Καστράκι Λάρισας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 39°15′41″N 22°31′5″E / 39.26139°N 22.51806°E / 39.26139; 22.51806

Καστράκι Λάρισας
Τοποθεσία στον χάρτη της χώρας
Τοποθεσία στον χάρτη της χώρας
Διοίκηση
Χώρα Ελλάδα
Περιφέρεια Θεσσαλίας
Δήμος Φαρσάλων
Γεωγραφία και στατιστική
Νομός Λάρισας
Πληθυσμός 60

Το Καστράκι είναι χωριό του νομού Λάρισας. Το χωριό υπάγεται στο δημοτικό διαμέρισμα Ναρθακίου του δήμου Φαρσάλων. Βρίσκεται νοτιοδυτικά της πόλης των Φαρσάλων και σε απόσταση 16 χλμ. από αυτή, δίπλα στον ρου του ποταμού Ενιπέα. Είναι κτισμένο σε υψόμετρο 330 μέτρων. Μέχρι πριν μερικά χρόνια το χωριό δεν είχε μόνιμους κατοίκους. Σύμφωνα με την απογραφή του 2011 έχει 60 κατοίκους, ενώ εποχιακά έχει περισσότερους. Την δεκαετία του ’70 υπήρχαν 130 περίπου μόνιμοι κάτοικοι αμιγώς Σαρακατσάνοι.

Όνομα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το αρχικό (Τούρκικο) όνομα του χωριού όπως αναγράφεται στο αρχικό συμβόλαιο αγοράς του τσιφλικιού (1884) ήταν Κολοκλόμπασι, Κοκλόμπασι ή Κουκλόμπασι (αναφέρεται και με τις τρεις εκδοχές). Η ονομασία που χρησιμοποιούσαν οι κάτοικοι όμως ήταν το Κουκλόμπασι

Με γενική εντολή της Νομαρχίας, το 1957, μετονομάστηκαν πολλά χωριά του νομού Λάρισας, έτσι έγινε και η αλλαγή του ονόματος του χωριού σε Καστράκιον (Καστράκι πλέον). Το νέο όνομα, οφείλεται σε λείψανα τειχών και θέσης ενός κάστρου, που βρέθηκαν σε ένα λόφο, σε απόσταση περίπου 3 χλμ βόρεια του χωριού. Η αρχική πρόθεση των κατοίκων ήταν να ονομάσουν το χωριό «Νεράιδα» από το όνομα του βουνού που βρίσκεται ΝΑ του χωριού και το ονομάζουν «Νεραιδή». Το όνομα αυτό όμως είχε ήδη δοθεί από το 1927 σε διπλανό χωριό.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η περιοχή, έκτασης 16.000 στρεμμάτων, αποτελούσε Οθωμανικό τσιφλίκι που αγοράστηκε από τα αδέρφια Νικόλαο (απεβ.1923) και Ηλία (απεβ.1899) Πλατσή από τον Τούρκο ιδιοκτήτη (άγνωστος) κατά το 1884.

Στην συνέχεια και κατά το έτος 1911 πέρασε στην ιδιοκτησία των Ιωάννη, Μαρίας (συζ Ν. Χατζόπουλου) και Κωνσταντίνου οι οποίοι ήταν τέκνα του Νικολάου Πλατσή, καθώς και των Ευαγγέλου, Κωνσταντίας, Μαρίας και Ελένης (συζ. Μιχ. Καλία) οι οποίοι ήταν τέκνα του Ηλία Πλατσή.

Το χωριό δημιουργήθηκε όταν πουλήθηκε το τσιφλίκι από τους ιδιοκτήτες του το 1925 και το 1926. Η αγορά του τσιφλικιού έγινε σε δύο (2) φάσεις. Πρώτα πούλησε το μερίδιο του (Α' Μοίρα όπως αναγράφεται) μόνο ο ένας εκ των αδελφών και στην συνέχεια πούλησε (Β' Μοίρα όπως αναγράφεται) την επόμενη χρονια και ο δεύτερος αδερφός. Έτσι το κτήμα ονομάστηκε από τους χωρικούς «πάνω κτήμα» και «κάτω κτήμα» . Το τίμημα για την αγορά όλου του κτήματος ήταν 1.450.000.δρχ (4.019.40€ ) και ο διαμοιρασμός στους νέους ιδιοκτήτες έγινε με το σύστημα του κλήρου . Στο πάνω κτήμα ο κάθε κλήρος αντιστοιχούσε σε 580 στρέμματα και στο κάτω σε 950 στρέμματα και η έκταση που αγόρασε κάθε οικογένεια εξαρτιόνταν από την αγοραστική δύναμή της. Η περιοχή δεν ήταν άγνωστη στους μετέπειτα ιδιοκτήτες της γιατί στα προηγούμενα, της αγοράς, χρόνια οι εκτάσεις ενοικιαζόταν για την βόσκηση των κοπαδιών των κτηνοτρόφων την χειμερινή περίοδο (χειμαδιά). Γι' αυτο και στα συμβόλαια ονομάζονται σκηνίτες . Την καλοκαιρινή περίοδο οι κάτοικοι μετακινούταν σε ορεινούς βοσκότοπους στα βουνά των Αγράφων και του Γράμμου.

Τα πρώτα κτίσματα του χωριού ήταν αυτά που άφησαν πίσω τους οι παλιοί ιδιοκτήτες του τσιφλικιού και ήταν όπως αναφέρονται στα συμβόλαια: οικοδομές, αχυρώνες, υδρόμυλοι, σταύλοι, αποθήκες κλπ. Στην συνέχεια και περίπου το 1935 έγιναν τα πρώτα σπίτια των κατοίκων που αγόρασαν το κτήμα. Η πλειοψηφία τους όμως ζούσε ακόμα στα σαρακατσάνικα καλύβια. Το χωριό απέκτησε την σημερινή, περίπου, μορφή μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Από το 1950 και μετά έγιναν τα περισσότερα σπίτια. Τότε που άρχισαν σιγά-σιγά οι κτηνοτρόφοι να εγκαταλείπουν τα θερινά τους λιβάδια στα βουνά, και να μένουν πλέον μόνιμα στις πεδινότερες περιοχές. Η τελευταία μετακίνηση κοπαδιών έγινε περίπου το 1956, οπότε και το χωριό πήρε πλέον την τελική του μορφή. Τα χρόνια αυτά ήταν και το μεταίχμιο μεταξύ της αλλαγής του τρόπου ζωής των κατοίκων του, που από κυρίως κτηνοτρόφοι μετατρέπονται σταδιακά σε κυρίως γεωργοί. Είναι τα χρόνια που η νέοι της εποχής θέλουν να εγκαταλείψουν την κτηνοτροφία, η οποία είναι δύσκολη αλλά και έχει αρχίσει να δείχνει τα πρώτα σημάδια κάμψης της, και να ακολουθήσουν την γεωργία που με την ολοένα και περισσότερη εκμηχανοποίησης της είναι πιο κερδοφόρα και πολύ πιο ξεκούραστη. Είναι το χρονικό διάστημα (1950) που κάνουν την εμφάνιση τους τα πρώτα ιδιόκτητα τρακτέρ . Τρακτέρ που στην σημερινή εποχή μπορεί να θεωρούνται εντελώς παρωχημένα αλλά τότε ήταν σύγχρονα μηχανήματα τα οποία αντικατέστησαν το ζευγάρι μουλαριών ή αλόγων με το οποίο έκαναν τις γεωργικές εργασίες Έτσι σιγά-σιγά οι βοσκήσιμες εκτάσεις (λιβάδια) μειώνονται και με άδειες εκχέρωσης μετατρέπονται, με την χρήση γαιοπροωθητών και τρακτέρ, σε καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Αποτέλεσμα αυτής της αλλαγής είναι σήμερα να έχει απομείνει στο χωριό μόνο ένας κτηνοτρόφος. Σημαντικές στιγμές για το χωριό ήταν η υδροδότηση του που έγινε το 1970 και η ηλεκτροδότηση του ένα χρόνο μετά το 1971 Το χωριό μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του ‘70 ήταν ένας ζωντανός οικισμός. Με την αυγή της δεκαετίας του ‘80 οι κάτοικοι άρχισαν να το εγκαταλείπουν και να εγκαθίστανται κυρίως στην γειτονική πόλη τα Φάρσαλα αλλά και στην Λάρισα και στο Βόλο. Η εγκατάλειψη του χωριού δεν ήταν μια συνειδητή απόφαση των κατοίκων του αλλά ήταν μια αναγκαία κατάσταση για τους παρακάτω λόγους:

  • Πρώτος και κυριότερος λόγος η έλλειψη δημοτικού σχολείου στο χωριό αλλά και Γυμνασίου και Λυκείου σε κάποιο από τα διπλανά χωριά.

Το χωριό είχε οκτώ (8) παιδιά που μετακινούταν στο διπλανό χωριό, Δέντρα, στο οποίο υπήρχε δημοτικό σχολείο. Εκεί μαζί με τα τέσσερα (4) παιδιά του τοπικού χωριού απάρτιζαν ένα μονοθέσιο σχολείο με 12 παιδιά συνολικά. Η μετακίνηση αυτή γινόταν καθημερινά με μισθωμένο ταξί. Όμως πολύ συχνά το χειμώνα οι καιρικές συνθήκες (χιονόπτωση) εμπόδιζαν να πραγματοποιηθεί η μεταφορά. Τα χρόνια εκείνα οι χιονοπτώσεις ύψους 20-30 εκ., και περισσότερο, ήταν συνηθισμένες. Τότε επιστρατεύονταν οι γονείς των παιδιών οι οποίοι με τρακτέρ πραγματοποιούσαν τις μετακινήσεις. Μόλις τελείωναν το δημοτικό σχολείο η παρακολούθηση του γυμνασίου μπορούσε να γίνει μόνο στα Φάρσαλα, όπου λειτουργούσε και το μοναδικό Γυμνάσιο-Λύκειο της επαρχίας, με μετακίνηση των μαθητών με λεωφορείο του ΚΤΕΛ. Μια διαδικασία κουραστική και χρονοβόρα για τα παιδιά, γιατί η μικρές τάξεις είχαν λιγότερες ώρες διδασκαλίας από τις μεγάλες, με αποτέλεσμα τα γυμνασιόπαιδα να αναγκάζονται να περιμένουν μία ή και δύο ώρες μέχρι να σχολάσουν και οι τάξεις του λυκείου για να επιστρέψουν με το λεωφορείο στο χωριό.

  • Δεύτερος λόγος η προσπάθεια για καλύτερη μόρφωση για τα παιδιά του χωριού, σε μεγαλύτερα σχολεία, με καλύτερες συνθήκες αλλά και η πρόσβαση στα φροντιστήρια της πόλης των Φαρσάλων. Συχνό ήταν και το φαινόμενο παιδιά να νοικιάζουν σπίτια στα Φάρσαλα για να παρακολουθούν τις Γυμνασιακές/Λυκειακές τάξεις.
  • Τρίτος λόγος η προβληματική συγκοινωνιακή σύνδεση με τα Φάρσαλα.

Στα πρώτα χρόνια του ’70 υπήρχε σύνδεση με λεωφορείο του ΚΤΕΛ δύο φορές την ημέρα (πρωί-μεσημέρι). Με τον σταδιακό εκφυλισμό του χωριού όμως, η υπεραστική σύνδεση μειώθηκε σε ένα δρομολόγιο την εβδομάδα, κάθε Τρίτη που γινόταν και γίνεται μέχρι και σήμερα και η λαϊκή αγορά των Φαρσάλων, το λεγόμενο και παζάρι, ενώ στην συνέχεια διακόπηκε τελείως. Αποτέλεσμα αυτού ήταν οι λιγοστοί εναπομείναντες κάτοικοι να έχουν αποκοπεί τελείως συγκοινωνιακά. Ο μόνος τρόπος μετακίνησης πλέον ήταν τα ΙΧ . Έτσι μετακινήθηκαν και αυτοί οι τελευταίοι κάτοικοι στα Φάρσαλα.

  • Τέταρτος λόγος η έλλειψη ασφαλτοστρωμένου δρόμου για σύνδεση με το δρόμο Φαρσάλων - Βόλου.

Η ασφαλτόστρωση του δρόμου Ναρθάκιο - Φάρσαλα, έγινε το 1977 αλλά τα τέσσερα (4) χιλιόμετρα που χωρίζουν το χωριό από τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο Ναρθακίου χρειάστηκε να περάσουν περισσότερα από είκοσι (20) χρόνια για να στρωθεί και σε αυτά ασφαλτοτάπητας. Το χειμώνα η κατάσταση του δρόμου αυτού ήταν τέτοια που αποθάρρυνε την μετακίνηση των κατοίκων με τα αυτοκίνητα τους.

Οργάνωση – διοίκηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το χωριό δεν υπήρξε ποτέ έδρα κοινότητας αλλά υπαγόταν ως οικισμός αρχικά στην κοινότητα Ναρθακίου, μετέπειτα στον δήμο Ναρθακίου και πλέον στο δήμο Φαρσάλων. Είχε όμως αξιόλογο αγροτικό συνεταιρισμό μέχρι και το 2012 οπότε και καταργήθηκαν οι συνεταιρισμοί. Οι κάτοικοι του χωριού αν και έγιναν μόνιμοι πλέον κάτοικοι, και όχι νομάδες, τηρούσαν τους κανόνες του τσελιγκάτου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ύπαρξη ιδιωτικού σχολείου, παλιότερα, στο χωριό με δάσκαλο που πληρωνόταν από τους κατοίκους και όχι από το κράτος. Το σχολείο λειτουργούσε μέχρι τη δεκαετία του ’70. Το κτίσμα του υπήρχε, μαζί με τον εξοπλισμό του, μέχρι και την δεκαετία του ’80. Το χωριό λειτουργούσε και λειτουργεί με μια ιδιότυπη, άτυπη, οργάνωση-διοίκηση. Κάθε τι που αφορά το σύνολο του χωριού αποφασίζεται από μια συνέλευση στην οποία παίρνουν μέρος οι «αρχηγοί» των οικογενειών οι οποίοι είναι ισότιμοι μεταξύ τους. Ότι αφορά εκλεγμένες θέσεις (Πρόεδρος Συνεταιρισμού, δημοτικός σύμβουλος ή Πάρεδρος) το χωριό χωρίζεται σε δύο ομάδες οι οποίες έχουν να κάνουν με τις συγγένειες . Κάθε ομάδα έχει την σειρά της για την εκλεγόμενη θέση. ‘Έτσι αποφασίζει αυτή εσωτερικά ποιον από τα μέλη της θα προτείνει για υποψήφιο. Ακόμα και μέσα στην ομάδα όμως υπάρχει σειρά έτσι ώστε κάθε οικογένεια, που την απαρτίζει, να μπορεί να εκλέξει εκπρόσωπο της σε αξίωμα. Την επόμενη φορά η άλλη ομάδα με τον ίδιο τρόπο θα ορίσει υποψήφιό της ο οποίος είναι δεκτός από το σύνολο του χωριού. Δυστυχώς όμως με την απόσυρση των παλαιότερων από την ενεργό δράση πλέον τείνει να εξαφανιστεί αυτό το σύστημα διοίκησης.

Ασχολίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το χωριό ξεκίνησε ως αμιγώς κτηνοτροφικό. Στα πρώτα χρόνια τα βοσκοτόπια του φιλοξενούσαν περισσότερα από πέντε χιλιάδες( 5.000) πρόβατα. Λιγοστά ήταν τα γίδια και πολύ λίγα τα γελάδια. Μετά τον 2ο Π.Π που άρχισε η ενηλικίωση της δεύτερης γενιάς κατόχων του κτήματος άρχισε σιγά-σιγά και η καλλιέργεια μικρών εκτάσεων. Από το ’50 μέχρι και τα μέσα του ’70 υπήρχε παράλληλη απασχόληση με την γεωργία και την κτηνοτροφία, με την δεύτερη να βαίνει σταθερά μειούμενη μέχρι δεκαετία του ’80 όπου σχεδόν έπαψε να υπάρχει. Οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις είναι περίπου 11.000 στρέμματα, και μοιράζονται κατά κύριο λόγο σε σιτάρι, κριθάρι αλλά καλλιεργούνται επίσης βαμβάκι σε ικανές εκτάσεις, βίκος, τριφύλλι και τα τελευταία χρόνια φακή, ρεβίθια και περιστασιακά διάφορα άλλα δημητριακά και ψυχανθή. Την τελευταία δεκαετία φυτεύτηκαν και αρκετά στρέμματα με περιβόλια κερασιάς, καρυδιάς και μυγδαλιάς . Με το πρόγραμμα δάσωσης, έχουν καλυφθεί και αρκετές εκτάσεις με ακακίες και καρυδιές Εγκαταστάθηκε επίσης και μια μεγάλη μονάδα φωτοβολταϊκών.