Κατάσταση εκτάκτου ανάγκης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Μέλη του Βασιλικού Συντάγματος της Μαλαισίας κατά τη διάρκεια της έκτακτης ανάγκης της Μαλαισίας το 1949, επιθεωρώντας εξοπλισμό που καταλήφθηκε σε επιδρομή

Κατάσταση εκτάκτου ανάγκης είναι μια κατάσταση κατά την οποία μια κυβέρνηση έχει την εξουσία να μπορεί να εφαρμόσει πολιτικές που κανονικά δεν θα της επιτρεπόταν να κάνει, για την ασφάλεια και την προστασία των πολιτών της. Μια κυβέρνηση μπορεί να κηρύξει μια τέτοια κατάσταση κατά τη διάρκεια φυσικής καταστροφής, εμφύλιων ταραχών, ένοπλων συγκρούσεων, ιατρικής πανδημίας ή επιδημίας ή άλλου κινδύνου βιοασφάλειας. Το Justitium είναι το ισοδύναμό του στο Ρωμαϊκό Δίκαιο, μια έννοια στην οποία η Ρωμαϊκή Σύγκλητος μπορούσε να υποβάλει ένα τελικό διάταγμα (senatus konsultum ultimum) που δεν ήταν αντικείμενο αμφισβήτησης, αλλά συνέβαλε στη διάσωση ζωών σε περιόδους διαμάχης.

Οι καταστάσεις έκτακτης ανάγκης μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν ως σκεπτικό ή πρόσχημα για την αναστολή δικαιωμάτων και ελευθεριών που διασφαλίζονται βάσει του συντάγματος ή του βασικού νόμου μιας χώρας, μερικές φορές μέσω στρατιωτικού νόμου ή ανάκλησης του habeas corpus. Η διαδικασία και η νομιμότητα αυτού διαφέρουν ανάλογα με τη χώρα.

Σχέση με το διεθνές δίκαιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, τα δικαιώματα και οι ελευθερίες μπορούν να ανασταλούν κατά τη διάρκεια κατάστασης έκτακτης ανάγκης, ανάλογα με τη σοβαρότητα της έκτακτης ανάγκης και τις πολιτικές μιας κυβέρνησης.

Χρήση και απόψεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και αρκετά ασυνήθιστο στις δημοκρατίες, τα δικτατορικά καθεστώτα συχνά κηρύσσουν κατάσταση έκτακτης ανάγκης που παρατείνεται επ' αόριστον για τη ζωή του καθεστώτος ή για παρατεταμένες χρονικές περιόδους, έτσι ώστε οι παρεκκλίσεις να μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να παρακάμψουν τα ανθρώπινα δικαιώματα των πολιτών τους που συνήθως προστατεύονται από το Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα.[1] Σε ορισμένες περιπτώσεις, κηρύσσεται επίσης στρατιωτικός νόμος, επιτρέποντας στον στρατό να ενεργεί με μεγαλύτερη εξουσία. Σε άλλες περιπτώσεις, δεν κηρύσσεται έκτακτη ανάγκη και δεν λαμβάνονται εκ των πραγμάτων μέτρα ή εγκρίνονται νομοθετικά διατάγματα από την κυβέρνηση. Η Νικόλ Κεστιό (Γαλλία) και ο Λεάντρο Ντεσπούι (Αργεντινή), δύο διαδοχικοί Ειδικοί Εισηγητές των Ηνωμένων Εθνών, συνέστησαν στη διεθνή κοινότητα να υιοθετήσει τις ακόλουθες «αρχές» που πρέπει να τηρούνται κατά τη διάρκεια μιας κατάστασης ή de facto κατάστασης έκτακτης ανάγκης: Αρχές Νομιμότητας, Διακήρυξη, Γνωστοποίηση, Χρονικός Περιορισμός, Έκτακτη Απειλή, Αναλογικότητα, Μη Διάκριση, Συμβατότητα, Συμφωνία και Συμπληρωματικότητα των Διάφορων Κανόνων του Διεθνούς Δικαίου.

Το άρθρο 4 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ), επιτρέπει στα κράτη να παρεκκλίνουν από ορισμένα δικαιώματα που εγγυάται το ΔΣΑΠΔ σε «καιρό έκτακτης ανάγκης». Οποιαδήποτε μέτρα παρέκκλισης από τις υποχρεώσεις βάσει του Συμφώνου, ωστόσο, πρέπει να είναι μόνο στον βαθμό που απαιτείται από τις ανάγκες της κατάστασης και πρέπει να ανακοινώνονται από το Κράτος στον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα[2] και η Αμερικανική Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα[3] έχουν παρόμοιες υποτιμητικές διατάξεις. Δεν επιτρέπεται καμία παρέκκλιση από τις Διεθνείς Συμβάσεις Εργασίας.

Ορισμένοι πολιτικοί θεωρητικοί, όπως ο Καρλ Σμιτ, έχουν υποστηρίξει ότι η εξουσία να αποφασίζει την έναρξη της κατάστασης έκτακτης ανάγκης καθορίζει την ίδια την κυριαρχία. Στο State of Exception (2005), ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν επέκρινε αυτήν την ιδέα, υποστηρίζοντας ότι ο μηχανισμός της κατάστασης έκτακτης ανάγκης στερεί από ορισμένους ανθρώπους τα αστικά και πολιτικά δικαιώματα τους, παράγοντας την ερμηνεία του homo sacer.[4]

Κατάχρηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης μπορεί να γίνει κατάχρηση με επίκληση. Ένα παράδειγμα θα ήταν να επιτραπεί σε ένα κράτος να καταστείλει την εσωτερική αντιπολίτευση χωρίς να χρειάζεται να σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ένα παράδειγμα ήταν η απόπειρα πραξικοπήματος του Αυγούστου 1991 στη Σοβιετική Ένωση (ΕΣΣΔ), όπου οι πραξικοπηματίες επικαλέστηκαν κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Η αποτυχία του πραξικοπήματος οδήγησε στη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης.

Οι παρεκκλίσεις από κράτη που έχουν επικυρώσει ή έχουν προσχωρήσει σε δεσμευτικές διεθνείς συμφωνίες όπως το ΔΣΑΠΔ, οι Αμερικανικές και Ευρωπαϊκές Συμβάσεις για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και οι Διεθνείς Συμβάσεις Εργασίας παρακολουθούνται από ανεξάρτητες επιτροπές εμπειρογνωμόνων, περιφερειακά δικαστήρια και άλλα κρατικά κόμματα.[5]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]