Κάστρο της Άσσου Κεφαλονιάς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 38°22′51.18″N 20°31′49.87″E / 38.3808833°N 20.5305194°E / 38.3808833; 20.5305194

Είσοδος κάστρου
Εσωτερική δόμηση του κάστρου

Το Κάστρο της Άσσου ή Φρούριο της Άσσου κατασκευάστηκε στην Κεφαλονιά στα τέλη του 16ου αιώνα κατά την περίοδο της Βενετοκρατίας, παραμένει ακόμα και σήμερα σε πολύ καλή κατάσταση δίπλα στο γραφικό ψαροχώρι της Άσσος Κεφαλονιάς. Το κάστρο του Άσσου μαζί με το κάστρο του Αγίου Γεωργίου που βρίσκεται επίσης στην Κεφαλονιά αποτελούν άριστα δείγματα Στρατιωτικής αρχιτεκτονικής. Ο διάσημος Βρετανός στρατηγός Τσάρλς Τζέιμς Νάπιερ (1782 - 1853) το περιγράφει σαν "ισχυρότερο ακόμα και από το Γιβραλτάρ", αποτελεί σήμερα έναν από τους πιο ελκυστικούς τουριστικούς προορισμούς. Το κάστρο έχει θέα στον όρμο της Αγίας Κυριακής στα βορειοδυτικά του νησιού, βόρεια από την Παλική, κατασκευάστηκε από τους Βενετούς με στόχο να υπερασπιστεί το νησί από τους πειρατές και τις ναυτικές επιδρομές.[1] Το κάστρο βρίσκεται σε υψόμετρο 170 μέτρα πάνω σε έναν βραχώδη λόφο που καλύπτει ολόκληρη την μικρή χερσόνησο που βρίσκεται εξωτερικά από το μικρό ψαροχώρι Άσσος Κεφαλλονιάς. Ο τοίχος στα εξωτερικά του έχει συνολικό μήκος 2000 μέτρα και καλύπτει μια έκταση 44.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα.

Η ανέγερση του κάστρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τη εποχή που η Δημοκρατία της Βενετίας είχε την εξουσία στην Κεφαλλονιά (1584) οι ευγενείς έκαναν αίτημα για την δημιουργία ενός νέου κάστρου επειδή το υπάρχων κάστρο του Αγίου Γεωργίου δεν επαρκούσε να υπερασπιστεί το νησί από την Οθωμανική Αυτοκρατορία και τις επιδρομές των πειρατών.[2] Η Δημοκρατία αποφάσισε να μετακινήσει την στρατιωτική της διοίκηση από το κάστρο του Αγίου Γεωργίου μέσα στα όρια του νεου κάστρου. Η κατασκευή ξεκίνησε υπό την επίβλεψη του Αμβρόσιου Κορνήλιου (1593) και κράτησε τρία χρόνια (1593 - 1596). Τα σχέδια και την εκτέλεση ανέλαβαν ο Βενετός μηχανικός Μαρίνος Γκεντιλίνης που εγκαταστάθηκε στην Κεφαλλονιά, παντρεύτηκε Ελληνίδα και είναι καταγεγραμμένος στην Χρυσή Βίβλο των Βενετών ευγενών. Οι απόγονοι του είναι σήμερα Κεφαλλονίτες με το επώνυμο Γκεντιλίνης.[3]

Η παρακμή του κάστρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επιγραφή της περιόδου της Βενετοκρατίας

Ο Άσσος είχε πάντοτε μικρό πληθυσμό, σε περίοδο πολιορκίας μπορούσαν να κόψουν εύκολα όλες τις προμήθειες ακόμα και το νερό, το κάστρο έγινε πρωτεύουσα της βόρειας Κεφαλλονιάς με ένα μεγάλο φρούριο εσωτερικά αλλά με λίγο πληθυσμό. Από την χρονιά που η Βενετία κατέλαβε από τους Οθωμανούς την Λευκάδα (1684) το κάστρο έχασε την στρατηγική του σημασία, οι πειρατικές και οι Οθωμανικές επιδρομές ελαττώθηκαν σημαντικά και οι Βενετσιάνοι ίδρυσαν νέα πρωτεύουσα το Αργοστόλι. Στον Άσσο είχε την έδρα του ωστόσο ο Βενετός Προβλεπτής μέχρι την πτώση της Δημοκρατίας (1797).

Στο κάστρο μεταφέρθηκαν 7.000 κάτοικοι από το Σούλι Θεσπρωτίας και δημιουργήθηκε μέσα σε αυτό μια μικρή εγκατάσταση που πήρε το όνομα Σούλι, τα επόμενα χρόνια έχασε την στρατιωτική του σημασία. Στα τέλη της δεκαετίας του 1920 δημιουργήθηκε μέσα στο κάστρο μια φυλακή η οποία από τα τέλη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου φιλοξενούσε πολιτικούς κρατούμενους που καλλιεργούσαν αμπέλια και δημητριακά. Τα Επτάνησα υπέστησαν φοβερές φθορές από τους ισχυρούς Σεισμούς του 1953, οι κάτοικοι του κάστρου το εγκατέλειψαν μετά τον σεισμό και η φυλακή έκλεισε. Οι τελευταίοι έξι κάτοικοι καταγράφονται το 1961 που τελικά αποχώρησαν και αυτοί (1963), οι κάτοικοι του κάστρου τα τελευταία χρόνια έμειναν γνωστοί ως "Καστρινοί", καλλιεργούσαν ελιές και σταφύλια.[4] Ο Κωνσταντίνος Γεράκης Έλληνας τυχοδιώκτης του 17ου αιώνα που έγινε αργότερα πρωθυπουργός του Σιάμ γεννήθηκε στο κάστρο της Άσσου.

Το κάστρο σήμερα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άποψη των τειχών του κάστρου

Το κάστρο είναι σήμερα ανοιχτό σε καθημερινή βάση για το κοινό αλλά με χρέωση.[5] Η πρόσβαση γίνεται με μια πέτρινη σκάλα, τμήματα των τοίχων που φτάνουν περίπου τα 3 χιλιόμετρα με μια θολωτή αψίδα και το λιοντάρι του Αγίου Μάρκου είναι σήμερα τα πιο καλοδιατηρημένα τμήματα από την Βενετική εποχή.[6] Οι επισκέπτες μπορούν να δουν ανάμεσα στα ερείπια την μικρή εκκλησία του Αγίου Μάρκου και την Οικία του Ύπατου Αρμοστή της Γαληνότατης Δημοκρατίας. Δίπλα από το κάστρο βρίσκεται η ερειπωμένη εκκλησία του Προφήτη Ηλία που οικοδομήθηκε το 1888 πάνω στα ερείπια μιας παλιότερης εκκλησίας που χρονολογείται από το 1500, δίπλα βρίσκονται τα ερείπια της Βενετσιάνικης κατοικίας που ανήκε στην Οικογένεια Γκεντιλίνη.[7]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]