Θαλασσογραφία (ζωγραφική)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η καταιγίδα στη θάλασσα της Γαλιλαίας, 1633, Ρέμπραντ

Η θαλασσογραφία είναι είδος των παραστατικών τεχνών (ζωγραφική, σχέδιο, χαρακτική και γλυπτική) που απεικονίζει ή αντλεί την κύρια έμπνευση από τη θάλασσα και τα πλοία. Ο όρος συχνά καλύπτει σκηνές σε ποτάμια και εκβολές ποταμών, σκηνές παραλιών, θέματα που μπορούν να σχεδιαστούν ή να ζωγραφιστούν από την ξηρά.

Τα πλοία και η θάλασσα απεικονίζονταν στην τέχνη από την αρχαιότητα, αλλά η θαλασσογραφία άρχισε να γίνεται ξεχωριστό είδος, με εξειδικευμένους καλλιτέχνες, προς το τέλος του Μεσαίωνα. Με την ανάπτυξη της τοπιογραφίας κατά τη διάρκεια της Αναγέννησης, τα θαλασσινά τοπία έγιναν σημαντικό στοιχείο της, αλλά οι καθαρές θαλασσογραφίες ήταν σπάνιες μέχρι αργότερα.

Η θαλασσογραφία – ως ιδιαίτερο είδος ξεχωριστό από την τοπιογραφία – εμφανίστηκε με τη ζωγραφική της ολλανδικής Χρυσής Εποχής του 17ου αιώνα, αντανακλώντας τη σημασία του υπερπόντιου εμπορίου και της ναυτικής δύναμης της Ολλανδικής Δημοκρατίας. Με τον Ρομαντισμό, η θάλασσα και οι ακτές εντάχθηκαν στα θέματα πολλών τοπιογράφων και εμφανίστηκαν για πρώτη φορά θαλασσογραφίες που δεν περιλαμβάνουν πλοία.[1]

Έως τον 17ο αιώνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Οδυσσέας και οι Σειρήνες. Λεπτομέρεια από αττικό ερυθρόμορφο αγγείο, περ. 480-470 π.Χ

Αρχαιότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πλοία εμφανίζονται στην τέχνη από τους αρχαιότατους χρόνους. Τα πρώτα γνωστά έργα που απεικονίζουν θαλάσσια θέματα είναι βραχογραφίες από το 12.000 π.Χ. που δείχνουν πλεούμενα στο Εθνικό Πάρκο του Γκομπουστάν, στις όχθες της Κασπίας Θάλασσας. Βραχογραφίες και σκαλιστά αντικείμενα που απεικονίζουν πλοία έχουν βρεθεί σε πολλά νησιά του Αιγαίου καθώς και στην ηπειρωτική Ελλάδα και χρονολογούνται από το 4.000 π.Χ.[2]

Στην αρχαία αιγυπτιακή τέχνη, άνθρωποι και θεοί εμφανίζονται σε ποτάμιες φορτηγίδες. Νωπογραφίες σε αιγυπτιακούς τάφους δείχνουν συχνά σκηνές κυνηγιού πουλιών με βάρκες στο δέλτα του Νείλου και τα ταφικά αντικείμενα περιλαμβάνουν μοντέλα σκαφών και των πληρωμάτων τους για χρήση στη μετά θάνατον ζωή. Πλοία εμφανίζονται επίσης στην αρχαία ελληνική αγγειογραφία, ειδικά όταν σχετίζονται με αφηγηματικό πλαίσιο, καθώς και σε νομίσματα, αν και με ελάχιστη προσπάθεια για σκηνικό θαλασσογραφίας. Όπως και στην αιγυπτιακή ζωγραφική, η επιφάνεια του νερού υποδεικνύεται από μια σειρά παράλληλων κυματιστών γραμμών. Η αρχαία ρωμαϊκή τέχνη παρουσιάζει επίσης κάποιες τοιχογραφίες με απόψεις λιμανιών.

Μεσαίωνας-16ος αιώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νορμανδικό πλοίο στην ταπισερί της Μπαγιέ του 11ου αιώνα
Το ψηφιδωτό Πλοιάριο του Τζόττο (1305-1313)

Ελάχιστες είναι οι θαλασσογραφίες από την Ύστερη Αρχαιότητα έως το τέλος του Μεσαίωνα, τα θαλάσσια θέματα εμφανίζονταν όταν απαιτούνταν για αφηγηματικούς σκοπούς και δεν αποτελούσαν ιδιαίτερο είδος. Θαλάσσια στιγμιότυπα στη μεσαιωνική τέχνη περιλαμβάνονται στην ταπισερί της Μπαγιέ του 11ου αιώνα, που απεικονίζει την κατάκτηση της Αγγλίας από τους Νορμανδούς. [3]Το πλοίο λειτούργησε ως σύμβολο της εκκλησίας, όπως στο ψηφιδωτό Πλοιάριο του Τζόττο πάνω από την είσοδο της Βασιλικής του Παλαιού Αγίου Πέτρου στη Ρώμη, αλλά τέτοιες αναπαραστάσεις έχουν σχετικά μικρό ενδιαφέρον.

Κόνραντ Βιτς, Η θαυμαστή ψαριά (1444)
Πίτερ Μπρίγκελ ο πρεσβύτερος, Τοπίο με την πτώση του Ίκαρου,1558

Κατά τον 15ο αιώνα σε εικονογραφημένα χειρόγραφα και σε Βιβλία των Ωρών εμφανίστηκαν πιο ρεαλιστικές απεικονίσεις τόσο της θάλασσας όσο και των πλοίων, που χρησιμοποιήθηκαν για εικονογραφήσεις πολέμων, μυθιστοριών και σκηνών αυλικής ζωής καθώς και θρησκευτικές σκηνές καλλιτεχνών όπως ο Ζαν Φουκέ και ο Σίμον Μπένινγκ. Η ιταλική τέχνη της Αναγέννησης παρουσίαζε ναυτικές σκηνές όταν χρειαζόταν, αλλά εκτός από τον Βενετό καλλιτέχνη Βιττόρε Καρπάτσο, με σκηνές από ενετικά κανάλια και αποβάθρες, και τον Τζεντίλε ντα Φαμπριάνο υπήρχαν λίγοι καλλιτέχνες σ' αυτόν ή τον επόμενο αιώνα που ενδιαφέρθηκαν για το θέμα.

Στις γερμανόφωνες χώρες, Η θαυμαστή ψαριά (1444) του Κόνραντ Βιτς είναι ο πρώτος πίνακας που παρουσιάζει μια αναγνωρίσιμη τοποθεσία, τη λίμνη της Γενεύης. Η πρώτη απεικόνιση ναυμαχίας είναι μια τεράστια ξυλογραφία (548 x 800 mm) της ναυμαχίας του Ζόγκλου το 1499 μεταξύ των Ενετών και των Τούρκων.

Κατά τον 16ο αιώνα, υπάρχουν απεικονίσεις ναυτικών τοπίων στα έργα του Πίτερ Μπρίγκελ πρεσβύτερου και του Γιόος ντε Μόμπερ αλλά όχι σαν ιδιαίτερο είδος.

17ος αιώνας - Ολλανδική Θαλασσογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γιάκομπ φαν Ράουσντελ, Ταραγμένη θάλασσα στην προκυμαία, δεκαετία 1650

Οι καλλιτέχνες που ανέπτυξαν και διέδωσαν τη θαλασσογραφία ως ιδιαίτερο είδος είναι αρκετοί από τους ζωγράφους της ολλανδικής Χρυσής Εποχής του 17ου αιώνα. Η Ολλανδική Δημοκρατία βασιζόταν στην αλιεία και το θαλάσσιο εμπόριο αποκομίζοντας τον εξαιρετικό της πλούτο, είχε εμπλακεί σε ναυτικούς πολέμους και διασχιζόταν από πολλά ποτάμια και κανάλια. Μέχρι το 1650, το 95% των πλοίων που περνούσαν από τη Βόρεια Θάλασσα στη Βαλτική ήταν ολλανδικά.[4] Έτσι, το είδος της θαλασσογραφίας ήταν εξαιρετικά δημοφιλές.

Βίλλεμ φαν ντε Φέλντε ο πρεσβύτερος, Η παράδοση του Prince Royal, περ.1666-1670
Χέντρικ Κορνέλις Φρόομ, Ολλανδικά πλοία επιτίθενται σε ισπανικές γαλέρες στα ανοιχτά της φλαμανδικής ακτής τον Οκτώβριο του 1602 (1617)

Μετά τους προδρόμους, που ήταν ο Χέντρικ Κορνέλις Φρόομ, ο Γιαν Πορσέλις, ο Σίμον ντε Φλίχερ, ο Άνταμ Βίλλερτς και οι αδελφοί Ματάις και Πάουλ Μπριλ, οι μεγάλοι Ολλανδοί θαλασσογράφοι είναι ο Βίλλεμ φαν ντε Φέλντε ο πρεσβύτερος και ο Βίλλεμ φαν ντε Φέλντε ο νεότερος, οι οποίοι εγκατέλειψαν οριστικά την Ολλανδία για το Λονδίνο το 1672, αφήνοντας ως κορυφαίο καλλιτέχνη στο Άμστερνταμ τον Λούντολφ Μπακχάουζεν, ειδικευμένο στην απεικόνιση τρικυμιών. Διακρίθηκαν επίσης ο Γιαν φαν Χόγιεν, που ζωγράφισε ποτάμια και κανάλια και ο Γιαν φαν ντε Καπέλλε, με ήρεμα έργα και απόψεις λιμανιών. Πολύ σημαντικός θαλασσογράφος είναι ο Γιάκομπ φαν Ράουσντελ.

Πολλοί πίνακες περιλάμβαναν απόψεις παραλιών, λιμανιών ή σκηνές ποταμών, όπως οι πίνακες του Σάλομον φαν Ράουσντελ με μικρές βάρκες και όχθες με καλαμιές και τα μεγάλα ιταλικά τοπία του Έλμπερτ Κόυπ, με ηλιοβασιλέματα πάνω σε μεγάλα ποτάμια. Οι καλλιτέχνες πιθανώς είχαν συχνά διαθέσιμα ακριβή μοντέλα πλοίων για να τους βοηθήσουν να επιτύχουν ακριβείς απεικονίσεις.[5]

Ο Ρέινιερ Νόομς, ο οποίος ήταν ναυτικός και υπέγραφε τα έργα του ως Ζέερμαν (ναυτικός), ειδικεύτηκε σε σκηνές ναυμαχιών που δόθηκαν από τον στόλο της χώρας του κατά τη διάρκεια του Ολλανδικού πολέμου της ανεξαρτησίας και του Αγγλο-Ολλανδικού πολέμου. Οι απεικονίσεις του είναι τόσο ακριβείς ώστε οι ρυθμίσεις, τα συγκεκριμένα σκάφη και οι δραστηριότητες που λαμβάνουν χώρα στα λιμάνια και στα πλοία μπορούν να εντοπιστούν επακριβώς. Ζωγράφισε επίσης αρκετές σκηνές εργασιών συντήρησης και επισκευών σε ναυπηγείο, οι οποίες είναι ασυνήθιστες και έχουν ιστορικό ενδιαφέρον. Ο Άμπραχαμ Στορκ και ο Γιαν Άμπραχαμς Μπέερστρατεν εξειδικεύθηκαν επίσης στη θαλασσογραφία.

Η παράδοση της θαλασσογραφίας συνεχίστηκε στο φλαμανδικό τμήμα της Ολλανδίας, με κορυφαίο καλλιτέχνη τον Μποναβεντούρα Πέιτερς Ι και τον 19ο αιώνα με τον Γιόχαν Γιόνγκιντ. Η ολλανδική τεχνοτροπία μεταλαμπαδεύτηκε από καλλιτέχνες που μετανάστευσαν και αναπτύχθηκε και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Ανάπτυξη σε άλλες χώρες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Φραντσέσκο Γκουάρντι, Το Μεγάλο Κανάλι και η γέφυρα του Ριάλτο, 1765
Κλωντ Λορραίν, Λιμάνι με την αποβίβαση της Κλεοπάτρας στην Ταρσό (1642)

Στην Ιταλία, οι τρικυμίες του Τυρρηνικού πελάγους ενέπνευσαν τον Σαλβατόρ Ρόζα. Η Δημοκρατία της Βενετίας και η ποτάμια αρχιτεκτονική της ιστορικής της πρωτεύουσας επιφύλαξαν ένα ανεξάρτητο κεφάλαιο στη σκηνή της θαλασσογραφίας κυρίως με τον Καναλέτο και τον Φραντσέσκο Γκουάρντι αλλά οι Ιταλοί ζωγράφοι γενικά δεν ενδιαφέρθηκαν ιδιαίτερα για το θέμα.

Κλωντ Ζοζέφ Βερνέ, Το ναυάγιο, 1772

Στη Γαλλία, πολλοί ήταν οι ζωγράφοι που απεικόνισαν τη θάλασσα στα έργα τους, αρχικά, τον 17ο αιώνα, ο Κλωντ Λορραίν. Στη συνέχεια, κατά τον 18ο αιώνα, ο Αντριάν Μανγκλάρ και ο μαθητής του Κλωντ Ζοζέφ Βερνέ, που απεικόνισε σφοδρές καταιγίδες. Συνεχιστές τους ήταν ο Ζαν-Φρανσουά Υ με απόψεις των θαλάσσιων λιμανιών της Γαλλίας και ο Λουί Αμπρουάζ Γκαρνερέ που ήταν και ναυτικός. Τον 19ο αιώνα, θαλασσινά τοπία απέδωσαν o Τεοντόρ Γκυντέν, κορυφαίος ζωγράφος ναυμαχιών, και ο Λουί-Φιλίπ Κρεπέν ως επίσημοι ζωγράφοι του Γαλλικού ναυτικού, ο Εζέν Ιζαμπέ που απεικόνισε ναυάγια και τυφώνες, ο Γκυστάβ Κουρμπέ και ο Εζέν Λεπουατβέν απεικονίζοντας τους απόκρημνους θαλάσσιους βράχους της Ετρετά, ο Φελίξ Ζιέμ, ο πρόδρομος του ιμπρεσσιονισμού Εζέν Μπουντέν. Θαλασσογραφίες περιλαμβάνονται στο έργο του Εντουάρ Μανέ,Το λιμάνι της Βουλώνης στο φεγγαρόφωτο Λούβρο, και των ιμπρεσιονιστών, ιδιαίτερα στους Κλωντ Μονέ και Αλφρέντ Σισλέ. Με το θέμα ασχολήθηκαν επίσης ο Πωλ Σινιάκ, ο Αλμπέρ Μαρκέ και ο Ζωρζ Μπρακ της εποχής φωβ, κλ.[6]

Ο Δανός Κρίστιαν Μόλστεντ (Christian Mølsted) απεικόνισε ηρωικές ναυμαχίες.

Ιβάν Αϊβαζόφσκι, Η πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας από τον Κανάρη, 1881, Αθήνα, Εθνική Πινακοθήκη

Στην Αγγλία, η άφιξη το 1673 των Ολλανδών ζωγράφων Βίλλεμ φαν ντε Φέλντε και του γιου του, έφερε την ανάπτυξη του είδους στη χώρα. Στην αγγλική σχολή πρέπει να αναφερθούν ο Ουίλιαμ Χότζες που μεταξύ 1772 και 1775 συνόδευσε τον Τζέιμς Κουκ στον Ειρηνικό ως καλλιτέχνης της αποστολής, ο Τζον Κόνσταμπλ, οι πολυάριθμες θαλασσογραφίες του Ουίλλιαμ Τέρνερ, ο Τζέημς Μπάτερσγουορθ, ο Αμερικανός Γουίνσλοου Χόμερ κ.α. [7]

Στη Γερμανία, την εποχή του ρομαντισμού ο Κάσπαρ Ντάβιντ Φρίντριχ απεικόνισε συχνά θαλασσινά τοπία και αργότερα ο εξπρεσιονιστής Έμιλ Νόλντε χρησιμοποίησε συχνά στα θέματά του τη θάλασσα.

Στην Ισπανία, ο Χοακίν Σορόγια χρησιμοποίησε στα θαλασσινά του θέματα έντονα, ζωντανά και φωτεινά χρώματα.

Ο Ρώσος Ιβάν Αϊβαζόφσκι απεικόνισε ναυμαχίες από τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο και την Ελληνική επανάσταση και θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους θαλασσογράφους όλων των εποχών.

Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η θαλασσογραφία στην ελληνική ζωγραφική αναπτύχθηκε κατά τον 19ο αιώνα από αρκετούς ζωγράφους της Σχολής του Μονάχου, όπως οι Νικόλαος Γύζης, Νικηφόρος Λύτρας, Θεόδωρος Βρυζάκης, Πολυχρόνης Λεμπέσης, Νικόλαος Βώκος οι οποίοι χρησιμοποίησαν τη θάλασσα ως βάθος και φόντο στις ιστορικές και ηθογραφικές συνθέσεις τους. Εξαίρεση αυτού του κανόνα αποτελούν ο κυριότερος Έλληνας θαλασσογράφος Κωνσταντίνος Βολανάκης, ο μαθητής του Βασίλειος Χατζής, ο Γεώργιος Ροϊλός και ο Ιωάννης Αλταμούρας.[8]

Τον 20ό αιώνα, ο Κωνσταντίνος Παρθένης, ο Κωνσταντίνος Μαλέας, ο Νικόλαος Λύτρας, φιλοτέχνησαν μικρές θαλασσογραφίες. Από τη γενιά του '30, με τη θαλασσογραφία ασχολήθηκαν ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας στις Ύδρες του και ο Σπύρος Βασιλείου με αναφορές στο Γαλαξίδι και την Ερέτρια. Μεταπολεμικά, ο Παναγιώτης Τέτσης, ο Πάρις Πρέκας, στα έργα του οποίου εμφανίζεται επίσης και ο ανθρώπινος μόχθος και ο Κώστας Τσόκλης, του οποίου οι θαλασσινές δημιουργίες ανασυνθέτουν με ψευδαισθητικά ευρήματα την ατμόσφαιρα, δίνοντας την αίσθηση του θαλασσινού τοπίου.[9]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]