χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Μαρί ντε Ροάν, Δεσποινίς ντε Μοντμπαζόν, ήταν κόρη του Ερκύλ, Δούκα του Μοντμπαζόν, ο οποίος ήταν κυβερνήτης του Παρισιού και της Ιλ-ντε-Φρανς, και αλλοδαπός πρίγκιπας στο παλάτι του Βασιλιά Ερρίκου Δ’.[10] Ως επικεφαλής της Βουλής των Ροάν, κατείχε μεγάλα κτήματα στη Βρετάνη και στην Ανζού. Η μητέρα της ήταν η Μαντλέν ντε Λενονκούρ, η οποία πέθανε δύο χρόνια μετά τη γέννηση της κόρης της.[11]

Ο νεότερος αδελφός της ήταν ο Φρανσουά, Πρίγκιπας της Σουμπίζ, ιδρυτής της γενεαλογικής γραμμής των Σουμπίζ στον Οίκο των Ροάν. Η σύζυγος του ήταν η Άννα ντε Ροάν–Σαμπώ, η Μαντάμ ντε Σουμπίζ, η οποία έγινε για μια φορά ερωμένη του Λουδοβίκου ΙΔ’.

Πρώτος γάμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 13 Σεπτεμβρίου 1617, η Μαρί ντε Ροάν παντρεύτηκε τον Κάρολο ντ’ Αλμπέρ, τον Άρχοντα της Λουίν, αγαπημένο του βασιλιά Λουδοβίκου ΙΓ’.[12] Εκείνος ξύπνησε μέσα της την διψά για αδίστακτη πολιτική ίντριγκα, και την εισήγαγε στο παλάτι. Τον Δεκέμβριο του 1618, ο Λουδοβίκος ΙΓ’ την διόρισε στην νεοσύστατη θέση της «Επιθεωρήτριας του νοικοκυριού της βασίλισσας», προτρέποντας ταυτόχρονα την «Πρώτη κυρία της τιμής», η οποία ήταν μεγαλύτερη ηλικιακά και πλέον χήρα του κοντόσταυλου Αν ντε Μονμορενσί, να παραιτηθεί, αλλά εκείνη διαμαρτυρήθηκε γι’ αυτό. Αρχικά στην βασίλισσα Άννα της Αυστρίας, δεν άρεσε η Μαντάμ ντε Λουίν, και μάλιστα την ζήλευε, καθώς ο σύζυγος της, της έδινε πολύ μεγάλη προσοχή. Παρόλα αυτά, μέσω επιμελών προσπαθειών οι σχέσεις τους έφτιαξαν και η επιρροή της Μαρί ενώθηκε με εκείνη της βασίλισσας και έγινε ασυναγώνιστη.[13]

Στις 26 Ιανουαρίου 1619, η Μαρί ντε Ροάν γέννησε μια κόρη, την Άννα Μαρία, που πήρε το όνομα της από τη βασίλισσα και από την ιδία.[14] Τον Αύγουστο, ο σύζυγος της, έγινε διοικητής της Πικαρδίας και Δούκας της Λουίν, ενώ στις 14 Νοεμβρίου έγινε επίσημα δεκτός ως δούκας και ομότιμος της Γαλλίας σε μια τελετή, μέσα στη μεγάλη αίθουσα του Κοινοβουλίου του Παρισιού. [15] Αυτή η άνοδος στην εξουσία, βοήθησε τον Δούκας και την Δούκισσα της Λουίν να υπογράψουν συμβόλαιο γάμου στις 22 Ιανουαρίου 1620, μεταξύ της μονοετούς κόρης τους Άννα Μαρίας και του Καρόλου Λουδοβίκου ντε Λορρέν, ο οποίος ήταν ο μονοετή γιος του Κάρολου του Γκιζ. Συμφώνησαν να προσφέρουν προίκα 60.000 λιβρών, στα οποία ο βασιλιάς πρόσθεσε άλλες 100.000 λίβρες. Δεδομένου ότι τα παιδιά ήταν τόσο μικρά, ο γάμος επρόκειτο να γίνει μετά την ενηλικίωση τους. Τα γεγονότα που ακολούθησαν όμως το κατέστησαν αδύνατο και έτσι η Άννα Μαρία πέθανε άγαμη το 1646. Μια δεύτερη κόρη γεννήθηκε το 1620, αλλά πέθανε περίπου δέκα χρόνια αργότερα.[16]

Την νύχτα των Χριστουγέννων του 1620, υπό την επίβλεψη της βασίλισσας, η Μαρί ντε Ροάν γέννησε ένα γιο, τον Λουδοβίκο Κάρολο, που πήρε το όνομα του από τον βασιλιά και τον πατέρα του. Οι καμπάνες της εκκλησίας του Παρισιού χτύπησαν για να γιορτάσουν αυτό το γεγονός, ρίχνοντας πυροβόλα έξω από τον μεσαιωνικό Κάστρο της Καν, εκεί όπου έμεναν δηλαδή ο βασιλιάς και ο δούκας. Ο γιος τους βαφτίστηκε στο Παρίσι με τον Λουδοβίκου ΙΓ’ ως νονό και τη μητέρα του βασιλιά, Μαρία των Μεδίκων, ως νονά. Παρακολούθησε την τελετή ολόκληρο το παλάτι και λέγεται ότι είχε κοστίσει στον βασιλιά 80.000 λίβρες.[17] Τελικά ο Κάρολος ντ’ Αλμπέρ πέθανε από ερυθρό πυρετό το 1621, [18]και ο γιος του, ο Λουδοβίκος Κάρολος έγινε ο δεύτερος Δούκας των Λουίν και παντρεύτηκε την αδερφή της μητέρας του, την Άννα ντε Ροάν. Η κόρη του, Ζαν Μπατίστ ντ' Αλμπέρ ντε Λουίν, ήταν ταυτόχρονα εγγονή και ανιψιά της Μαρίας, και αργότερα ερωμένη του Βίκτωρ Αμεδαίου Β΄ της Σαρδηνίας και πρόγονος των βασιλιάδων της Σαβοΐας της Ιταλίας.

Δεύτερος γάμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η χήρα Δούκισσα της Λουίν κληρονόμησε από τον εκλιπόντα σύζυγο της, το Μέγαρο Παρτικιουλέ στο Παρίσι στην οδό Αγίου Θωμά του Λούβρου. Όμως, το πούλησε στον Κλαύδιο του Σεβρέζ, λίγο πριν τον παντρευτεί στις 21 Απριλίου 1622. Ο νέος της σύζυγος το ανακαίνισε πλήρως με την βοήθεια του βασιλικού αρχιτέκτονα Κλεμάν Μιτεζού το 1622–1623, και έπειτα το μετονόμασε σε Μέγαρο ντε Σεβρέζ.[19] Από αυτόν τον δεύτερο γάμο, απέκτησε τρεις κόρες. Δύο από αυτές έγιναν μοναχές. Αυτές ήταν η Άννα-Μαρία της Λωρραίνης (1625–1652), η οποία μπήκε στην μονή του Πορ-Ρουαγιάλ ντε Σαμπ, καθως και η Ερριέτα της Λωρραίνης (1631–1693), που έγινε ηγουμένη στην μονη Ζουάρ και αργότερα στο μοναστήρι του Πορ-Ρουαγιάλ. Η τρίτη κόρη της, ήταν η Καρλόττα-Μαρία της Λωρραίνης (1627–1652), η οποία δεν κατάφερε να παντρευτεί τον Αρμάντ ντε Μπορμπόν, πρίγκιπα του Κοντί, όπως επιθυμούσε. Τελικά δεν παντρεύτηκε ποτέ, αλλά έγινε ερωμένη του Καρδινάλιου του Ρετς και είχε κάποια εμπλοκή στις εξεγέρσεις της Σφενδόνης.

Πτώση από την εύνοια και συνωμοσίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Μαρί Αιμέ του Σεβρέζ, εκδιώχτηκε από το παλάτι μετά από ένα περιστατικό, κατά το οποίο είχε ενθαρρύνει την έγκυο βασίλισσα να συμμετάσχει σε έντονα παιχνίδια στους διαδρόμους του Λούβρου, με αποτέλεσμα εκείνη να πέσει σε μία κιγκλιδωτή σκάλα και να αποβάλλει. Παρόλα αυτά, ο Δούκας του Σεβρέζ χρησιμοποίησε όλη του την επιρροή για να την αποκαταστήσει στο παλάτι.

Στις προσπάθειες της να ανακτήσει την χαμένη της θέση, ενθάρρυνε τις συνωμοσίες του παλατιού. Για παράδειγμα, είχε συμμετοχή στην υπόθεση του Μπάκιγχαμ (1623–1624), η οποία έθεσε σε κίνδυνο τη βασίλισσα, εφόσον η Μαρί την υποκίνησε μαζί με τον εραστή της, Χένρι Ρίτς, 1ος κόμης της Ολλανδίας, και τους υψηλόβαθμους αξιωματούχους του παλατιού, να στραφεί εναντίον του Καρδινάλιου Ρισελιέ. Η Σεβρέζ εμπλεκόταν όμως και στη συνωμοσία του 1626, με συνεργό έναν άλλο εραστή της, τον κόμη ντε Σαλέ, με σκοπό να καθαιρέσει τον Λουδοβίκο ΙΓ’ και στην θέση του να κυβερνήσει ο αδερφός του, Γκαστόν της Ορλεάνης. Το σχέδιο απέτυχε και ο Σαλέ, βαθιά μπλεγμένος, έχασε το κεφάλι του στις 19 Αυγούστου 1626. Ανόμοια, η δούκισσα του Σεβρέζ το έσκασε στη Λωρραίνη, όπου σύντομα έκανε δεσμό με τον Κάρολο Δ΄ της Λωρραίνης, ο οποίος παρενέβη εκ μέρους της για να της επιτρέψει να επιστρέψει στη Γαλλία. Μόλις αποκαταστάθηκε στο Κάστρο της Νταμπιέρ, η πλεκτάνη για την ανατροπή της βασιλικής εξουσίας συνεχίστηκε.

Στον πίνακα «Η κυρία με την βεντάλια» του Ντιέγο Βελάθκεθ, η γυναίκα που απεικονίζεται θεωρείται ότι μοιάζει με τη δούκισσα της Σεβρέζ, αν και τα χαρακτηριστικά του μοντέλου διαφέρουν σημαντικά από τα άλλα πορτρέτα της Μαρί Αϊμέ.

Η Μαρί του Σεβρέζ ήταν στο επίκεντρο όλων των ιντρίγκων που περιλάμβαναν ξένες δυνάμεις εναντίον της Γαλλίας. Λόγου χάρη, στις διαπραγματεύσεις με το Δουκάτο της Λωρραίνης και με την Ισπανία που διεξήχθηκαν από τον Κάρολο ντε λ’ Ομπεσπίν, Μαρκήσιο του Σατονέφ, και φύλακα των σφραγίδων, εκείνος κατέστρεψε τον εαυτό του για λογαριασμό της Μαρί Αϊμέ, αποκαλύπτοντας της τα δεδομένα από τα συμβούλια του βασιλιά (1633). Οι μυστικές ανταλλαγές αλληλογραφίας με την Ισπανία που πραγματοποιήθηκαν από την Άννα της Αυστρίας αποκαλύφθηκαν το 1637, και η Δούκισσα του Σεβρέζ διατάχθηκε να φύγει στην Ισπανία, μετά στην Αγγλία και τελικά στη Φλάνδρα. Συμμετείχε επίσης, στη συνωμοσία του Κόμη του Σουασόν (1641) και στο θάνατο του βασιλιά. Όμως μια ρήτρα στη διαθήκη της κληρονομιάς του, απαγόρευσε την επιστροφή της Δούκισσας στη Γαλλία. Για να αναιρεθεί το θέλημα του βασιλιά, χρειάστηκε να επέμβει το Κοινοβουλίου του Παρισιού.

Μετά το θάνατο του Καρδινάλιου Ρισελιέ, η Μαρί του Σεβρέζ επέστρεψε στη Γαλλία, και συνωμότησε με την κλίκα των εξεχόντων πολιτικών το 1643, με επικεφαλή τον Σατονέ, εναντίον του Καρδινάλιου Μαζαρέν. Mε τη σύλληψη και την εξορία του Καίσαρα του Βαντόμ, εκείνη αναγκάστηκε να φύγει από την χώρα για άλλη μια φορά. Κατά τη διάρκεια της Σφενδόνης, ήρθε πιο κοντά με τον Μαζαρέν για ένα διάστημα (1649–1650), αλλά μετά επέστρεψε στο αριστοκρατικό κόμμα όταν η κοινοβουλευτική και η αριστοκρατική Σφενδόνη ένωσαν τις δυνάμεις τους το 1651.

Μετά το θάνατο του Δούκα του Σεβρέζ το 1657, η Μαρί Αϊμέ πούλησε το σπίτι της στην οδό Αγίου Θωμά του Λούβρου, στο Δούκα του Καντάλ, ο οποίος το έβαλε στο όνομα του πατέρα του, Μπερνάν ντε Νογκαρέτ, Δούκας ντ’ Επερνόν. Το 1660 εκείνη έχτισε το νέο Μέγαρο ντε Σεβρέζ χτισμένο στην οδό Αγίας Δομινίκης με την βοήθεια του αρχιτέκτονα Πιερ Λε Μουέτ. Πέθανε κατά τη συνταξιοδότηση της στο μοναστήρι του Γκανύ (στον νομό Σεν-Σαιν-Ντενί) το 1679.[19]

Βιογραφίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ο Βίκτωρας Κουσίν δημοσίευσε μια βιογραφία το 1856,[20] η οποία δημοσιεύθηκε σε μια αγγλική μετάφραση από τη Μαίρη Λ. Μπούθ το 1871.[21]
  • Το βιβλίο του Χ. Νοέλ Γουίλιαμς: «Μια υπόθεση συνωμοσίας: Μαρία ντε Ροάν, Δούκισσα της Σεβρέζ» δημοσιεύθηκε το 1913.[22]
  • Οι σύγχρονες βιογραφίες είναι του Ντενίς Τιλινάκ «Ο Άγγελος της Διαταραχής» του 1985.
  • Το βιβλίο του Κριστιάν Μπογέρ: «Η Δούκισσα της Σεβρέζ: Η ακατάπαυστη και επικίνδυνη αντίπαλος του Λουδοβίκου ΙΓ’» του 2002.

Στη φαντασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ο Αλέξανδρος Δουμάς την εμπλέκει στην υπόθεση των «Τριών Σωματοφυλάκων», στην οποία λέγεται ότι είναι η ερωμένη του στρατιώτη Αραμί. Επίσης στο μυθιστόρημα του «Μετά είκοσι έτη», ο Ραούλ, είναι ο μυστικός γιος του Δούκισσας της Σεβρέζ και του Κόμη Αθός.
  • Η τραγική όπερα του Γκαετάνο Ντονιτσέττι, «Μαρί ντε ροάν», η οποία έκανε το ντεμπούτο της στο θέατρο «Kärntnertor» στη Βιέννη στις 5 Ιουνίου 1843, ακολουθούμενη από μια επιτυχία στο Παρίσι το Νοέμβριο, βασίστηκε στην συνωμοσία του Σαλέ.
  • Το 2002, απεικονίστηκε από τη Γουέντι Άλμπιστον στο ηχητικό δράμα: Ο Γιατρός Π.Ο.Υ. «Ο Γιατρός και το Στέμμα».
  • Η Ζιλιέτ Μπενζονί δημοσίευσε δύο μυθιστορήματα στα γαλλικά με βάση τη ζωή της: «Μαρία, οι ίντριγκες» (2004) και «Μαρία τα πάθη» (2005).

Απόγονοι και γάμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παντρεύτηκε τον Κάρολο ντ’ Αλμπέρ, Δούκα της Λουίν στο Παρίσι στις 13 Σεπτεμβρίου 1617. Απέκτησαν δυο παιδιά, την Άννα Μαρία ντ’ Αλμπέρ και τον Λουδοβίκο Κάρολο ντ’ Αλμπέρ, Δεύτερος Δούκας της Λουίν.

Ο γιος της, Λουδοβίκος Κάρολος ντ’ Αλμπέρ, Δεύτερος Δούκας της Λουίν (25 Δεκεμβρίου 1620–10 Οκτωβρίου 1690), παντρεύτηκε τρεις φορές:

  1. Την Λουΐζα Μαρία Σεγκέ το 1641, και απέκτησαν ένα παιδί.
  2. Την Άννα ντε Ροάν. Απέκτησαν παιδιά, και η μια κόρη τους ήταν η Ζαν Μπατίστ ντ' Αλμπέρ ντε Λουίν.
  3. Την Μαργαρίτα ντ’ Αλιγκρέ το 1685 (Δεν έκαναν παιδιά).

Η Μαρί Άϊμέ ντε Ροάν αφού χήρεψε, παντρεύτηκε με Δούκα Κλαύδιο του Σεβρέζ στο Παρίσι στις 20 Απριλίου 1622 και απέκτησε τρεις κόρες:

  1. Την Άννα-Μαρία της Λωρραίνης (1625–1652) ( Δεν παντρεύτηκε και δεν απέκτησε απογόνους).
  2. Την Καρλόττα-Μαρία της Λωρραίνης (1626–7 Νοεμβρίου 1652) ( Δεν παντρεύτηκε και δεν απέκτησε απογόνους).
  3. Την Ερριέτα της Λωρραίνης (1631–1693) ( Δεν παντρεύτηκε και δεν απέκτησε απογόνους).

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας: (Γαλλικά) καθιερωμένοι όροι της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Γαλλίας. data.bnf.fr/ark:/12148/cb13559558b. Ανακτήθηκε στις 10  Οκτωβρίου 2015.
  2. Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας: (Γαλλικά) καθιερωμένοι όροι της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Γαλλίας. data.bnf.fr/ark:/12148/cb13559558b. Ανακτήθηκε στις 10  Οκτωβρίου 2015.
  3. (Αγγλικά) SNAC. w6zc9z26. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  4. (Γερμανικά) Εγκυκλοπαίδεια Μπρόκχαους. chevreuse-marie.
  5. genealogy.euweb.cz/french/albert1.html. Ανακτήθηκε στις 16  Ιανουαρίου 2016.
  6. 6,0 6,1 genealogy.euweb.cz/lorraine/lorraine6.html. Ανακτήθηκε στις 15  Ιανουαρίου 2016.
  7. p4232.htm#i42313. Ανακτήθηκε στις 7  Αυγούστου 2020.
  8. genealogy.euweb.cz/french/albert2.html. Ανακτήθηκε στις 16  Ιανουαρίου 2016.
  9. 9,0 9,1 Leo van de Pas: (Αγγλικά) Genealogics. 2003.
  10. Williams 1913, p. 4.
  11. Batiffol 1913, p. 4.
  12. Kettering 2008, p. 89; Batiffol 1920, p. 10.
  13. Williams 1913, pp. 9–12.
  14. Kettering 2008, p. 91.
  15. Kettering 2008, pp. 100–101.
  16. Kettering 2008, pp. 91–92.
  17. Kettering 2008, p. 92; Batiffol 1920, pp. 13–14.
  18. Moote 1989, p. 102.
  19. 19,0 19,1 Berty 1885, p. 103; Gady 2008, p. 309.
  20. Victor Cousin (1856), Madame de Chevreuse, in French, at Hathitrust.
  21. Victor Cousin (1871), Secret History of the French Court under Richelieu and Mazarin; or, Life and Times of Madame de Chevreuse, translated by Mary L. Booth, at Hathitrust.
  22. Williams 1913.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]