Εγκεφαλίτιδα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Εγκεφαλίτιδα
Μαγνητική τομογραφία που δείχνει υψηλό σήμα στους κροταφικούς λοβούς και στον δεξιό κατώτερο μετωπιαίο λοβό σε άτομo με εγκεφαλίτιδα HSV.
ΕιδικότηταΝευρολογία Edit this on Wikidata
ΣυμπτώματαΠονοκέφαλος, πυρετός, σύγχυση, δύσκαμπτος λαιμός, έμετος
ΕπιπλοκέςΕπιληπτικές κρίσεις, προβλήματα ομιλίας, μνήμης, ακοής
ΔιάρκειαΕβδομάδες έως μήνες μέχρι την ανάκαμψη
ΕίδηΑπλός έρπης, ιός Δυτικού Νείλου, ιός της λύσσας, κ.α.
ΑίτιαΜόλυνση, αυτοάνοση ασθένεια, ορισμένα φάρμακα, άγνωστη αιτία
Διαγνωστική μέθοδοςΜε βάση τα συμπτώματα που υποστηρίζονται από εξετάσεις αίματος, ιατρική απεικόνιση, ανάλυση εγκεφαλονωτιαίου υγρού
ΘεραπείαΑντιιικά φάρμακα, αντισπασμωδικά, κορτικοστεροειδή, τεχνητή αναπνοή
ΠρόγνωσηΜεταβλητή
Νοσηρότητα4.3 εκ. (2015)
Θνησιμότητα150.000 (2015)
Ταξινόμηση
ICD-10A83-A86, B94.1, G05
ICD-9323
DiseasesDB22543
eMedicineemerg/163
MeSHD004660

Η εγκεφαλίτιδα είναι μια φλεγμονή του εγκεφάλου. Ο όρος συνήθως χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια μόλυνση που προκαλείται από βακτηρίδια, παράσιτα, εμβόλια και ιούς. Μη μολυσματικοί παράγοντες, όπως τα δηλητήρια, μεταβολικές ανωμαλίες που οφείλονται σε ανεπάρκεια ήπατος ή νεφρού και όγκοι, μπορούν επίσης να προκαλέσουν καταστάσεις σαν την εγκεφαλίτιδα. Οι περισσότερες περιπτώσεις οφείλονται σε ιούς: εντεροϊούς,ερπητοϊούς, αρμποϊούς. Η ιοί της ιλαράς, παρωτίτιδας και ερυθράς σήμερα είναι σπάνιο αίτιο.[1] Άλλες αιτίες περιλαμβάνουν αυτοάνοσες ασθένειες και ορισμένα φάρμακα. Σε πολλές περιπτώσεις η αιτία παραμένει άγνωστη.[2]

Η σοβαρότητα ποικίλει με συμπτώματα όπως μειωμένη συνείδηση, πονοκέφαλο, πυρετό, σύγχυση, άκαμπτο λαιμό και εμετό.[3][4] Οι επιπλοκές μπορεί να περιλαμβάνουν επιληπτικές κρίσεις, ψευδαισθήσεις, προβλήματα ομιλίας, μνήμης και ακοής.[3] Οι παράγοντες κινδύνου περιλαμβάνουν ένα ασθενές ανοσοποιητικό σύστημα. Η διάγνωση βασίζεται συνήθως σε συμπτώματα και υποστηρίζεται από εξετάσεις αίματος, ιατρική απεικόνιση και ανάλυση εγκεφαλονωτιαίου υγρού.[2]

Η πρόληψη ορισμένων τύπων εγκεφαλίτιδας μπορεί να γίνει με εμβόλια.[5] Η θεραπεία μπορεί να περιλαμβάνει αντιιικά φάρμακα, αντισπασμωδικά και κορτικοστεροειδή, η οποία πραγματοποιείται γενικά στο νοσοκομείο. Μερικά άτομα χρειάζονται τεχνητή αναπνοή.[3] Μόλις τεθεί υπό έλεγχο το άμεσο πρόβλημα, μπορεί να χρειαστεί αποκατάσταση.[2] Το 2015, η εγκεφαλίτιδα εκτιμάται ότι επηρέασε 4,3 εκατομμύρια ανθρώπους και είχε ως αποτέλεσμα 150.000 θανάτους παγκοσμίως.[6][7]

Κλινική εικόνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρόμοια με τη μηνιγγίτιδα και περιλαμβάνει τρία χαρακτηρηστικά συμπτώματα.[1]

  • Πυρετός
  • Διαταραχή επιπέδου συνείδησης
  • Σπασμοί ή άλλη εστιακή νευρολογική σημειολογία

Αίτια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιογενή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ιογενής εγκεφαλίτιδα μπορεί να εμφανιστεί είτε ως άμεσο αποτέλεσμα μιας οξείας λοίμωξης, είτε ως ένα από τα επακόλουθα μιας λανθάνουσας λοίμωξης. Η πλειονότητα των ιογενών περιπτώσεων εγκεφαλίτιδας έχουν άγνωστη αιτία, ωστόσο η πιο κοινή αναγνωρίσιμη αιτία της ιογενούς εγκεφαλίτιδας είναι από μόλυνση από απλό έρπητα.[8] Άλλες αιτίες οξείας ιογενούς εγκεφαλίτιδας είναι ο ιός της λύσσας, ο ιός της πολιομυελίτιδας και ο ιός της ιλαράς.[9]

Επιπρόσθετες πιθανές ιογενείς αιτίες είναι ο φλαβοϊός (εγκεφαλίτιδα St. Louis, ο ιός του Δυτικού Νείλου), ο ιός bunya (στέλεχος La Crosse), ο αρεναϊός (ιός λεμφοκυτταρικής χοριομηνιγγίτιδας), και ο ρεοϊός.[10][11] Ο ιός Powassan (φλαβοϊός) προκαλεί εγκεφαλίτιδα σε σπάνιες περιπτώσεις.[12]

Βακτηριακά παθογόνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

A: Μαγνητική τομογραφία ακολουθίας Τ2 μιας 15χρονης Αμερικανίδας που δείχνει υγροποιημένο, νεκρωτικό εγκεφαλικό ιστό ως αποτέλεσμα κοκκιωματώδους αμοβικής εγκεφαλίτιδας που προκαλείται από Balamuthia mandrillaris[13] Β: Μαγνητική τομογραφία ακολουθίας Τ1 που δείχνει επέκταση και αύξηση νεκρωτικών περιοχών 4 ημέρες αργότερα.

Η εγκεφαλίτιδα μπορεί να προκληθεί από βακτηριακή λοίμωξη, όπως βακτηριακή μηνιγγίτιδα,[14] ή μπορεί να είναι επιπλοκή μιας μολυσματικής νόσου σύφιλης (δευτερογενής εγκεφαλίτιδα).[15]

Ορισμένες παρασιτικές ή πρωτοζωικές προσβολές, όπως η τοξοπλάσμωση, η ελονοσία ή η πρωτογενής αμοβική μηνιγγοεγκεφαλίτιδα, μπορούν να προκαλέσουν εγκεφαλίτιδα σε άτομα με ασθενές ανοσοποιητικό σύστημα. Η βορρελίωση (νόσος του Lyme) ή το Bartonella henselae μπορούν επίσης να προκαλέσουν την ασθένεια αυτή.

Άλλα βακτηριακά παθογόνα, όπως το μυκόπλασμα και εκείνα που προκαλούν τύφο, προκαλούν μηνιγγίτιδα και κατά συνέπεια εγκεφαλίτιδα. Τέλος μια μη μολυσματική αιτία εγκεφαλίτιδας είναι η οξεία διάχυτη εγκεφαλίτιδα που απομυελινώνεται.[16]

Μεταιχμιακή εγκεφαλίτιδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με τη χρήση της τεχνικής άμεσου ανοσοφθορισμού (DFA), αυτή η φωτομικρογραφία απεικονίζει τα ιστοπαθολογικά χαρακτηριστικά που σχετίζονται με μια περίπτωση πρωτογενούς αμοβικής μηνιγγοεγκεφαλίτιδας που προκαλείται από Naegleria fowleri.[13][17]

Η μεταιχμιακή εγκεφαλίτιδα αναφέρεται σε φλεγμονώδη νόσο που περιορίζεται στο μεταιχμιακό σύστημα του εγκεφάλου. Η κλινική παρουσίαση περιλαμβάνει συχνά τον αποπροσανατολισμό, την απώλεια μνήμης, τις επιληπτικές κρίσεις και τις ανωμαλίες συμπεριφοράς. Η απεικόνιση μαγνητικής τομογραφίας ακολουθίας Τ2 αποκαλύπτει υπεραισθησία στις δομές των μεσαίων κροταφικών λοβών και, σε ορισμένες περιπτώσεις, σε άλλες μεταιχμιακές δομές. Κάποιες περιπτώσεις μεταιχμιακής εγκεφαλίτιδας έχουν αυτοάνοση αιτία.[18]

Αυτοάνοση εγκεφαλίτιδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αυτοάνοση εγκεφαλίτιδα μπορεί να περιλαμβάνει κατατονία, ψύχωση, μη φυσιολογικές κινήσεις και συναισθηματική απορρύθμιση. Παραδείγματα αυτοάνοσης εγκεφαλίτιδας είναι η NMDA εγκεφαλίτιδα και η εγκεφαλίτιδα Rasmussen.[19] Η NMDA εγκεφαλίτιδα είναι η πιο κοινή αυτοάνοση μορφή και συνοδεύεται από τεράτωμα των ωοθηκών στο 58% των προσβεβλημένων γυναικών ηλικίας 18-45 ετών.[20]

Ληθαργική εγκεφαλίτιδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ληθαργική εγκεφαλίτιδα αναγνωρίζεται από υψηλό πυρετό, πονοκέφαλο, καθυστερημένη φυσική απόκριση και λήθαργο. Τα άτομα μπορεί να παρουσιάσουν αδυναμία στο άνω σώμα, μυϊκούς πόνους και τρέμουλο, αν και η αιτία της εγκεφαλίτιδας αυτής δεν είναι επί του παρόντος γνωστή. Από το 1917 έως το 1928, μια επιδημία ληθαργικής εγκεφαλίτιδας εξαπλώθηκε σε όλο τον κόσμο, αλλά έκτοτε δεν έχει αναφερθεί επανάληψη της επιδημίας.[21]

Διάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εγκεφαλίτιδα απλού έρπητα σε χρώση αιματοξυλίνης ηωσίνης.

Τα άτομα πρέπει να διαγιγνώσκονται με εγκεφαλίτιδα μόνο εάν έχουν μειωμένο ή αλλοιωμένο επίπεδο συνείδησης, λήθαργου ή αλλαγής προσωπικότητας για τουλάχιστον είκοσι τέσσερις ώρες χωρίς καμία άλλη εξήγηση.[22] Η διάγνωση για εγκεφαλίτιδα γίνεται μέσω διαφόρων εξετάσεων[23][24]:

  • Εγκεφαλική σάρωση, που γίνεται με μαγνητική τομογραφία, μπορεί να προσδιορίσει τη φλεγμονή και να τη διαφοροποιήσει σε σχέση με άλλες πιθανές αιτίες.
  • Ηλεκτροεγκεφαλογράφημα, για την παρακολούθηση της εγκεφαλικής δραστηριότητας - στην περίπτωση εγκεφαλίτιδας θα παραχθεί ανώμαλο σήμα.
  • Εξέταση αίματος
  • Ανάλυση ούρων

Πρόληψη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν διάφορα εμβόλια διαθέσιμα έναντι τσιμπουριών[25] και ιού της ιαπωνικής εγκεφαλίτιδας.[26] Σε ασθενείς που έχουν διαγνωστεί με εγκεφαλίτιδα μετά τον εμβολιασμό κατά της ευλογιάς μπορεί να προκληθεί η μετα-μολυσματική εγκεφαλομυελίτιδα και γι' αυτό ο εμβολιασμός μπορεί να αποφευχθεί, καθώς η ευλογιά έχει σχεδόν εξαλειφθεί.[27] Επιπλέον, για ίδια κατηγορία ασθενών υπάρχουν αντενδείξεις για εμβολιασμό κατά του κοκκύτη.[28]

Θεραπεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η υποστηρικτική θεραπεία είναι η εξής:

  • Αντιιικά φάρμακα (εάν προκληθεί από ιό)
  • Στεροειδή χρησιμοποιούνται για τη μείωση της διόγκωσης του εγκεφάλου
  • Φυσιοθεραπεία (εάν ο εγκέφαλος έχει επηρεαστεί μετά τη μόλυνση)

Η θεραπεία συντήρησης με βάση την πυριμεθαμίνη χρησιμοποιείται συχνά για τη θεραπεία της τοξοπλασμικής εγκεφαλίτιδας (ΤΕ), η οποία προκαλείται από το Toxoplasma gondii και μπορεί να είναι απειλητική για τη ζωή ατόμων με ασθενές ανοσοποιητικό σύστημα. Η χρήση αντιρετροϊκής θεραπείας υψηλής δραστικότητας (HAART), σε συνδυασμό με την καθιερωμένη θεραπεία συντήρησης με βάση την πυριμεθαμίνη, μειώνει την πιθανότητα υποτροπής σε ασθενείς με HIV και TE από περίπου 18% σε 11%.[29]

Η αποτελεσματικότητα της ενδοφλέβιας ανοσοσφαιρίνης για τη διαχείριση της εγκεφαλίτιδας σε παιδιά είναι ασαφής. Οι συστηματικές ανασκοπήσεις δεν μπορούν να εξαγάγουν σταθερά συμπεράσματα λόγω της έλλειψης τυχαιοποιημένων διπλών τυφλών μελετών με επαρκή αριθμό ασθενών και επαρκή παρακολούθηση. Υπάρχει η πιθανότητα οφέλους της ενδοφλέβιας ανοσοσφαιρίνης για ορισμένες μορφές εγκεφαλίτιδας παιδιών σε ορισμένους δείκτες όπως η διάρκεια της παραμονής στο νοσοκομείο, ο χρόνος μείωσης των σπασμών, ο χρόνος απόκτησης της συνείδησης ​​και ο χρόνος για την επίλυση των νευροπαθητικών συμπτωμάτων και του πυρετού. Η ενδοφλέβια ανοσοσφαιρίνη για ιαπωνική εγκεφαλίτιδα φαίνεται να μην έχει κανένα όφελος σε σύγκριση με τη θεραπεία με εικονικό φάρμακο.[30]

Πρόγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι αρνητικοί προγνωστικοί παραγόντες για την εξέλιξη της εγκεφαλίτιδας περιλαμβάνουν εγκεφαλικό οίδημα, επιληπτική κατάσταση και θρομβοπενία. Αντίθετα, ένα φυσιολογικό ηλεκροεγκεφαλογράφημα στα αρχικά στάδια της διάγνωσης σχετίζεται με υψηλά ποσοστά επιβίωσης.[31]

Επιδημιολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Θάνατοι από εγκεφαλίτιδα ανά εκατομμύριο άτομα το 2012.
  0-0
  1-1
  2-2
  3-4
  5-9
  10-14
  15-24
  25-45

Ο αριθμός των νέων περιπτώσεων οξείας εγκεφαλίτιδας το χρόνο στις δυτικές χώρες είναι 7,4 περιπτώσεις ανά 100.000 άτομα ανά έτος. Στις τροπικές χώρες, η επίπτωση είναι 6,34 ανά 100.000 άτομα ετησίως.[32] Ο αριθμός των κρουσμάτων εγκεφαλίτιδας δεν έχει αλλάξει πολύ με την πάροδο του χρόνου, με περίπου 250.000 περιπτώσεις ετησίως από το 2005 έως το 2015 στις ΗΠΑ. Περίπου 7 ανά 100.000 άτομα νοσηλεύτηκαν για εγκεφαλίτιδα στις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου.[31] Το 2015, η εγκεφαλίτιδα εκτιμάται ότι επηρέασε 4,3 εκατομμύρια ανθρώπους και είχε ως αποτέλεσμα 150.000 θανάτους παγκοσμίως.[6][7] Η εγκεφαλίτιδα απλού έρπητα έχει συχνότητα 2–4 ανά εκατομμύριο του πληθυσμού ετησίως.[33]

Ορολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εγκεφαλίτιδα με μηνιγγίτιδα είναι γνωστή ως μηνιγγοεγκεφαλίτιδα, ενώ η εγκεφαλίτιδα με εμπλοκή του νωτιαίου μυελού είναι γνωστή ως εγκεφαλομυελίτιδα.[2]

Πηγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • «Νέος Οικογενειακός Ιατρικός Οδηγός», I.J. Chasnoff, J.W. Ellis, Z.S. Fainman, Εκδόσεις Κισσός, 1992.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Φλωρεντία Κανακούδη-Τσακαλίδου· Γεώργιος Κατζός· Φώτιος Παπαχρήστου· Βασιλική Δρόσου-Αγακίδου (2017). Βασική Παιδιατρική. Θεσσαλονίκη: University Studio Press. σελ. 364-365. ISBN 978-960-12-2191-5. 
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 «Meningitis and Encephalitis Fact Sheet | National Institute of Neurological Disorders and Stroke». www.ninds.nih.gov. Ανακτήθηκε στις 7 Ιουλίου 2021. 
  3. 3,0 3,1 3,2 «Meningitis and Encephalitis Information Page | National Institute of Neurological Disorders and Stroke». www.ninds.nih.gov. Ανακτήθηκε στις 7 Ιουλίου 2021. 
  4. Ellul, Mark; Solomon, Tom (2018-04-01). «Acute encephalitis – diagnosis and management» (στα αγγλικά). Clinical Medicine 18 (2): 155–159. doi:10.7861/clinmedicine.18-2-155. ISSN 1470-2118. PMID 29626021. https://www.rcpjournals.org/content/clinmedicine/18/2/155. 
  5. «Encephalitis». nhs.uk (στα Αγγλικά). 23 Οκτωβρίου 2017. Ανακτήθηκε στις 7 Ιουλίου 2021. 
  6. 6,0 6,1 Vos, Theo; Allen, Christine; Arora, Megha; Barber, Ryan M; Bhutta, Zulfiqar A; Brown, Alexandria; Carter, Austin; Casey, Daniel C και άλλοι. (2016-10). «Global, regional, and national incidence, prevalence, and years lived with disability for 310 diseases and injuries, 1990–2015: a systematic analysis for the Global Burden of Disease Study 2015». The Lancet 388 (10053): 1545–1602. doi:10.1016/s0140-6736(16)31678-6. ISSN 0140-6736. PMID 27733282. PMC PMC5055577. https://doi.org/10.1016/S0140-6736(16)31678-6. 
  7. 7,0 7,1 Wang, Haidong; Naghavi, Mohsen; Allen, Christine; Barber, Ryan M.; Bhutta, Zulfiqar A.; Carter, Austin; Casey, Daniel C.; Charlson, Fiona J. και άλλοι. (2016-10-08). «Global, regional, and national life expectancy, all-cause mortality, and cause-specific mortality for 249 causes of death, 1980–2015: a systematic analysis for the Global Burden of Disease Study 2015» (στα English). The Lancet 388 (10053): 1459–1544. doi:10.1016/S0140-6736(16)31012-1. ISSN 0140-6736. PMID 27733281. https://www.thelancet.com/journals/lancet/article/PIIS0140-6736(16)31012-1/abstract. 
  8. Roos, Karen L.· Tyler, Kenneth L. (2014). Kasper, Dennis, επιμ. Harrison's Principles of Internal Medicine (19 έκδοση). New York, NY: McGraw-Hill Education. 
  9. Fisher, D.L.; Defres, S.; Solomon, T. (2015-03-01). «Measles-induced encephalitis». QJM: An International Journal of Medicine 108 (3): 177–182. doi:10.1093/qjmed/hcu113. ISSN 1460-2725. https://doi.org/10.1093/qjmed/hcu113. 
  10. Kennedy, P. G. E. (2004-03-01). «VIRAL ENCEPHALITIS: CAUSES, DIFFERENTIAL DIAGNOSIS, AND MANAGEMENT» (στα αγγλικά). Journal of Neurology, Neurosurgery & Psychiatry 75 (suppl 1): i10–i15. doi:10.1136/jnnp.2003.034280. ISSN 0022-3050. PMID 14978145. https://jnnp.bmj.com/content/75/suppl_1/i10. 
  11. Broder, Christopher C.· Geisbert, Thomas W. (2012). Lee, Benhur, επιμ. Henipavirus: Ecology, Molecular Virology, and Pathogenesis. Current Topics in Microbiology and Immunology. Berlin, Heidelberg: Springer. σελίδες 197–223. ISBN 978-3-642-29819-6. 
  12. «Symptoms, Diagnosis, and Treatment | Powassan | CDC». www.cdc.gov (στα Αγγλικά). 17 Ιουλίου 2019. Ανακτήθηκε στις 7 Ιουλίου 2021. 
  13. 13,0 13,1 Nilstrem, Rogers· Kuslovic, Allen. Ιατρική Μικροβιολογία Ι: Παθογόνα και ανθρώπινα μικροβιοκτόνα. Cambridge Stanford Books. 
  14. Ashar, Bimal H.· Miller, Redonda (1 Ιανουαρίου 2012). Johns Hopkins Internal Medicine Board Review: Certification and Recertification. Elsevier Health Sciences. ISBN 978-1-4557-0692-1. 
  15. Hama, Kiwa; Ishiguchi, Hiroshi; Tuji, Tomikimi; Miwa, Hideto; Kondo, Tomoyoshi (2008). «Neurosyphilis with Mesiotemporal Magnetic Resonance Imaging Abnormalities». Internal Medicine 47 (20): 1813–1817. doi:10.2169/internalmedicine.47.0983. https://www.jstage.jst.go.jp/article/internalmedicine/47/20/47_20_1813/_article. 
  16. Encephalitis: Practice Essentials, Background, Pathophysiology. 2021-06-14. https://emedicine.medscape.com/article/791896-overview#a4. 
  17. «Details - Public Health Image Library(PHIL)». phil.cdc.gov. Ανακτήθηκε στις 7 Ιουλίου 2021. 
  18. Larner, A. J. (2 Μαΐου 2013). Neuropsychological Neurology: The Neurocognitive Impairments of Neurological Disorders. Cambridge University Press. ISBN 978-1-107-60760-6. 
  19. Armangue, Thaís; Petit-Pedrol, Mar; Dalmau, Josep (2012-11-01). «Autoimmune Encephalitis in Children» (στα αγγλικά). Journal of Child Neurology 27 (11): 1460–1469. doi:10.1177/0883073812448838. ISSN 0883-0738. PMID 22935553. PMC PMC3705178. https://doi.org/10.1177/0883073812448838. 
  20. Dalmau, Josep; Graus, Francesc (2018-02-28). «Antibody-Mediated Encephalitis» (στα αγγλικά). New England Journal of Medicine. doi:10.1056/NEJMra1708712. https://www.nejm.org/doi/10.1056/NEJMra1708712. 
  21. «Encephalitis Lethargica Information Page | National Institute of Neurological Disorders and Stroke». www.ninds.nih.gov. Ανακτήθηκε στις 7 Ιουλίου 2021. 
  22. Venkatesan, A.; Tunkel, A. R.; Bloch, K. C.; Lauring, A. S.; Sejvar, J.; Bitnun, A.; Stahl, J-P.; Mailles, A. και άλλοι. (2013-10-15). «Case Definitions, Diagnostic Algorithms, and Priorities in Encephalitis: Consensus Statement of the International Encephalitis Consortium». Clinical Infectious Diseases 57 (8): 1114–1128. doi:10.1093/cid/cit458. ISSN 1058-4838. https://doi.org/10.1093/cid/cit458. 
  23. «Encephalitis - Diagnosis». nhs.uk (στα Αγγλικά). 3 Οκτωβρίου 2018. Ανακτήθηκε στις 7 Ιουλίου 2021. 
  24. Kneen, R.; Michael, B. D.; Menson, E.; Mehta, B.; Easton, A.; Hemingway, C.; Klapper, P. E.; Vincent, A. και άλλοι. (2012-05-01). «Management of suspected viral encephalitis in children – Association of British Neurologists and British Paediatric Allergy, Immunology and Infection Group National Guidelines» (στα English). Journal of Infection 64 (5): 449–477. doi:10.1016/j.jinf.2011.11.013. ISSN 0163-4453. PMID 22120594. https://www.journalofinfection.com/article/S0163-4453(11)00562-7/abstract. 
  25. World Health Organization (2011) (στα αγγλικά). Vaccines against tick-borne encephalitis : WHO position paper = Note de synthèse : position de l'OMS sur les vaccins contre l'encéphalite à tiques, σελ. 241–256. https://apps.who.int/iris/handle/10665/241769. 
  26. «Japanese Encephalitis Vaccine | Japanese Encephalitis | CDC». www.cdc.gov (στα Αγγλικά). 25 Ιουλίου 2019. Ανακτήθηκε στις 7 Ιουλίου 2021. 
  27. «CDC Press Releases». CDC (στα Αγγλικά). 1 Ιανουαρίου 2016. Ανακτήθηκε στις 7 Ιουλίου 2021. 
  28. «CDC - Vaccines - Contraindications and Precautions to Commonly Used Vaccines in Adults». web.archive.org. 23 Αυγούστου 2015. Ανακτήθηκε στις 7 Ιουλίου 2021. 
  29. Connolly, Mark P.; Goodwin, Elizabeth; Schey, Carina; Zummo, Jacqueline (2017-01-02). «Toxoplasmic encephalitis relapse rates with pyrimethamine-based therapy: systematic review and meta-analysis». Pathogens and Global Health 111 (1): 31–44. doi:10.1080/20477724.2016.1273597. ISSN 2047-7724. PMID 28090819. PMC PMC5375610. https://doi.org/10.1080/20477724.2016.1273597. 
  30. Iro, Mildred A; Martin, Natalie G; Absoud, Michael; Pollard, Andrew J (2017-10-02). «Intravenous immunoglobulin for the treatment of childhood encephalitis». Cochrane Database of Systematic Reviews. doi:10.1002/14651858.cd011367.pub2. ISSN 1465-1858. PMID 28967695. PMC PMC6485509. https://www.cochranelibrary.com/doi/10.1002/14651858.CD011367.pub2. [νεκρός σύνδεσμος]
  31. 31,0 31,1 Venkatesan, Arun (2015-06). «Epidemiology and outcomes of acute encephalitis» (στα αγγλικά). Current Opinion in Neurology 28 (3): 277–282. doi:10.1097/WCO.0000000000000199. ISSN 1350-7540. https://journals.lww.com/co-neurology/Abstract/2015/06000/Epidemiology_and_outcomes_of_acute_encephalitis.12.aspx. 
  32. Jmor, Fidan; Emsley, Hedley CA; Fischer, Marc; Solomon, Tom; Lewthwaite, Penny (2008-10-30). «The incidence of acute encephalitis syndrome in Western industrialised and tropical countries». Virology Journal 5 (1): 134. doi:10.1186/1743-422X-5-134. ISSN 1743-422X. PMID 18973679. PMC PMC2583971. https://doi.org/10.1186/1743-422X-5-134. 
  33. Flore, Rozenberg· Claire, Deback· Henri, Agut (31 Μαΐου 2011). «Herpes Simplex Encephalitis: From Virus to Therapy». Infectious Disorders - Drug Targets (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 7 Ιουλίου 2021.