Λουδοβίκος Γ΄ της Μάντουα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Λουδοβίκος Γ΄
Andrea Mantegna 057.jpg
Από νωπογραφία του Αντρέα Μαντένια στο δωμάτιο των συζύγων στη Μάντουα.
μαρκήσιος της Μάντουα
Περίοδος1444 - 1478
ΠροκάτοχοςΙωάννης-Φραγκίσκος
ΔιάδοχοςΦρειδερίκος Α΄
Γέννηση5 Ιουνίου 1412 (1412-06-05)
Θάνατος12 Ιουνίου 1478 (66 ετών)
ΣύζυγοςΒαρβάρα των Χοεντσόλερν
ΕπίγονοιΦρειδερίκος Α΄
Φραγκίσκος
Ιωάννης-Φραγκίσκος
Σουζάννα
Δωροθέα
Καικιλία
Ροδόλφος
Βαρβάρα
Λουδοβίκος
Πάολα
ΟίκοςΓκοντζάγκα
ΠατέραςΙωάννης-Φραγκίσκος
ΜητέραΠάολα Μαλατέστα
Commons page Σχετικά πολυμέσα
δεδομένα (π  σ  ε )

O Λουδοβίκος Γ΄, ιταλ. Lodovico (Luigi) III, (5 Ιουνίου 141212 Ιουνίου 1478) από τον Οίκο των Γκοντζάγκα, ήταν μαρκήσιος της Μάντουα (1444-78).[1]

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ήταν γιος του Ιωάννη-Φραγκίσκου μαρκησίου της Μάντουα και της Πάολα Μαλατέστα, κόρης του Μαλατέστα Δ΄ κυρίου του Πέζαρο.

Ο πατέρας του ήταν κοντοτιέρος, υπαρχηγός στο στράτευμα του Φραντσέσκο Μπουσόνε. Τότε ξεκίνησε και ο Λουδοβίκος Γ΄ ως κοντοτιέρος, από το 1432. Το 1436 μπήκε στην υπηρεσία των Βισκόντι του Μιλάνου, μάλλον χωρίς την έγκριση του πατέρα του, ο οποίος τον εξόρισε από τη Μάντουα και όρισε διάδοχό του τον δευτερότοκο Κάρολο. Όταν το 1438 ο Ιωάννης-Φραγκίσκος εκμισθώθηκε από τους Βισκόντι, συμφιλιώθηκε με τον γιο του. Το 1444 ο πατέρας του απεβίωσε και τον διαδέχθηκε ως μαρκήσιος της Μάντουα, αν και μερικά φέουδα δόθηκαν στα αδέλφια του: τον Κάρολο, όπως η κυριότητα της Σαμπιονέτα, τον Τζανλουτσίντο και τον Αλεσάντρο. Έτσι η Μάντουα σμικρύνθηκε σε μέγεθος και έπειτα από χρόνια πολέμου και μεγάλες δαπάνες, είχε πενιχρά οικονομικά.

Το διάστημα 1445-50 υπηρέτησε ως κοντοτιέρος για το Μιλάνο, τη Φλωρεντία, τη Βενετία και τη Νάπολη και άλλαζε συμμάχους, ώστε να μένει η Μάντουα ειρηνική. Το 1448 στη μάχη του Καραβάτζο, αναγκάστηκε να διαφύγει. Το επόμενο έτος μπήκε στην υπηρεσία της Βενετίας, στον Συνασπισμό της με τη Φλωρεντία εναντίον του Μιλάνου. Το 1450 για να αποκτήσει κτήσεις για τη Μάντουα, έλαβε στρατό από τον Αλφόνσο της Νάπολης. Ο Φραγκίσκος Α΄ Σφόρτσα του Μιλάνου τον δελέασε με τις πόλεις Λονάτο, Πεσκιέρα και Άζολα της Βενετίας, που πριν ανήκαν στη Μάντουα. Η Βενετία αντέδρασε λεηλατώντας το Καστιλιόνε ντελε Στιβιέρε το 1452 και μισθώνοντας τον αδελφό του Κάρολο.

Το 1453 απέκρουσε το στρατό του Καρόλου, αλλά η Βενετία έστειλε άλλο στρατό υπό τον Νικολό Πιτσινίνο που έκανε τον Λουδοβίκο Γ΄ να ματαιώσει κάθε πρσπάθεια ανάκτησης της Άζολα. Η ειρήνη του Λόντι το 1454 τον ανάγκασε να επιστρέψει όλες τις κατακτήσεις του και να αποκηρύξει τις διεκδικήσεις του στις τρεις πόλεις. Όταν το 1456 απεβίωσε ο Κάρολος, πήρε την κυριότητά του της Σαμπιονέτας.

Το 1453 καταλήφθηκε η Κωνσταντινούπολη από τους Οθωμανούς και έξι έτη μετά ο πάπας Πίος Β΄ κάλεσε Συγκέντρωση στη Μάντουα με σκοπό το ξεκίνημα μίας νέας Σταυροφορίας εναντίον των Οθωμανών. Το κύρος της Μάντουα έφθασε στο υψηλότερο σημείο. Ωστόσο ο πάπας αναφέρει ότι η πόλη ήταν ανθυγιεινή, ζεστή και τα φαγητά κακής ποιότητας. Από το 1466 ο Λουδοβίκος Γ΄ ήταν κατά διαστήματα στην υπηρεσία των Σφόρτσα του Μιλάνου. Απεβίωσε το 1478 και τάφηκε στον Καθεδρικό ναό της πόλης· τον διαδέχθηκε ο πρωτότοκος γιος του Φρειδερίκος Α΄.

Η εκπαίδευση και η πνευματική του καλλιέργεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την εκπαίδευσή του ο πατέρας του την ανέθεσε στον ανθρωπιστή Βιττορίνο ντα Φέλτρε. Η διδασκαλία βασίστηκε σε ηθικές, θρησκευτικές αρχές, σχεδόν ασκητικές. Ο ντα Φέλτρε πίστευε ότι η μόρφωση ενός καλού πρίγκιπα θα ωφελήσει τους υπηκόους του. Όταν ανέλαβε εξουσία, ίδρυσε ναούς και φιλοξένησε τη Συγκέντρωση του πάπα. Επίσης, με πνεύμα ανθρωπισμού, πλακόστρωσε τις οδούς, οικοδόμησε έναν πύργο Ωρολογίου και αναδιοργάνωσε το κέντρο της πόλης. Προσκάλεσε ανθρωπιστές και καλλιτέχνες, όπως τον Λεόν Μπατίστα Αλμπέρτι που σχεδίασε τους ναούς του Σαν Σεμπαστιάνο και του Σαν Αντρέα και τον Αντρέα Μαντένια που ορίστηκε ζωγράφος της Αυλής των Γκοντζάγκα.

Το 1465 ο γλύπτης και αρχιτέκτονας Αντόνο ντι Πιέτρο Αβερλίνο από τη Φλωρεντία, γνωστός ως Φιλαρέτε, έγραψε το έργο Πραγματεία περί Αρχιτεκτονικής. Το έργο είναι σε μορφή Πλατωνικού διαλόγου και ένας αρχιτέκτονας (προφανώς ο Φιλαρέτε) κτίζει μια νέα πόλη για τον προστάτη του (τον Φραγκίσκο Α΄ Σφόρτσα δούκα του Μιλάνου). Σε ένα σημείο της πραγματείας, ένας άρχοντας (ο Λουδοβίκος Γ΄) επισκέπτεται τον προστάτη αυτόν, του δείχνει τα λάθη της γοτθικής αρχιτεκτονικής και μιλάει ευνοϊκά για την αρχιτεκτονική της αρχαίας Ρώμης, προσπαθώντας να τον πείσει να την ακολουθήσει. Είναι αυτό που ήθελε ο Φιλαρέτε να πείσει τον Λουδοβίκο Γ΄.

Οικογένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1433 νυμφεύτηκε τη Βαρβάρα των Χοεντσόλερν, κόρη του Ιωάννη μαργράβου του Βρανδεμβούργου-Κούλμπαχ και είχε τέκνα (που επέζησαν της ενηλικίωσης):

  • Φρειδερίκος Α΄ 1441-1484, μαρκήσιος της Μάντουα.
  • Φραγκίσκος 1444-1483, καρδινάλιος.
  • Ιωάννης-Φραγκίσκος 1446-1496, κόμης της Σαμπιονέτα.
  • Σουζάννα 1447-1481, μοναχή στη Σάντα Πάολα της Μάντουα.
  • Δωροθέα 1449-1467, παντρεύτηκε τον Γκαλεάτσο-Μαρία Σφόρτσα, δούκα του Μιλάνου.
  • Καικιλία 1451-1472, μοναχή στη Σάντα Πάολα της Μάντουα.
  • Ροδόλφος 1452-1495, κύριος του Καστιλιόνε. Δισεγγονός του ήταν ο άγος Αλοΰσιος (Λουίτζι).
  • Βαρβάρα 1455-1503, παντρεύτηκε τον Έμπερχαρντ Α΄ δούκα της Βυρτεμβέργης.
  • Λουδοβίκος 1460-1511, επίσκοπος της Μάντουα.
  • Πάολα 1463-1497, παντρεύτηκε τον Λεονάρδο κόμη της Γκορίτσια.

Επίσης είχε δύο εκτός γάμου κόρες, την Κατερίνα και τη Γαβριέλλα.

Λέγεται ότι οι κόρες του είχαν κυρτές ράχες και γι' αυτό ο Γκαλεάτσο-Μαρία απέκρουσε τη Σουζάννα από σύζυγο και πήρε τη Δωροθέα, της οποίας ο γάμος καθυστέρησε, ώσπου η Αυλή του Μιλάνου βεβαιώθηκε ότι το πρόβλημα κύρτωσης δεν ήταν τόσο μεγάλο όσο της αδελφής της. Η Σουζάννα έγινε μοναχή. Επίσης και η Καικιλία. Της Πάολα ο γάμος καθυστέρησε για τον ίδιο λόγο· το παιδί της ήταν θνησιγενές και πιστεύεται ότι η παραμόρφωσή της καθιστούσε δύσκολη την κύηση.

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Coniglio,, Giuseppe (1967). I Gonzaga. Varese: Dall'Oglio. 

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Murgia, Adelaide (1972). I Gonzaga. Milan: Mondadori.