Ζ (μυθιστόρημα)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ζ
Ζ.jpg
Εξώφυλλο της δεύτερης έκδοσης, «ΠΛΕΙΑΣ» , 1973
Συγγραφέας Βασίλης Βασιλικός
Γλώσσα Ελληνικά
Είδος μη μυθοπλαστικό μυθιστόρημα
Προηγούμενο «Το ημερολόγιο του Ζ»,
Επόμενο «Το μαγνητόφωνο ένα και δύο»
Τόπος Θεσσαλονίκη
Ημερομηνία δημοσίευσης 1966

Το Ζ - φανταστικό ντοκιμαντέρ ενός εγκλήματος είναι μη μυθοπλαστικό μυθιστόρημα - που αναφέρεται στα γεγονότα της δολοφονίας του βουλευτή της Ε.Δ.Α., Γρηγόρη Λαμπράκη το 1963), γραμμένο από τον λογοτέχνη Βασίλη Βασιλικό.

Το έργο γράφτηκε σχεδόν αμέσως μετά τα γεγονότα και πρωτοδημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο περιοδικό «Ταχυδρόμος» το 1966. Την ίδια χρονιά κυκλοφορεί σε βιβλίο από τις εκδόσεις «Θεμέλιο», σχεδόν ταυτόγχρονα με την δίκη των κατηγορουμένων για τη δολοφονία. Το 1967 η Χούντα των Συνταγματαρχών απαγόρευσε την κυκλοφορία του στην Ελλάδα[1] ενώ παράλληλα άρχισε να μεταφράζεται σε άλλες γλώσσες στα πλαίσια του αντιδικτατορικού αγώνα. Συγκεκριμένα, επίσης το 1966 μεταφράστηκε στα γαλλικά από τον Pierre Comberousse και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις "Gallimard" ενώ τα επόμενα τρία χρόνια μεταφράστηκε και εκδόθηκε σε άλλες δεκαοχτώ χώρες (18), όπως η Η.Π.Α, η Αγγλία, η Σοβιετική Ένωση και η Ιαπωνία.

Το έργο έγινε αμέσως σύμβολο του αντιδικτατορικού αγώνα, και βοήθησε -κυρίως με την κινηματογραφική προβολή του - στην διεθνοποίηση του κατάστασης στην Ελλάδα.[2]

Το 1969 έγινε η κινηματογραφική μεταφορά του από τον Κώστα Γαβρά.

Το βιβλίο μεταφέρθηκε και στο θέατρο, το 2012 από το Εθνικό Θέατρο, σε θεατρική μεταφορά της Έφης Θεοδώρου.[3] Τον Μάρτιο του 2018 παρουσιάστηκε στην Εθνική Λυρική Σκηνή η όπερα που βασίστηκε πάνω στο μυθιστόρημα, σε λιμπρέτο του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη.[4]

Το γεγονός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το απόγευμα της 22ας Μαΐου του 1963 ο βουλευτής της ΕΔΑ Γρηγόρης Λαμπράκης, κατευθυνόμενος στα γραφεία του «Δημοκρατικού Συνδικαλιστικού Κινήματος» προκειμένου να μιλήσει σε συγκέντρωση της «Επιτροπής δια την διαθνή ύφεσιν και ειρήνην», προπηλακίστηκε -παρουσία αστυνομικής δύναμης - από συγκεντρωμένους ακροδεξιούς πολίτες. Φεύγοντας από το κτίριο μετά το τέλος της ομιλίας, ένα τρίκυκλο έπεσε πάνω του και τον χτύπησε ενώ ο συνοδηγός τον τραυμάτισε θανάσιμα στο κεφάλι με ένα λοστό. Αν και ο βουλευτής μεταφέρθηκε τάχιστα στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ της Θεσσαλονίκης, πέθανε ύστερα από τέσσερεις μέρες νοσηλείας. Οι δράστες του εγκλήματος συνελήφθησαν γρήγορα και ανακαλύφθηκε ότι επρόκετο για τον Σπύρο Γκοτζαμάνη (οδηγό του τρικύκλου) που κινούνταν στο περιβάλον του υπόκοσμου της πόλης και τον Μανώλη Εμμανουηλίδη, συχνό τρόφιμο των φυλακών.

Η δολοφονία τάραξε ακόμα περισσότερο τα ήδη ταραγμένα νερά της περιόδου εκείνης, και στην κηδεία του που έγινε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 200.000χιλιάδες άνθρωποι μετέτρεψαν την κηδεία σε πολιτική διαμαρτυρία ενώ φώναζαν το σύνθημα «Ζεις, ζεις, εσύ μας οδηγείς».

Τις ανακρίσεις για το έγκλημα ανέλαβε ο τότε ανακριτής Χρήστος Σαρτζετάκης και τελικά οδήγησε στην δικαιοσύνη 31 άτομα.

Η δίκη έγινε τον Οκτώβριο του 1966 στο Κακουργιοδικείο Θεσσαλονίκης ωστόσο η ετυμηγορία των ενόρκων δεν ικανοποίησε το λαϊκό αίσθημα δικαιοσύνης αφού καταδίκασε τους δυο φυσικούς αυτουργούς όχι σε πρόκληση ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως που θα επέφερε ισόβια κάθειρξη (ίσως και την θανατική ποινή) αλλά σε πρόκληση βαρείας σωματικής βλάβης εκ προθέσεως με αποτέλεσμα να καταδικαστούν ο μεν Γκοτζαμάνης σε κάθειρξη 11 ετών, ο δε Εμμανουηλίδης σε κάθειρξη 8½ ετών.

Χαρακτηριστικό απόσπασμα του βιβλίου:

Από τη δίχως πόρτες θέση του, πάνω στο τρίκυκλο με την ξέσκεπη καρότσα, ο Γιάγκος είδε τη σεμνή οστεωμένη μορφή του Στρατηγού κι αναθάρρησε. Είχε αρχίσει να του λείπει το κουράγιο. Όσο πλησίαζε η ώρα και τριγύρω του αγρίευαν τα πράγματα, τόσο μια φωνή του έλεγε: «Γιάγκο, μην το κάνεις». Κι ήταν η πρώτη φορά που άκουγε μέσα του παρόμοια φωνή, αξεδιάλυτα μπλεγμένη με την εξάτμιση της μηχανής του, που ακόμα -που να 'βρει τα λεφτά;- ήταν χωρίς αποσιωπητήρες.

Ναι, γιατί του άρεσε να δέρνει του κόκκινους. Το φχαριστιόταν ως τα μύχια της ψυχής του. Η τελευταία φορά ήταν πριν από τρεις βδομάδες, στην εργατική Πρωτομαγιά. Μπήκε ανάμεσά τους με τα άλλα παιδιά της οργάνωσης και τους έδωσε ένα μαθηματάκι. Προπάντων εκείνου του ψηλού με τα γυαλιά, που δεν ήξερε από που του ερχόταν κι όλο ρωτούσε:«Γιατί δέρνεις;» «Γιατί έτσι μου γουστάρει, γυαλάκια», του αποκρινόταν ο Γιάγκος και δωσ' του του έριχνε και άλλη κεφαλιά. Αυτό μάλιστα, ήταν ξύλο: με το κλομπ συνέχεια του χεριού, με τα χέρια συνέχεια της ψυχής, με την ψυχή συνέχεια της διδασκαλίας του Αρχηγόσαυρου, με τον Αρχηγόσαυρο συνέχεια του Χίτλερ, του μόνου ανθρώπου, όπως έλεγε ο Αρχηγός, που πάσχισε να λυτρώσει τον κόσμο απ' τις κομμούνες. [5]

Το βιβλίο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Βασίλης Βασιλικός σύμφωνα με όσα αναφέρει σε συνέντευξή του, την περίοδο της δολοφονίας και της κηδείας βρισκόταν στην Θεσσαλονίκη και παρακολουθούσε από κοντά τα τεκταινόμενα. Ωστόσο δεν είχε σκεφτεί να γράψει βιβλίο - πολύ περισσότερο μυθιστόρημα γι' αυτά. Μέχρι που, ύστερα από συζήτηση με τον κομματικό του σύντροφο και ιδιοκτήτη τότε του εκδοτικού οίκου «Θεμέλιο» Δημήτρη (Μίμη) Δεσποτίδη, πείστηκε ότι έπρεπε να το κάνει. Ο Δεσποτίδης κατάφερε το 1964 να προμηθεύσει τον Βασιλικό με όλο το απόρρητο προανακριτικό υλικό της υπόθεσης, και τα συνεχή και εμπεριστατωμένα ρεπορτάζ των Γιάννη Βούλτεψη της εφημερίδας «Αυγή», Γιώργου Ρωμαίου του «Βήματος» και Γιώργου Μπέρτσου της «Ελευθερίας» τροφοδότησαν ακόμα περισσότερο το πρωταρχικό (πραγματικό) υλικό.
Ο Βασιλικός είχε περάσει δυο χρόνια ταξινομώντας το υλικό του αλλά δεν μπορούσε να βρει την κατάλληλη φόρμα για να το μετατρέψει σε βιβλίο. μέχρι που διάβασε το μυθιστόρημα «Εν Ψυχρώ» του Τρούμαν Καπότε και κατάλαβε ότι αυτήν ήταν η φόρμα που χρειαζόταν. «Tο ρούφηξα στα Aγγλικά, και μου άνοιξε νέους αφηγηματικούς δρόμους»,[6] λέει ο ίδιος σε συνέντευξή του. Την άνοιξη του 1966 και κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Παρίσι, ο συγγραφέας άρχισε να γράφει το μυθιστόρημα. Επέλεξε το γράμμα Ζ, θέλοντας να ακούγεται σαν Ζει για να παραπέμπει στο σύνθημα των πολιτών κατά την κηδεία του Λαμπράκη, ένα σύνθημα που ταυτόγχρονα εξέφραζε τον πόθο της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού για ελευθερία και δημοκρατία. Τον Νοέμβριο, και μεσούσης της δίκης της δολοφονίας του Λαμπράκη, το βιβλίο δημοσιεύτηκε σε 6 συνέχειες στο περιοδικό «Ταχυδρόμος».[7]

Σχεδόν ταυτόχρονα το μυθιστόρημα εκδίδεται σε βιβλίο από τις εκδόσεις «Θεμέλιο» με επιμέλεια εξωφύλλου από τον Νίκο Κούνδουρο.[8]

εκδοτική πορεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1966 ο εκδοτικός οίκος «Θεμέλιο» εξέδωσε πρώτη φορά το έργο, ενώ κατά την περίοδο της απαγόρευσής του στην Ελλάδα, ο συγγραφέας το εξέδωσε ιδιωτικά πρώτα στον Καναδά, το 1971 και έπειτα στη Γενεύη το 1972.

Στην Ελλάδα ξανα-εκδόθηκε από τις εκδόσεις «Πλειάς» το 1973, - από τις εκδόσεις «Δωρικός» το 1982 και από τις εκδόσεις «Γνώση» το 1991.
Το 1996 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Λιβάνης Α.Α», η πρώτη γραφή του βιβλίου με τα πραγματικά ονόματα και υπότιτλο :«Φανταστικό ντοκιμαντέρ ενός εγκλήματος». Αυτή η έκδοση ανατυπώθηκε το 2008 και μοιράστηκε δωρεάν μαζί με την εφημερίδα «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία».
Το 2011 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Διόπτρα» (ISBN 978-960-364-461-3) και το 2016 από τις εκδόσεις «Gutenberg - Γιώργος & Κώστας Δαρδανός» (ISBN 978-960-01-1812-4)

Το κείμενο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το βιβλίο χωρίζεται σε πέντε μέρη που έχουν τους παρακάτω τίτλους:

  • «7.30 μ.μ - 10.30 μ.μ. ένα βράδυ του Μάη»: Σε αυτό το μέρος παρακολουθούνται σχεδόν λεπτό προς λεπτό οι κινήσεις των βασικών πρωταγωνιστών της υπόθεσης. Ο Βασιλικός δεν χρησιμοποιεί τα πραγματικά ονόματα αλλλά ωστόσο πρόσωπα και πράγματα είναι εύκολα αναγνωρίσιμα. Στην Ουδετερούπολη (Θεσσαλονίκη) την Τετάρτη 22 Μαΐου 196..., και ενώ ο Υφυπουργός Γεωργίας τελείωνε την ομιλία του με θέμα τον «περονόσπορο» και ο παριστάμενος Στρατηγός (Κωνσταντίνος Μήτσου) βρήκε αφορμή να παρομοιάσει τον κομμουνισμό με τον περονόσπορο σαν τις δυο πιο σοβαρές ασθένειες της εποχής, ο Γιάγκος Γκαζκουρίδης (Σπύρος Γκοτζαμάνης) μεταφορέας στο επάγγελμα, και μέλος της παρακρατικής οργάνωσηςη του Αρχηγόσαυρου (Ξενοφών Γιοσμάς, βρισκόταν στην διασταύρωση των οδών Ερμού και Βενιζέλου περιμένοντας το σήμα για να χτυπήσει «το στόχο» που του είχε υποδείξει ο Στρατηγός επιτελώντας το πατριωτικό του καθήκον. Οι «Φίλοι της Ειρήνης» είχαν συγκεντρωθεί στο τρίτο όροφο του κτιρίου που στεγάζονταν τα γραφεία του Δημοκρατικού Συνδικαλιστικού Κινήματος για να ακούσουν την ομιλία του βουλευτή Ζ, (Γρηγόρης Λαμπράκης), που είχε φτάσει λίγες ώρες πριν από την Αθήνα. Ταυτόχρονα έξω από το κτίριο άρχισαν να συγκεντρώνονται και άτομα που ανήκαν σε παρακρατικές οργανώσεις, υπερ- εθνικιστές πολίτες, νοσταλγοί του Χίτλερ, τραμπούκοι και πληροφοριοδότες για λογαριασμό της Αστυνομίας, καθώς και άντρες έτοιμοι να δείρουν κατ' εντολή για ένα χαρτζιλίκι. Όλοι αυτοί αποτελούσαν την ομάδα πολίτων που «αυθορμήτως» συγκεντρώθηκαν για να διαμαρτυρηθούν. Στρέφοντας το βλέμμα του σε όλα τα πρόσωπα που σχετίστηκαν με την δολοφονική επίθεση ο Βασιλικός περιγράφει τον βίο και την πολιτεία των ατόμων που ήταν ενταγμένα στις παρακρατικές οργανώσεις, των Χωροφυλάκων και των εντολών που έδωσαν ή -κυρίως, των εντολών που αμέλησαν να δώσουν -, τους φίλους του Λαμπράκη, όπως τον επίσης άσχημα χτυπημένο από τον μανάβη Θηριόσαυρο ή Βαρώνα (Αντώνιος Πιτσώκος) και τον λιμενεργάτη τον Τζίμη τον Πυγμάχο (Χρήστος Φωκάς)[9] βουλευτή Γιώργο Πηρουχά (Γιώργος Τσαρουχάς, και τέλος την ίδια την επίθεση με τον Βάγγο (Μανώλης Εμμανουηλίδης) να χτυπάει με γκλομπ τον Λαμπράκη στο κεφάλι και να τον ρίχνει στο έδαφος την ίδια ώρα που ο Γιάγκος αυξάνοντας ταχύτητα περνούσε πάνω από το σώμα του, και όλα αυτά μπροστά στα μάτια της Χωροφυλακής. Τέλος, ο Χατζής ή Τίγρης (Μανώλης Χατζηαποστόλου) με υπεράνθρωπη προσπάθεια θα πηδήξει μέσα στο τρίκυκλο και αφού συμπλακεί με τον Βάγγο, θα γίνει αιτία να σταματήσει το τρίκυκλο ένας τροχονόμος, να οδηγήσει τον Γιάγκο στο τμήμα και έτσι, να συλληφθεί ο φυσικός αυτουργός της επίθεσης, καταστρέφοντας στην ουσία την προσπάθεια των ηθικών αυτουργών να μην συλληφθούν οι δράστες ποτέ.
  • «Ένα τρένο σφυρίζει μες τη νύχτα»: Στο δεύτερο μέρος περιγράφεται το ταξίδι του νεκρού του Λαμπράκη με το τρένο από τον σιδηροδρομικό σταθμό Θεσσαλονίκηςστην Αθήνα, το προσκύνημα στο παρεκκλήσι της Μητρόπολης και η κηδεία στο Α' Νεκροταφείο. Το βαγόνι υπ' αριθμόν Ζ 4383 περιέχει την σωρό του βουλευτή, ενώ σε ακόμ δυο ξεχωριστά βαγόνια, μεταβαίνουν οι συγγενείς και οι φίλοι του Λαμπράκη που συνοδεύουν το φέρετρο και μια διμοιρία Χωροφυλάκων για τον φόβο επεισοδίων. Το τρένο διασχίζει όλη την κεντρική Ελλάδα - με την «ψυχή» του Ζ να παρακολουθεί από ψηλά (δίνοντας την ευκαιρία στο συγγραφέα να ντύσει την γραφή του με συναισθήματα, σκέψεις, φράσεις ποιημάτων και άλλους λυρικούς τρόπους έκφρασης) χωρίς στάσεις και με τους κατά τόπους σταθμάρχες να επικοινωνούν με το Υπουργείο Προεδρίας για να βεβαιώνουν ότι όλα βαίνουν καλώς. Το μέρος αυτό, ενσωματώνει αποσπάσματα εφημερίδων με το πόρισμα των ιατροδικαστών, και την προπαγάνδα των φιλο-κυβερνητικών εφημερίδων, ενώ ο κόσμος μαζεύεται στο σιδηροδρομικό σταθμό της Αθήνας περιμένοντας τη σωρό. Το τρένο φτάνει στο σταθμό στις 12 τα μεσάνυχτα. Παρόλα αυτά πλήθος κόσμου το συνοδεύει μέχρι το παρεκκλήσιο της Μητρόπολης, τον Άγιο Ελευθέριο, όπου για τις επόμενες τρεις μέρες χιλιάδες Αθηναίοι θα περάσουν για το ύστατο Χαίρε. Την Κυριακή γίνεται η κηδεία, με την Χωροφυλακή και την Αστυνομία να έχουν πάρει δρακόντεια μέτρα ασφαλείας, για τον φόβο συγκρούσεων, όμως κανένα περιστατικό δεν αμαυώνει την κηδεία του Ζ, μια κηδεία που την παρακολουθούν δεκάδες χιλιάδες πολιτών, που φωνάζουν ρυθμικά το όνομά του, καθώς και άλλα συνθήματα όπως, «Ζει», «Ειρήνη - Δημοκρατία», «Όχι άλλο αίμα».
  • «Το χάσμα π' άνοιξε ο σεισμός»
  • «Απολογίες»
  • «Μετά ένα χρόνο»

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]