Ισπανική διάλεκτος των Κανάριων Νήσων

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Διάλεκτος των Κανάριων Νήσων
ΤαξινόμησηΙνδοευρωπαϊκές γλώσσες

Η ισπανική διάλεκτος των Κανάριων Νήσων (ενδώνυμο: español canario) είναι μία εκ των νότιων διαλέκτων της ισπανικής γλώσσας και ομιλείται από τα περίπου δύο εκατομμύρια κατοίκων του ομώνυμου αρχιπέλαγους. Τυπολογικά βρίσκεται μεταξύ των πιο εξελιγμένων νοτίων διαλέκτων της Ιβηρικής όπως τα δυτικά ανδαλουσιανικά και διαλέκτους της ισπανόφωνης Αμερικής όπως αυτή της Καραϊβικής. Συμμερίζεται με τα ανδαλουσιανικά φωνολογικά χαρακτηριστικά όπως τη σύγχυση των μεσαιωνικών συριστικών με αποκλειστική πραγμάτωση ενός φατνιακού συριστικού (σεσέο) και του πλάγιου ουρανικού με το αντίστοιχο προσεγγιστικό (αποπλαγιοποίηση), δάσυνση του φατνιακού τριβόμενου /s/ σε συλλαβική έξοδο ενώ παρουσιάζει πρωτότυπα χαρακτηριστικά όπως την ουρανικοποίηση του προουρανικού προστριβόμενου φωνήματος ( /t͡ʃ/> [ɟ]) και την ηχηροποίηση άηχων κλειστών (π.χ. los zapatos>[lozabadoh]).[1] Στο λεξικό παρουσιάζει ιδιαίτερες επιρροές από την πορτογαλική.

Δεν υφίσταται κάποιο περιφερειακό πρότυπο κύρους που να ενσωματώνει το σύνολο των χαρακτηριστικών των ιδιωμάτων των νήσων του αρχιπελάγους, παρά την ύπαρξη μιας μικτής υψηλής ιδιολέκτου των ανώτερων τάξεων που ενσωματώνει στοιχεία από την πρότυπη ισπανική και τα κανάρια ιδιώματα.[2]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Hualde et al. (2001): Introducción a la Lingüistica Hispánica. Cambridge University Press. σελ. 338.
  2. Morgenthaler García, L. (2008): Identidad y pluricentrismo lingüístico: hablantes canarios frente a la estandarización. Φραγκφούρτη/Μαδρίτη: Vervuert/Iberoamericana. σελ. 208.