Κυψέλη Ημαθίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Κυψέλη Ημαθίας
Τοποθεσία στο χάρτη
Τοποθεσία στο χάρτη
Κυψέλη Ημαθίας
Χώρα Ελλάδα
Διοικητική υπαγωγή Δήμος Αλεξάνδρειας
Πληθυσμός 376 (2011)
Ζώνη ώρας UTC+02:00 (επίσημη ώρα)
UTC+03:00 (θερινή ώρα)

Το χωριό Κυψέλη Ημαθίας ανήκει διοικητικά στον Δήμο Αλεξανδρείας της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας. Βρίσκεται στους πρόποδες των Πιερίων και πλάι στον ποταμό Αλιάκμονα, επί της παλαιάς εθνικής οδού Θεσσαλονίκης-Αλεξανδρείας- Κατερίνης. Σήμερα λόγω της αστυφιλίας και της υπογεννητικότητας των νέων το χωριό έμεινε μόνον με 350 κατοίκους.

Γενικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κυψέλη είναι σχετικά νέο χωριό. Κτίστηκε στην θέση αυτή κατά την δεκαετία του 1930. Μετά από την κατασκευή (ευθυγράμμιση, 1928) της νέας κοίτης του ποταμού Αλιάκμονα και του μεγάλου αναχώματος στην αριστερή του πλευρά για την προστασία των χωριών του κάμπου, ο Αλιάκμων κάθε άνοιξη υπερχείλιζε και κάλυπτε με τα νερά του ένα μεγάλο μέρος του κάμπου στην δεξιά του πλευρά, όπου βρίσκονταν τότε τα χωριά Γριτζάλι (σημερινή Αγκαθιά), Σερμελί (Καλύβια) και Νεοχώρι (πρώτος οικισμός εγκατάστασης των προσφύγων). Λόγω ακριβώς των συχνών πλημμυρών αυτών η τότε λειτουργούσα Κρατική Υπηρεσία Αποκαταστάσεως και Εποικισμού σχεδίασε την μεταφορά των πληττομένων οικισμών σε μέρος υψηλότερο. Στο μέρος που βρίσκεται σήμερα η Κυψέλη. Εδώ αποφάσισε να μετατεθούν οι οικισμοί Σερμελή (Καλύβια) με γηγενείς κατοίκους, το Νεοχώρι με πρόσφυγες και η Σφηνίτσα με γηγενείς. Η οριστική απόφαση ελήφθη όταν την άνοιξη του 1929 μεγάλη πλημμύρα κάλυψε το χωριό Σερμελί. Αποφασίστηκε λοιπόν η άμεση μετακίνηση του χωριού σε ποιο ασφαλές μέρος. Έγινε εδώ η ρυμοτόμηση, και δόθηκαν οικόπεδα των 2 στρεμμάτων σε κάθε μια από τις 25 οικογένειες του χωριού. Οι συνεχείς απειλές του Αλιάκμονα ανάγκασαν την υπηρεσία να αποφασίσει την μετακίνηση και του οικισμού του Νεοχωρίου,1931-1932, στην ίδια θέση ακριβώς πλάι και δυτικά της εγκατάστασης των καλυβιωτών. Έγινε ρυμοτομία και ορίστηκαν οικόπεδα του ενός στρέμματος για τις 75 οικογένειες του οικισμού. Με δαπάνη του δημοσίου εργολάβοι και εργάτες έκτισαν νέα σπίτια όλα στο ίδιο σχέδιο. Ανοίχτηκαν πηγάδια και βρύσες. Ο τρίτος οικισμός που μετεγκαταστάθηκε εδώ ήταν η άνω πρώτα και ύστερα η κάτω Σφηνίτσα με 17 γηγενείς οικογένειες. Το έτος 1937 ήρθε και έμεινε στο χωριό ο υποψήφιος γεωπόνος Δημ. Κεμπεντζόγλου για να κάνει την πρακτική του άσκηση και διατριβή. Αυτός στην διατριβή του (αρχείο Γεωπονικής Σχολής) γράφει και τα εξής για το νέο χωριό: "Ο συνολικός πληθυσμός ανέρχεται σε 452 κατοίκους - 114 οικογένειες. Το σύνολο σχεδόν είναι γεωργοί και κτηνοτρόφοι. Αι οικίαι είναι άπασαι καινουργείς. Τα αποχωρητήρια εις απόστασιν εκ των οικιών, άνωθεν βόθρου περιφραγμένου διά τοίχου ή καλάμων. Οι στάβλοι κατά κανόνα ευρίσκονται εις άλλην στέγην. Δέον να ευρίσκεταί τις ευχαριστημένος από την καθαριότητα του χωριού εν συγκρίσει με άλλα χωρία ". Μολονότι οι κάτοικοι του νέου χωριού, το οποίο πλέον έφερε το όνομα Νεοχώρι, προέρχονταν από διαφορετικά μέρη και είχαν μεταξύ τους διαφορές λόγω εθίμων, ηθών και τρόπου ζωής, εντούτοις δεν παρουσιάστηκαν στην νέα ζωή τους προβλήματα στις μεταξύ τους σχέσεις. Πέρασαν αρμονικά την σκληρή και δύσκολη αγροτική τους ζωή. Έκτισαν όλοι μαζί με την προσωπική τους εργασία την εκκλησία και το σχολείο. Συνεργάστηκαν για να αναγνωρισθεί το χωριό ως Κοινότητα. Ανέπτυξαν μεταξύ τους φιλικές και συγγενικές σχέσεις.

Ιστορικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νεοχώρι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι νεοχωρίτες, 75 οικογένειες, ήρθαν πρόσφυγες εδώ το 1924. Κατάγονται από το χωριό Νεοχώρι της Ανατολικής Θράκης, περιοχή Μετρών-Σηλυβρίας. Υποχρεώθηκαν να εκπατρισθούν με την εφαρμογή της συνθήκης της Λοζάνης (1/1923) για την ανταλλαγή των πληθυσμών. Έτσι στις 7 Ιουλίου του 1924 αναγκάσθηκαν να φορτώσουν σε κάρα και ζώα όσα από τα υπάρχοντά τους μπορούσαν μαζί με τα ιερά σκεύη της εκκλησίας και με δάκρυα και στεναγμούς να βαδίσουν προς το σταθμό του τραίνου στις Μέτρες (Τσατάλτζα). Το τραίνο τους μετέφερε στην Αλεξανδρούπολη, τότε Ντεντέ Αγάτς. Από εκεί μετά από 4-5 ημέρες με ένα πλοίο έφθασαν στην Θεσσαλονίκη στο Χαρμάνκιοϊ όπου έζησαν σε σκηνές υπό δραματικές συνθήκες περίπου δύο μήνες. Την 12-9-1924 φόρτωσαν πάλι τα υπάρχοντά τους στο τραίνο και κατέβηκαν στην Αλεξάνδρεια Ημαθίας (Γιδάς). Εδώ τους παρέλαβε ο Νικ.Χασιώτης και τους οδήγησε στο κτήμα της μονής του Αγ. Αθανασίου, λίγο πιο κάτω από το μοναστήρι, ανατολικά της σημερινής Αγκαθιάς.

Σφηνίτσα ή Σφήντστα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χωριό μικρό (1930) με δύο οικισμούς, την Άνω κα την Κάτω Σφηνίτσα, περί τα δύο χιλιόμετρα νότια της Κυψέλης πάνω στους πρώτους λόφους των Πιερίων. Η ζωή των κατοίκων του είχε άμεση σχέση με το Μοναστήρι του Αγ. Αθανασίου, από το οποίο ήταν απόλυτα εξαρτημένη, επειδή δεν είχαν δικά τους κτήματα, ούτε σπίτια οι της Άνω Σφηνίτσας και εργάζονταν στα κτήματα και τα ζώα του Μοναστηριού. Οι της Κάτω είχαν μεν σπίτια αλλά καλλιεργούσαν τα κτήματα του μοναστηριού επί ενοικίω. Πότε ιδρύθηκε το χωριό είναι άγνωστο. Σύμφωνα με στοιχεία του Γεν. Προξενείου Θεσσαλονίκης για την περίοδο 1877-78 το χωριό αυτό αναφέρεται σαν τσιφλίκι της μονής Αγ. Αθανασίου με 35 οικογένειες. Ακόμη ότι ήταν μετόχι της μονής όπου και η θερινή κατοικία του ηγουμένου, οι αποθήκες και οι στάβλοι. Για το χωριό αυτό ο Γιάννης Μοσχόπουλος στο βιβλίο του " Το Ρουμλούκι κατά την Βυζαντινή κ.λπ. " γράφει " Δεν αποκλείεται λοιπόν ,ιδρυτές του χωριού να ήταν οι κάτοικοι της Αλώρου, αφού το πιθανότερο είναι όσοι επέζησαν μιας καταστροφής, να μετοίκησαν κάπου κοντά. Το ότι υπάρχουν κοινά ονόματα σε κατοίκους της Σφηνίτσης και του Κολυνδρού δεν σημαίνει μόνο ότι οι κάτοικοι της Σφηνίτσης είναι Κολιντρινής προέλευσης αλλά και το αντίθετο, αφού δεν γνωρίζουμε ποιο χωριό από τα δύο προϋπήρχε". Κατά την επανάσταση του Ολύμπου που κήρυξε στον Κολυνδρό τον Φεβρουάριο του 1878 ο Επίσκοπος Κίτρους Νικόλαος Λούσης, το χωριό Σφήνστα όχι μόνο βρέθηκε στο επίκεντρο των επιχειρήσεων, αλλά έδωσε και μαχητές στον αγώνα. Στο βιβλίο του παραπάνω επισκόπου υπάρχει ονομαστική κατάσταση με 13 ονόματα αγωνιστών από το χωριό αυτό. Την περίοδο του Μακεδονικού Αγώνα (1904-1907) η Σφήνστα βρέθηκε και πάλι στο επίκεντρο των συγκρούσεων. Οι άντρες του χωριού πλαισίωσαν τα ανταρτικά σώματα και πολέμησαν τους Βουλγάρους δίπλα σε ονομαστούς καπεταναίους. Ένας από τους Σφηνιτσιώτες αγωνιστές ήταν Θανάσης Μακρής. Η Παμέλη-Πολύζου στο έργο της " Ιστορία του Κολυνδρού " γράφει για την ζωή και τα κατορθώματα αυτού του αγωνιστή τα εξής . " Το πραγματικό του όνομα ήταν Αθανάσιος Χατζής του Φωτίου. Γεννήθηκε στο χωριό Σφήνστα το 1876. Ακολούθησε τον Παύλο Μελά το 1904 και έγινε ομαδάρχης του με το ψευδώνυμο Μακρής. Στην μάχη που σκοτώθηκε ο Μελάς αυτός πληγώθηκε στο μέτωπο. Στην συνέχεια κατεβαίνει στον βάλτο και μπαίνει στο σώμα του καπετάν Άγρα και ανέλαβε την μεταφορά πολεμικού υλικού από τις παραλίες του Μακρυγιάλου στις περιοχές του αγώνα. Έλαβε μέρος σε πολλές μάχες. Σχημάτισε και δική του ομάδα που έδρασε ως την απελευθέρωση του 1912. Για τις υπηρεσίες του του προσεφέρθη σύνταξη, την οποία δεν δέχτηκε. Πέθανε εργαζόμενος σαν επιστάτης στο κτήμα του Νάτσικα στο Μιλοβό το 1936 και ετάφη στον Κολυνδρό." Το 1950 λόγω της μεταφοράς της Σφηνίτσας στο Νεοχώρι στην θέση της υπήρχε μόνο η παλιά πέτρινη εκκλησία του Αγίου Δημητρίου και πλάι της το νεκροταφείο του χωριού. Τίποτε άλλο δεν μαρτυρούσε ότι εδώ υπήρχε ένα πολύ παλιό ιστορικό χωριό, η Σφήντστα. Δυστυχώς κακή ήταν και η τύχη της εκκλησίας του Αγ. Δημητρίου . Θησαυροθύρες κατέσκαψαν το εσωτερικό και τα θεμέλια της , ώστε να κατεδαφισθεί. Στην θέση έχει κτισθεί με τσιμεντόλιθους ένα μικρότερο εκκλησάκι , στο οποίο εκκλησιάζονται οι νεοχωρίτες κατά την εορτή του Αγίου Δημητρίου την 26 Οκτωβρίου .

Σερμελή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μικρό χωριό (1930) με 25 οικογένειες γηγενείς. Ευρίσκονταν βορειοδυτικά της Κυψέλης, όπου και σήμερα σώζεται η μικρή εκκλησία της Αγίας Παρασκευής. Τα σπίτια ήταν μικρά και πρόχειρα γι’ αυτό και ονομάζονταν από τους ξένους και Καλύβια. Η περιοχή αυτή επί τουρκοκρατίας ανήκε σε Τούρκο Μπέη. Μαθαίνουμε από την παράδοση ότι στα κτήματα του Μπέη έρχονταν και δούλευαν Έλληνες από την περιοχή της Πέλλας-Έδεσσας. Μερικοί από αυτούς έμεναν και τον χειμώνα εδώ. Κατά την ανταλλαγή των ετών 1923-1924 ο Μπέης, πριν φύγει στην Τουρκία, πούλησε όσο-όσο τα κτήματά του σ' αυτούς που εργάζονταν στις υπηρεσίες του. Έτσι δημιουργήθηκε εδώ το χωριό Σερμελή.

Αρχαιολογικά ευρήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Toumpa 1.png
Arx2.png
Arx5.png

Περί τα 800μ. νοτιοανατολικά του χωριού υπάρχει ο τραπεζοειδούς σχήματος λόφος "Βασιλιά Τούμπα". Από εδώ μπορεί κανείς να αγναντέψει ολόκληρο τον κάμπο της Θεσσαλονίκης. Κατά την περίοδο των ετών 1988-1997 έγιναν εδώ ερευνητικές ανασκαπτικές εργασίες υπό την εποπτεία της αρχαιολόγου Μαρίας Αποστόλου. Τα αποτελέσματα των εργασιών αυτών περιγράφονται στις τέσσερις ανακοινώσεις της κ. Αποστόλου. Πολύ περιληπτικά διαβάζουμε εκεί και τα εξής: "Το αρχαιολογικό υλικό συγκεντρώθηκε στην ΙΖ' Εφορεία Αρχαιοτήτων Ημαθίας. Η ανασκαφή ήταν περιορισμένου και διερευνητικού χαρακτήρα . Ανακαλύφθηκαν κυρίως θεμέλια οικοδομημάτων. Χρονολογικά από τα νομίσματα και τα κεραμικά οι κατασκευές τοποθετούνται στον 3ο αιώνα π.Χ. Το υλικό που βρέθηκε είναι πήλινα αγγεία, χάλκινο κράνος, 16 χαλκονομίσματα του Αμύντα Γ', του Φιλίππου Β΄ , του Αλεξάνδρου Γ' ,του Δημητρίου Β' και άλλων. Βρέθηκαν επίσης ένα δωρικό κιονόκρανο, δέκα πιθάρια διαμέτρου 1 μ., λίθινος χερόμυλος, λίθινο τριβείο, μαρμάρινο ιγδίο, πήλινα ειδώλια, λυχνάρια και άλλα μεταλλικά αντικείμενα. Στα γύρω κοντινά υψώματα βρέθηκαν κεραμοσκεπείς ταφές ακτέριστες". Το βέβαιο είναι ότι ο χώρος έχει ανάγκην συστηματικότερης αρχαιολογικής ανασκαπτικής εξερεύνησης. Δυστυχώς σήμερα, το 2014, παραμένει τελείως εγκαταλειμμένος και καλυμμένος από αγριόχορτα.

Το παρακάτω απόσπασμα, είναι από το σύγγραμμα 'Αγγελοχώρι Ημαθίας. Οικισμός της ύστερης εποχής του Χαλκού', της Ε.Στεφανή: 'Η εντυπωσιακά μεγάλη τούμπα της Κυψέλης (Αποστόλου 1991) σήμερα βρίσκεται στις νότιες παρυφές της κεντρικής πεδιάδας Βέροιας – Θεσσαλονίκης – Γιαννιτσών. Κατά την προϊστορική εποχή βρισκόταν στη νότια παράκτια ζώνη της Λουδιακής πολύ κοντά, αν όχι δίπλα, στη θάλασσα αλλά και κοντά στους πρόποδες των Πιερίων. Είναι ένας οικισμός σημαντικός όχι μόνο για τη μεγάλη διάρκεια της κατοίκησης αλλά και για τη θέση του, που εξασφάλιζε την εύκολη επικοινωνία με τις γύρω περιοχές και με τη νότια Ελλάδα. Ωστόσο η απουσία επαρκών ανασκαφικών δεδομένων δε μας επιτρέπει να προχωρήσουμε σε αυτή τη φάση σε οποιοδήποτε συμπέρασμα για τον ρόλο της Κυψέλης στο οικιστικό πλέγμα της ύστερης εποχής του χαλκού στα όρια της σημερινής Ημαθίας'.

Γεωργία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το όργωμα και η σπορά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα παλαιότερα χρόνια οι χωριανοί ήταν κυριολεκτικά αφοσιωμένοι στην γεωργία. Καλλιεργούσαν κατά βάση σιτηρά και λιγότερα καλαμπόκια. Η καλλιέργεια του βαμβακιού και των οπωροφόρων άρχισε κατά την δεκαετία του 1970. Έτσι λοιπόν με τις πρώτες βροχές του φθινοπώρου , τον Οκτώβριο , που μαλάκωνε το χώμα, άρχιζαν το όργωμα της καλαμιάς. Όλα τα ζευγάρια με τα βόδια, τα άλογα και τα βουβάλια βρίσκονταν ζεμένα στο αλέτρι. Τον άλλο μήνα, τον Νοέμβριο γινόταν η σπορά. Βέβαια πρώτα ετοίμαζαν τον σπόρο από επιλεγμένο χοντρό σπυρί σταριού καθαρισμένο από σπόρους ζιζανίων και απολυμασμένο. Ο Γεωργ. Συν/σμός είχε μια απλή χειροκίνητη μηχανή ( νταούλι το έλεγαν ) μέσα στο οποίο έβαζαν το σπόρο και το ανακάτευαν με σκόνη θειικού χαλκού για απολύμανση και απαλλαγή από τα μικρόβια. Το χωράφι το χώριζαν πρώτα σε τεμάχια , τις σποριές, πλάτους 10-12 βημάτων σκόρπιζαν σ' αυτές το σπόρο. Γέμιζαν ένα ειδικό σακούλι με σπόρο , το κρεμούσαν στην αριστερή τους ωμοπλάτη και περπατώντας με μεγάλα σταθερά ΄βήματα σκόρπιζαν μια χούφτα , ένα χεροβόλι, σπόρο κάθε δύο βήματα με το δεξί τους χέρι. Έπειτα όργωναν το χωράφι και το σβάρνιζαν με ένα εργαλείο που κατασκεύαζαν μόνοι για να στρώσει το χώμα και σκεπαστεί ο σπόρος. Η σπορά έπρεπε να τελειώσει πριν αρχίσει ο χειμώνας με τις παγωνιές και τα χιόνια που ήταν συχνά εκείνα τα χρόνια. Τα όσπρια τα έσπερναν την άνοιξη και το καλαμπόκι τον Ιούνιο. Όλες οι καλλιέργειες τότε ήταν ξηρικές.

Ο θερισμός και το αλώνισμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Θέρος, τρύγος πόλεμος. Τον Ιούλιο όλη η αγροτιά κι η εργατιά από την νύχτα ως την νύχτα βρίσκονταν στα χωράφια για τον θερισμό, την συγκομιδή της παραγωγής. Δύο εργαλεία χρησιμοποιούσαν στην εργασία αυτή, το δρεπάνι και την κόσα , ένα μεγάλο δρεπάνι με μακρύ ξύλινο χερούλι. Από τις πιο δύσκολες και κοπιαστικές δουλειές στο χωράφι. Δεν ήταν μόνον το κόψιμο των καλαμιών. Ακολουθούσε πολύ πρωί πάντα το δέσιμο των δεματιών και η τοποθέτησή τους σε κόπες, τις στάβες, μικρές θημωνιές μέσα στο χωράφι των 9 ή 12 δεματιών. Το αλώνισμα μετά την δεκαετία του 1940 έγινε εύκολο, γιατί γίνονταν με τις αλωνιστικές μηχανές, τις πατόζες. Στα αλώνια με τις λωκάνες που τις έσερναν τα ζώα αλώνιζαν μόνον τα όσπρια, φασόλια, ρεβύθια , κουκιά.

Το άλεσμα και το ζύμωμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μύλος μηχανικός υπήρχε στο χωριό από την αρχή. Εδώ έφερναν το σιτάρι, αφού πρώτα το καθάριζαν με το κόσκινο και έπαιρναν το αλεύρι .Το αλεύρι η νοικοκυρά το κοσκίνιζε με την σίτα την χοντρή - την ψιλή την χρησιμοποιούσε όταν έκαμνε πίτα- για να αφαιρέσει τα πίτυρα. Έπειτα το ζύμωνε με ζεστό νερό με λίγο αλάτι και το προζύμι που το κρατούσε σε ειδική θήκη. Όταν μετά από λίγα λεπτά άρχιζε να φουσκώνει το ζυμάρι, το έπλαθε, το χώριζε σε κομμάτια- ψωμιά και τα τοποθετούσε στην πινακωτή, καμωμένη από ένα κορμό δέντρου σκαλισμένο ή από σανίδια με 5 ως 8 θέσεις, έτοιμα για το φούρνισμα. Κάθε σπίτι είχε και τον δικό του φούρνο στην αυλή ή μέσα. Τους καλύτερους φούρνους τους κατασκεύαζε ο μπάρμπα Ντάμτσος, ένας μετανάστης από την Σερβία ως το 1942-43 οπότε μια παγερή χειμωνιάτικη νύχτα τον βρήκαν παγωμένο σε μια αποθήκη όπου κοιμόταν. Αμέσως μετά η νοικοκυρά άναβε τον φούρνο και τον έκαιγε με ψιλά ξερά ξύλα, τα καψίδια. Όταν ο φούρνος " γίνονταν " καθάριζαν το δάπεδό του με ένα ειδικό ξύλινο εργαλείο (γκελμπερί το έλεγαν) που τραβούσαν προς τα έξω τα κάρβουνα και με την πάνα (ένα είδος σφουγγαρίστρας καμωμένης από κουρέλια της εποχής) βρεγμένης με νερό για να μην ανάψει. Έπειτα φούρνιζαν τα ψωμιά με το ειδικό ξύλινο φτυάρι.

Παραδόσεις και έθιμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένα έθιμο που εφαρμόζονταν ως την δεκαετία του 1950 ήταν το έθιμο της χελιδόνας. Την 1 Μαρίου παρέες παιδιών της Στ' Δημοτικού σχολείου ανέβαιναν στο βουνό για να μαζέψουν κλαδιά κισσού και μια βέργα με χοντρή άκρη. Στην άκρη της με ένα σουγιά κατασκεύαζαν ένα ομοίωμα χελιδονιού που το στόλιζαν με τα φύλλα και τα κλαδιά του κισσού με τέτοιο τρόπο ώστε να ανεβοκατεβαίνει το χελιδόνι μέσα από τα φύλλα. Το πρωί λοιπόν της πρώτης Μαρτίου η παρέα των παιδιών περνούσε από όλα τα σπίτια του χωριού και χόρευε την χελιδόνα τραγουδώντας τους στίχους: Μάρτη Μάρτη μου καλέ και Απρίλη φοβερέ τί καλά μας έφερες κ.λπ. Οι νοικοκυρές τους έδιναν συνήθως αυγά που τα μάζευαν σε ένα καλάθι και την άλλη μέρα τα πρόσφεραν στο δάσκαλο.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Όλες οι πληροφορίες περί Νεοχωρίου και Σφηνίτσης προέρχονται από το βιβλίο του Κωστ. Βασιλειάδη " Νεοχώρι, μια ακόμη αλησμόνητη πατρίδα".
  • Αγγελοχώρι Ημαθίας. Οικισμός της ύστερης εποχής του Χαλκού, Ευαγγελία Στεφανή, 2010