Θάλασσα Ανταμάν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 10°N 96°E / 10°N 96°E / 10; 96

H Θάλασσα Ανταμάν, νοτιοανατολικά του Κόλπου της Βεγγάλης
Με χρώμα μπλε απεικονίζεται η θαλάσσια περιοχή που καταλαμβάνει η Θάλασσα Ανταμάν

Η Θάλασσα Ανταμάν (αγγλικά Andaman Sea) είναι θάλασσα νοτιοανατολικά του κόλπου της Βεγγάλης, νότια της ΜιανμάρΒιρμανία), δυτικά της Ταϊλάνδης και ανατολικά των νησιών Ανταμάν που ανήκουν στην Ινδία. Η θάλασσα αυτή αποτελεί τμήμα του Ινδικού Ωκεανού.

Η Θάλασσα Ανταμάν παραδοσιακά αποτελεί τόπο αλιείας και μεταφοράς αγαθών ανάμεσα στις παράκτιες χώρες που βρέχονται από τα νερά της και οι κοραλλιογενείς ύφαλοι και τα νησιά της είναι δημοφιλείς τουριστικοί προορισμοί. Η αλιεία και οι τουριστικές υποδομές της περιοχής υπέστησαν σοβαρό πλήγμα από το μεγάλο σεισμό του Ινδικού Ωκεανού το Δεκέμβριο του 2004 και το τσουνάμι που επακολούθησε της μεγάλης σεισμικής δόνησης.

Έκταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα νοτιοανατολικά νοητά της σύνορα η Θάλασσα Ανταμάν στενεύει και σχηματίζονται τα Στενά της Μαλάκα, που διαχωρίζουν τη Μαλαϊκή Χερσόνησο από το ινδονησιακό νησί της Σουμάτρας. Ο Διεθνής Υδρογραφικός Οργανισμός ορίζει τα όρια της Θάλασσας Ανταμάν (ή αλλιώς Θάλασσα της Μπούρμα) ως εξής [1]:

Νοτιοδυτικά: Μια γραμμή που περνά από την περιοχή Oedjong Raja (5°32′N 95°12′E / 5.533°N 95.200°E / 5.533; 95.200) στη Σουμάτρα στο Poeloe Bras (Breuëh) και μέσω των δυτικών νησιών του συμπλέγματος των νησιών Νικομπάρ της Ινδίας έως το Sandy Point στο νησί Μικρό Ανταμάν, κατά τέτοιον τρόπο που όλα τα παρακείμενα νερά ανήκουν στη Θάλασσα της Μπούρμα.

Βορειοδυτικά: Το ανατολικό όριο του Κόλπου της Βεγγάλης[1]

Νοτιοανατολικά: Μια γραμμή που ενώνει το Lem Voalan (7°47'N) της Ταϊλάνδης και το Pedropunt (5°40'N) στη Σουμάτρα.

Γεωλογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δορυφορική εικόνα της Θάλασσας Ανταμάν που δείχνει την πράσινη άλγη και τις εναποθέσεις ιλύος από τον ποταμό Ιραουάντι στο βόρειο τμήμα της.

Το μέσο βάθος της θάλασσας είναι περίπου 1.000 μέτρα. Τα βόρεια και ανατολικά τμήματα είναι πιο ρηχά από 180 μ. εξαιτίας της ιλύος του ποταμού Ιραουάντι της Μιανμάρ. Αυτός ο μεγάλος ποταμός χύνεται μέσα στη θάλασσα στο βόρειο τμήμα της, έχοντας διασχίσει προηγουμένως τη Μιανμάρ. Οι δυτικές και κεντρικές περιοχές έχουν 900-3.000 μέτρα βάθος. Λιγότερο από ένα 5% της Θάλασσας Ανταμάν έχει βάθος μεγαλύτερο από 3.000 μέτρα και σε ένα σύστημα υποθαλάσσιων κοιλάδων, ανατολικά της ράχης των νησιών Ανταμάν-Νικομπάρ το βάθος ξεπερνά τα 4.000 μέτρα. Ο πυθμένας της θάλασσας καλύπτεται από βότσαλα, χαλίκια και άμμο.

Τεκτονικές πλάκες του ωκεάνιου πυθμένα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σεισμός του Ινδικού Ωκεανού(2004)- Κύριος σεισμός και μετασεισμοί

Σε γενικές γραμμές ακολουθώντας μια κατεύθυνση Βορρά-Νότου στο πυθμένα της Θάλασσας Ανταμάν βρίσκεται το σύνορο ανάμεσα σε δύο τεκτονικές πλάκες, την πλάκα της Μπούρμα και την πλάκα της Σούνδης. Αυτές οι πλάκες (ή μικροπλάκες) πιστεύεται ότι παλαιότερα είχαν αποτελέσει τμήματα της μεγαλύτερης ευρασιατικής πλάκας, αλλά σχηματίστηκαν όταν εντάθηκε η δραστηριότητα του ρήγματος ολίσθησης, καθώς η ινδική πλάκα άρχισε την ουσιαστική της σύγκρουση με την ευρασιατική ήπειρο. Ως αποτέλεσμα δημιουργήθηκε μια λεκάνη οπισθοτόξου στο κέντρο, που άρχισε να σχηματίζει την περιθωριακή λεκάνη που θα γινόταν η Θάλασσα Ανταμάν, τα τωρινά στάδια της οποίας ξεκίνησαν κατά προσέγγιση πριν από 3-4 εκατομμύρια χρόνια [2].

Το σύνορο ανάμεσα σε δύο μεγάλες τεκτονικές πλάκες έχει ως αποτέλεσμα την ύπαρξη υψηλής σεισμικής δραστηριότητας στην περιοχή. Έχουν καταγραφεί πολυάριθμοι σεισμοί, από τους οποίους τουλάχιστον έξι (τα έτη 1797, 1833, 1861, 2004, 2005 και 2007) ήταν 8,4 βαθμών της Κλίμακας Ρίχτερ ή και περισσότερο. Στις 26 Δεκεμβρίου του 2004 ένα μεγάλο τμήμα του συνόρου ανάμεσα στην τεκτονική πλάκα της Μπούρμα και την ινδοαυστραλιανή πλάκα "γλίστρησε" δημιουργώντας το Σεισμό του Ινδικού Ωκεανού του 2004. Αυτός ο μεγασεισμός ήταν 9,3 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ. Περίπου 1.300-1.600 χιλιόμετρα του συνόρου ανάμεσα στις τεκτονικές πλάκες βρέθηκαν σε εφίππευση μεταξύ τους και μετατοπίστηκαν περίπου 20 μέτρα, με τον πυθμένα της θάλασσας να ανεβαίνει αρκετά μέτρα [3]. Αυτή η άνοδος του πυθμένα της θάλασσας προκάλεσε ένα πελώριο τσουνάμι με ύψος σύμφωνα με τις εκτιμήσεις 28 μέτρων που οδήγησε στο θάνατο περίπου 280.000 ανθρώπων στις ακτές του Ινδικού Ωκεανού[4]. Μετά τον αρχικό σεισμό υπήρξε μια ακολουθία μετασεισμών σε όλο το τόξο των νησιών Ανταμάν και Νικομπάρ. Οι τουριστικές υποδομές και ο τομέας της αλιείας υπέστησαν μεγάλο πλήγμα από το τραγικό αυτό συμβάν.

Ηφαιστειακή δραστηριότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έκρηξη του ηφαιστείου στο νησί Μπάρεν το 1995. Στο βάθος το αρχιπέλαγος των Ανταμάν

Μέσα στη θάλασσα, στα ανατολικά του κυριότερου αρχιπελάγους των νησιών Ανταμάν (αρχιπέλαγος των Μεγάλων Ανταμάν) βρίσκεται το νησί Μπάρεν (Barren island), το μοναδικό στις μέρες μας ενεργό ηφαίστειο που συνδέεται με την ινδική υποήπειρο. Αυτό το νησί-ηφαίστειο είναι 3 χμ. σε διάμετρο και υψώνεται 354 μ. πάνω από το επίπεδο της θάλασσας. Η πρόσφατη δραστηριότητά του άρχισε το 1991, μετά από μια ήρεμη περίοδο σχεδόν 200 ετών. Η δραστηριότητα αυτή προκαλείται από τη συνεχιζόμενη καταβύθιση της ινδικής πλάκας κάτω από το νησιωτικό τόξο των Ανταμάν, που εξαναγκάζει το μάγμα να ανεβαίνει σε αυτό το σημείο της πλάκας της Μπούρμα. Η τελευταία έκρηξη άρχισε στις 17 Σεπτεμβρίου του 2010[5]. Το ηφαιστειακό νησί του Ναρκοντάμ (Narcondum) που βρίσκεται πιο βόρεια είχε σχηματιστεί επίσης με αυτή τη διαδικασία, όμως, δεν υπάρχουν καταγραφές της δραστηριότητάς του [6].

Υδρολογία και Κλίμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κλίμα και η αλατότητα του νερού της Θάλασσας Ανταμάν καθορίζονται κυρίως από τους μουσώνες της νοτιοανατολικής Ασίας. Η θερμοκρασία του αέρα παραμένει σταθερή καθ' όλη τη διάρκεια του έτους στους 26 °C το Φεβρουάριο και στους 27 °C τον Αύγουστο. Η ετήσια βροχόπτωση αγγίζει τα 3.000 mm και οι περισσότερες βροχές πέφτουν το καλοκαίρι. Τα θαλάσσια ρεύματα είναι νοτιοανατολικά και ανατολικά το χειμώνα και νοτιοδυτικά και δυτικά το καλοκαίρι. Η μέση θερμοκρασία του νερού στην επιφάνεια είναι 26–28 °C το Φεβρουάριο και 29 °C το Μάιο. Η θερμοκρασία του νερού είναι σταθερή στους 4.8 °C στα βάθη των 1.600 μ. και κάτω. Η αλατότητα είναι 31.5–32.5‰ το καλοκαίρι και 30.0–33.0‰ το χειμώνα στο νότιο τμήμα. Στο βόρειο τμήμα μειώνεται στο 20–25‰ εξαιτίας της εισροής γλυκού νερού από τον ποταμό Ιραουάντι της Βιρμανίας. Οι παλίρροιες λαμβάνουν χώρα δύο φορές την ημέρα με το εύρος τους να φτάνει μέχρι τα 7,2 μέτρα.

Χλωρίδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι παράκτιες περιοχές της Θάλασσας Ανταμάν χαρακτηρίζονται από μαγκρόβια δάση και λιβάδια με Ποσειδωνίες. Τα μαγκρόβια καλύπτουν μια έκταση μεγαλύτερη από 600 τ.χμ. των ταϊλανδικών ακτών της μαλαϊκής χερσονήσου, ενώ λιβάδια με Ποσειδωνίες καλύπτουν μια περιοχή 79 τ.χμ.[7]. Τα μαγκρόβια είναι σε μεγάλο βαθμό η αιτία για την υψηλή παραγωγικότητα που χαρακτηρίζει τα παράκτια ύδατα, αφού οι ρίζες τους παγιδεύουν χώμα και ιζήματα και προσφέρουν καταφύγιο από τους θηρευτές καθώς και χώρο ανάπτυξης σε ψάρια και μικρούς υδρόβιους οργανισμούς. Τα μαγκρόβια προστατεύουν τις ακτές από τον αέρα και τα κύματα και τα κατάλοιπά τους αποτελούν τμήμα της υδρόβιας τροφικής αλυσίδας. Ένα σημαντικό τμήμα των ταϊλανδικών μαγκρόβιων δασών στη Θάλασσα Ανταμάν αποψιλώθηκε για τις εκτεταμένες υδατοκαλλιέργειες γαρίδας στα υφάλμυρα ύδατα. Τα μαγκρόβια υπέστησαν σημαντικό πλήγμα και από το μεγάλο τσουνάμι του 2004. Εν μέρει αποκαταστάθηκαν μετά από το συμβάν αυτό, όμως η περιοχή που καλύπτουν συνεχίζει να μειώνεται σταδιακά εξαιτίας των ανθρώπινων δραστηριοτήτων [7].

Άλλες σημαντικές πηγές θρεπτικών ουσιών στη Θάλασσα Ανταμάν είναι οι Ποσειδωνίες και οι λασπώδεις πυθμένες στις λιμνοθάλασσες και τις παράκτιες περιοχές. Δημιουργούν βιότοπο ή προσωρινό καταφύγιο για πολλούς οργανισμούς που σκάβουν λαγούμια και βενθικούς οργανισμούς. Πολλά υδρόβια είδη μεταναστεύουν από και προς τις Ποσειδωνίες είτε σε καθημερινή βάση είτε σε ορισμένα στάδια του κύκλου της ζωής τους. Οι ανθρώπινες δραστηριότητες που προκαλούν ζημία στα λιβάδια με τις Ποσειδωνίες περιλαμβάνουν απόρριψη λυμάτων από τις παράκτιες βιομηχανίες, τις γαριδοκαλλιέργειες και άλλες μορφές ανάπτυξης στις παράκτιες περιοχές, καθώς επίσης και αλιεία με τράτες και χρήση συρώμενων διχτυών. Το τσουνάμι του 2004 έπληξε το 3,5% των περιοχών με Ποσειδωνίες κατά μήκος των ακτών της Θάλασσας Ανταμάν εξαιτίας της εξάμμωσης και της προσάμμωσης και 1,5% των περιοχών αυτών υπέστησαν ολική απώλεια των βιοτόπων τους [7].

Πανίδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ντιγκόνγκ

Τα νερά της θάλασσας κατά μήκος των ακτών της μαλαϊκής χερσονήσου ευνοούν την ανάπτυξη μαλακίων και υπάρχουν περίπου 280 εδώδιμα είδη ψαριών που ανήκουν σε 75 οικογένειες. Από αυτά, 232 είδη συναντώνται στα μαγκρόβια και 149 είδη στις Ποσειδωνίες. Συνεπώς 101 είδη είναι κοινά και στα δύο αυτά περιβάλλοντα. Η θάλασσα φιλοξενεί επίσης πολλά ευάλωτα είδη πανίδας, μεταξύ των οποίων τα ντιγκόνγκ (Dugong dugon), διάφορα είδη δελφινιών, όπως το δελφίνι του Ιραουάντι (Orcaella brevirostris) και τέσσερα είδη θαλάσσιας χελώνας: τις υπό σοβαρή απειλή εξαφάνισης δερματοχελώνες (Dermochelys coriacea) και κεραμοχελώνες (Eretmochelys imbricata) και τις απειλούμενες πράσινες χελώνες (Chelonia mydas) και τις Lepidochelys olivacea. Υπάρχουν μονάχα περίπου 150 ντιγκόνγκ στη Θάλασσα Ανταμάν διασκορπισμένα ανάμεσα στις ταϊλανδικές επαρχίες Ρανόνγκ και Σατούν. Αυτά τα είδη είναι μάλλον ευαίσθητα στην υποβάθμιση των βιοτόπων που δημιουργούν τα λιβάδια με τις Ποσειδωνίες [7].

Ανθρώπινες δραστηριότητες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις ανθρώπινες δραστηριότητες στη Θάλασσα Ανταμάν περιλαμβάνονται η αλιεία και η μεταφορά αγαθών ανάμεσα στα παράκτια κράτη της περιοχής. Η Ταϊλάνδη και μόνο παράγει εκατοντάδες χιλιάδες τόνους αλιευμάτων (περίπου 710.000 τόνους το 2000) [8]. Για το 2000, από τους περίπου 710.000 τόνους αλιευμάτων, οι 490.000 τόνοι αφορούν αλιεία με τράτες (1.017 σκάφη), 184.000 τόνοι ψάρεμα με κυκλικά δίχτυα (γρι γρι) [9] (415 σκάφη) και περίπου 30.000 τόνοι αλιεία με απλάδια [10]. Το ύψος της παραγωγής είναι σημαντικά μικρότερο για τη Μαλαισία, ενώ είναι συγκρίσιμο, ή ίσως και υψηλότερο, για τη Μιανμάρ [11] . Ο ανταγωνισμός στον τομέα της αλιείας είχε ως αποτέλεσμα πολυάριθμες συγκρούσεις ανάμεσα στη Μιανμάρ (Μπούρμα) και την Ταϊλάνδη. Τα έτη 1998 και 1999 υπήρξαν και νεκροί και από τις δύο πλευρές και η ένταση σχεδόν κλιμακώθηκε σε στρατιωτική σύγκρουση ανάμεσα στις δύο χώρες. Και στις δύο περιπτώσεις, το ταϊλανδικό πολεμικό ναυτικό παρενέβη όταν σκάφη από τη Μπούρμα προσπάθησαν να παρεμποδίσουν ψαράδικα της Ταϊλάνδης στις αμφισβητούμενες θαλάσσιες περιοχές και υπήρξε η σκέψη από το Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας να αναπτυχθούν ταϊλανδικά μαχητικά αεροσκάφη . Ψαράδικα πλοία της Ταϊλάνδης επίσης είχαν συχνά βρεθεί αντιμέτωπα με το πολεμικό ναυτικό της Μαλαισίας στο βαθμό κατά τον οποίο η ταϊλανδική κυβέρνηση έπρεπε να προειδοποιεί τους ψαράδες της να μην προβαίνουν σε αλιευτικές δραστηριότητες χωρίς άδεια σε ξένα ύδατα [12].

Η αλιευτική παραγωγή της Ταϊλάνδης το 2004 είχε ως εξής: πελαγικά ψάρια 33%, βενθικά ψάρια 18%, κεφαλόποδα 7,5%, καρκινοειδή 4,5%, άχρηστα ψάρια 30% και άλλα σε ποσοστό 7% [7]. Τα "άχρηστα ψάρια" (αγγλικός όρος trash fish) είναι τα μη βρώσιμα είδη, τα βρώσιμα ψάρια με χαμηλή εμπορική αξία και τα ιχθύδια, που απελευθερώνονται στη θάλασσα. Στα πελαγικά ψάρια τα ποσοστά είχαν ως εξής: γαύροι (είδος Stolephorus) 19%, σκουμπριά Ινδο-Ειρηνικού (Rastrelliger brachysoma) 18%, φρίσσες (είδος Sardinellars) 14%, σαυρίδια 11% (είδος Decapterus), μακρύουροι τόνοι (Thunnus tonggol) 9%, τονάκια της Ανατολής (Euthynnus affinis) 6%, τρεβάλια 6%, μεγαλομάτηδες σούροι (Selar crumenophthalmus) 5%, σκουμπριά των Ινδιών (Rastrelliger kanagurta) 4%, βασιλικά σκουμπριά (Scomberomorus cavalla) 3%, λίτσες με λέπια (Megalaspis cordyla) 2%, λυκόρεγγες 1% και άλλα σε ποσοστό 2%. Η παραγωγή βενθικών ψαριών κυριαρχείτο από Priacanthus tayenus, νεμίπτερους (Nemipterus hexodon), σκαρμούς της Ανατολής (Saurida undosquamis), Saurida elongata και γαρίδες Ινδίας (Metapenaeus affinis) [7]. Τα περισσότερα είδη έχουν υπεραλιευτεί τις δεκαετίες του 70', του 80' και του 90', εκτός από τα σκουμπριά (Scomberomorus commersoni), τα κοκκάλια (carangidae) και τις λίτσες με λέπια (είδος Meggalaspis). Το συνολικό ποσοστό υπεραλίευσης το 1991 έφτασε το 333% για τα πελαγικά ψάρια και 245% για τα βενθικά είδη. Τα κεφαλόποδα χωρίζονται στα καλαμάρια, τις σουπιές και τα μαλάκια, όπου στα νερά της Ταϊλάνδης τα καλαμάρια και οι σουπιές κατανέμονται σε 10 οικογένειες, 17 γένη και πάνω από 30 είδη. Τα κύρια είδη μαλακίων που ψαρεύονται στα νερά της Θάλασσας Ανταμάν είναι χτένια, καλογνώμες του Ειρηνικού (Anadara granosa) και κυδώνια της Ιαπωνίας. Η συλλογή τους απαιτεί δράγες (συρόμενο επαγγελματικό αλιευτικό εργαλείο) που προκαλούν ζημιά στον πυθμένα της θάλασσας αλλά και στις ίδιες και για αυτό έχουν υποχωρήσει στις προτιμήσεις των ψαράδων. Ως συνέπεια, η παραγωγή μαλακίων υπέστη μείωση από 27.374 τόνους το 1999 σε 318 τόνους το 2004. Ενώ τα καρκινοειδή συνέθεταν μόνο το 4,5% της συνολικής αλιευτικής παραγωγής το 2004 σε όγκο, αντιπροσώπευαν το 21% της συνολικής αξίας. Στην κατηγορία αυτή κυριαρχούσαν η μπανανογαρίδα, η γάμπαρη-τίγρης, η πρασινογαρίδα (king prawn), η metapenaeus macleayi (school prawn), το αστακουδάκι Ινδικού (Thenus orientalis), η γαρίδα mantis, καβούρια και λασποκάβουρες. Το σύνολο των αλιευμάτων το 2004 ήταν 51.607 τόνοι για καλαμάρια και σουπιές και 36.071 τόνοι για τα καρκινοειδή [7].

Στους ορυκτούς πόρους της θάλασσας περιλαμβάνονται κοιτάσματα κασσίτερου στα ανοικτά των ακτών της Μαλαισίας και της Ταϊλάνδης. Σημαντικά λιμάνια είναι τα εξής: Νταουέι, Μουλμέιν, Μεργκί, Παθέιν (ή Μπασσέιν) και Γιανγκόν (ή Ρανγκούν) στη Μιανμάρ· Τζόρτζ Τάουν και Πενάνγκ στη Μαλαισία· Μπελαουάν στην Ινδονησία.

Η Θάλασσα Ανταμάν, ιδιαίτερα η δυτική ακτή της μαλαϊκής χερσονήσου, είναι πλούσια σε κοραλλιογενείς υφάλους και παράκτια νησιά με εντυπωσιακή τοπογραφία, όπως το Πουκέτ, τα νησιά Πι Πι, ο βράχος Κο Τάπου και τα νησιά της επαρχίας Κράμπι. Παρά τις καταστροφές από το μεγάλο σεισμό της Σουμάτρας το 2004 και το τσουνάμι που επακολούθησε αυτού, παραμένουν δημοφιλείς τουριστικοί προορισμοί. Επίσης, η γειτονική ακτή έχει πολυάριθμα θαλάσσια εθνικά πάρκα -16 μονάχα στην Ταϊλάνδη- και τέσσερα εξ αυτών είναι υποψήφια για ένταξη στα Μνημεία Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO.

Νησιά Πι Πι, Ταϊλάνδη
Βράχος Κο Τάπου (Νησί του Τζέιμς Μποντ)
Πανοραμική άποψη της δυτικής ακτής του Πουκέτ, Ταϊλάνδη

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]